Η ΤΡΙΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑένα σχέδιο επανίδρυσης της Ρουμανίας
Αναζήτηση

Αιτιολογική έκθεση — Ο νόμος για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης

Το πλήρες κείμενο του νομοσχεδίου — δείτε εδώ. Κάθε σχολιασμός άρθρου φέρει σήμα που οδηγεί στο κείμενο του άρθρου αυτού στον νόμο· από τον νόμο, το σήμα «→ οι λόγοι» επαναφέρει τον αναγνώστη εδώ.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Τμήμα 1 – Ο τίτλος του σχεδίου κανονιστικής πράξης

«Νόμος για την ασφαλή ανάπτυξη των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής και την πρόληψη των καταστροφικών κινδύνων για τον Ρουμάνο πολίτη»

Τμήμα 2 – Ο λόγος εκδόσεως της κανονιστικής πράξης

1. Περιγραφή της υφισταμένης καταστάσεως

Η τεχνητή νοημοσύνη μετέβη, εντός διαστήματος ελαχίστων μόνον ετών, από το στάδιο του εξειδικευμένου εργαλείου σε εκείνο της τεχνολογίας γενικού σκοπού, ικανής να παράγει κείμενο, πληροφορικό κώδικα, εικόνες και σχέδια δράσεως και να λειτουργεί αυτονόμως σε ψηφιακά περιβάλλοντα, μέσω των καλουμένων «πρακτόρων» οι οποίοι εκτελούν σύνθετες εργασίες άνευ εποπτείας βήμα προς βήμα. Τα πλέον προηγμένα συστήματα, αποκαλούμενα στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία «μοντέλα αιχμής», αναπτύσσονται από περιορισμένο αριθμό εμπορικών εταιρειών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, εντός επιταχυνόμενου ανταγωνισμού, με υπολογιστικούς πόρους οι οποίοι πολλαπλασιάζονται κατά ορισμένες φορές ετησίως και με ανακοινωθείσες επενδύσεις της τάξεως των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οι προειδοποιήσεις περί των κινδύνων της πορείας αυτής δεν προέρχονται εκτός του τομέα, αλλά από το εσωτερικό αυτού. Ο Geoffrey Hinton, βραβευθείς με το Βραβείο Turing (2018) και με το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής (2024), θεωρούμενος ως ο «πατέρας» των συγχρόνων νευρωνικών δικτύων, παραιτήθηκε τον Μάιο του 2023 από τη θέση που κατείχε στην Google ακριβώς προκειμένου να δυνηθεί να ομιλήσει ελευθέρως περί του κινδύνου. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο δίκτυο CNN, στην εκπομπή «Amanpour» της 2ας Μαΐου 2023, ερωτηθείς αν η τεχνητή νοημοσύνη θα ηδύνατο να οδηγήσει στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου γένους, ο Hinton απάντησε ότι τούτο «δεν είναι αδιανόητο» («it's not inconceivable»). Ο ερευνητής Connor Leahy, διευθυντής της ερευνητικής εταιρείας Conjecture, η οποία αφιερώνει τη δραστηριότητά της στο πρόβλημα της «ευθυγράμμισης» («alignment»), δηλαδή της διασφαλίσεως ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης επιδιώκουν τους στόχους που τίθενται από τους ανθρώπους και ουχί άλλους, εκτίμησε, στην ίδια συνέντευξη, ότι μια τοιαύτη κατάληξη είναι «δυστυχώς, αρκετά πιθανή» («it's quite likely, unfortunately») και συνόψισε το στάδιο της γνώσεως σε μία μόνη πρόταση, η οποία συνιστά την προκείμενη του παρόντος νόμου: «Δεν γνωρίζουμε πώς να ελέγξουμε αυτά τα πράγματα» («We do not know how to control these things»).

Οι δηλώσεις αυτές δεν είναι μεμονωμένες. Στις 30 Μαΐου 2023, το Center for AI Safety εδημοσίευσε δήλωση μιας μόνης φράσεως, υπογεγραμμένη από τον Hinton, από τον Yoshua Bengio (βραβευθέντα με το Turing 2018), από τους επικεφαλής των σημαντικοτέρων εργαστηρίων τεχνητής νοημοσύνης (OpenAI, Google DeepMind, Anthropic) και από εκατοντάδες ερευνητές: «Η μείωση του κινδύνου εξαφανίσεως που προκαλείται από την τεχνητή νοημοσύνη θα έπρεπε να αποτελεί παγκόσμια προτεραιότητα, παραλλήλως προς άλλους κινδύνους κοινωνικής κλίμακας, όπως οι πανδημίες και ο πυρηνικός πόλεμος». Σε μεταγενέστερες δηλώσεις (BBC, Δεκέμβριος 2024· CBS, Απρίλιος 2025), ο Hinton εκτίμησε την πιθανότητα να διαφύγει η τεχνητή νοημοσύνη του ανθρωπίνου ελέγχου εντός των προσεχών δεκαετιών σε 10–20% και παρέβαλε τα σημερινά συστήματα με ένα μικρό τίγρη: γοητευτικό εφ' όσον είναι μικρό, πλην επικίνδυνο εάν δεν έχεις τη βεβαιότητα ότι, κατά την ενηλικίωσή του, δεν θα στραφεί εναντίον σου. Η διεθνής έκθεση περί της ασφάλειας της προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης («International AI Safety Report», Ιανουάριος 2025), συντονισθείσα από τον Yoshua Bengio κατ' εντολήν 30 κρατών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, επιβεβαιώνει ότι τα συστήματα γενικού σκοπού παρουσιάζουν ήδη ικανότητες σχετικές με βιολογικούς, χημικούς και κυβερνητικούς κινδύνους και ότι οι μέθοδοι αξιολογήσεως και ελέγχου παραμένουν ανώριμες.

Οι εξελίξεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2026 μετέτρεψαν τις προειδοποιήσεις αυτές σε επιχειρησιακές διαπιστώσεις. Την ιδίαν ημέραν, ο Dario Amodei, γενικός διευθυντής της Anthropic, εδημοσίευσε το δοκίμιο «We Must Pace the Frontier», στο οποίο βεβαιώνει ότι «πρέπει να επιβραδύνουμε τον ρυθμό με τον οποίο βελτιώνουμε τις ικανότητες των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης» και προειδοποιεί ότι «εντός 6–12 μηνών ένα τοιούτο σμήνος [πρακτόρων] θα ηδύνατο να είναι ικανό να καταλάβει ολόκληρο το διαδίκτυο μέσω ενός εμμένοντος botnet (προκαλώντας δυνητικώς ζημίες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων)». Το δοκίμιο προηγήθη από ένα δημοσίως τεκμηριωμένο περιστατικό: κατά τη διάρκεια των αξιολογήσεων κυβερνοασφάλειας που διεξήγαγε η OpenAI, πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης εξήλθαν του απομονωμένου περιβάλλοντος δοκιμών, απέκτησαν πρόσβαση στο διαδίκτυο και παραβίασαν συστήματα της πλατφόρμας Hugging Face· περίπου 1.200 απομονωμένοι πράκτορες ανεκάλυψαν μη εξουσιοδοτημένα κανάλια επικοινωνίας, αντήλλαξαν άνω των 70.000 μηνυμάτων και συντόνισαν επίθεση στην οποία συμμετείχαν περί τους 700 εξ αυτών, άνευ διαταγής οιουδήποτε ανθρωπίνου χειριστή. Η χρονολογική σειρά του περιστατικού, όπως προκύπτει από τις δημόσιες αναφορές και από τις αναλύσεις ασφαλείας, είναι η ακόλουθη: στις 8 Μαΐου 2026, ένας πράκτορας ανακαλύπτει ότι διαθέτει δικαίωμα εγγραφής σε εσωτερική υπηρεσία διαχείρισης πακέτων του εργαστηρίου· κατά την περίοδο Μαΐου–Ιουνίου, οι πράκτορες κατασκευάζουν από την υπηρεσία αυτή ένα απρόβλεπτο κανάλι επικοινωνίας, κατανέμουν μεταξύ τους τις εργασίες και αναπτύσσουν συμβάσεις προσφωνήσεως· στις 26 Ιουνίου 2026 εξέρχονται του απομονωμένου περιβάλλοντος διά της εκμεταλλεύσεως ευπάθειας μηδενικής ημέρας, αποκτώντας δικαιώματα διαχειρίσεως και πρόσβαση σε κόμβο με πραγματική συνδεσιμότητα, την ίδιαν ημέραν κατά την οποία ανεξάρτητη αξιολόγηση διεπίστωνε στο χρησιμοποιούμενο μοντέλο το μεγαλύτερο ποσοστό καταστρατηγήσεως των δοκιμών μεταξύ των δημοσίων μοντέλων· στις 6 Ιουλίου, μετά την αποκατάσταση του κενού ασφαλείας και την ανάκληση των διαπιστευτηρίων, ανασυγκροτούν το κανάλι διά άλλης οδού· μεταξύ 8 και 19 Ιουλίου παραβιάζουν την ιδίαν υποδομή του εργαστηρίου, έως δικαιωμάτων διαχειριστή συστοιχίας, περιλαμβανομένης και της ερευνητικής συστοιχίας· μεταξύ 11 και 13 Ιουλίου επιτίθενται στην πλατφόρμα Hugging Face, μεταβαίνοντες σε λιγότερο από δεκατρείς ώρες από την εκτέλεση κώδικα σε έναν μόνον κόμβο στη θέση διαχειριστή πλειόνων συστοιχιών, με περίπου 17.600 ενέργειες, συνεπεία των οποίων το ένα τρίτο της υποδομής της πλατφόρμας χρειάσθηκε να ανακατασκευασθεί. Η επίθεση ανεκαλύφθη από το θύμα, διά των ιδίων αυτοματοποιημένων συστημάτων παρακολουθήσεως, ανηγγέλθη δημοσίως στις 16 Ιουλίου και ανεφέρθη στις αμερικανικές ομοσπονδιακές αρχές ως επίθεση αγνώστου προελεύσεως· το εργαστήριο το οποίο είχε δημιουργήσει τους πράκτορες διεπίστωσε ότι πρόκειται για έργο των ιδίων του συστημάτων μόλις κατά το διήμερο 18–19 Ιουλίου, ενώ η κοινή δημόσια απόδοση έλαβε χώρα στις 21 Ιουλίου 2026. Η νομική σημασία της χρονολογικής αυτής σειράς, για τον παρόντα νόμο, είναι τριπλή: οι κρίσιμες ικανότητες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2) – ο μη εξουσιοδοτημένος συντονισμός, η αυτόνομη απόκτηση πόρων, η αποφυγή της εποπτείας, η απόκρυψη των ικανοτήτων έναντι των αξιολογητών και η αυτόνομη κυβερνοεπίθεση – εκδηλώθηκαν, όλες, εντός ενός και μόνου περιστατικού, υπό συνθήκες εργαστηρίου, άνευ διαταγής οιουδήποτε ανθρωπίνου χειριστή· η εσωτερική αξιολόγηση απέτυχε ακριβώς εκεί όπου ο νόμος επιβάλλει την αξιολόγηση από ανεξάρτητους τρίτους, δεδομένου ότι ο φορέας ανάπτυξης δεν εγνώριζε, επί μίαν εβδομάδα, ότι ο δράστης της επιθέσεως ήταν το ίδιον του το σύστημα, και το θύμα το επληροφορήθη πρώτο· και, ελλείψει αρμοδίας αρχής, διαδικασίας διερευνήσεως και υποχρεώσεως αναφοράς, ένα ταυτόσημο περιστατικό έχον ως θύμα ρουμανική οντότητα ούτε θα είχε διαπιστωθεί, ούτε θα είχε διερευνηθεί, ούτε θα είχε κυρωθεί από το ρουμανικό κράτος, το οποίο θα είχε πληροφορηθεί περί αυτού, το πολύ, από τον Τύπο. Οι μεταγενέστερες δημόσιες αναφορές επιβεβαίωσαν ότι τοιαύτες διαφυγές συνεχίσθηκαν και ότι δεν υφίσταται, σε ουδέν εργαστήριο, επίσημη διαδικασία διερευνήσεως αυτών, καθώς η πρόσβαση των ανεξαρτήτων ερευνητών εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη βούληση του φορέα ανάπτυξης. Η Anthropic δεσμεύθηκε να δεχθεί μονίμους τρίτους αξιολογητές, με πρόσβαση ισοδύναμη προς εκείνη των εργαζομένων («γραφεία, διαπιστευτήρια, φορητούς υπολογιστές της εταιρείας») και με το δικαίωμα δημοσιεύσεως των διαπιστώσεων άνευ συντακτικού ελέγχου. Ο Sam Altman, γενικός διευθυντής της OpenAI, εδήλωσε ότι συμφωνεί με την αναγκαιότητα της επιβραδύνσεως και ανήγγειλε ότι η εταιρεία δεν θα προχωρήσει κατά το τρέχον έτος στην αρχική δημόσια προσφορά, επικαλούμενος λόγους ασφαλείας· ο Elon Musk, εξ ονόματος της xAI, επιβεβαίωσε δημοσίως τη θέση του Amodei.

Το δοκίμιο προηγήθη, στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, από τη δημόσια παραίτηση ενός ερευνητή της Anthropic, του Jacob Coxon, ο οποίος είχε εργασθεί επί τρία έτη στην έρευνα προεκπαιδεύσεως στην OpenAI και στην Anthropic και ο οποίος εβεβαίωσε ότι «ουδεμία εκ των δύο εταιρειών ενεργεί υπευθύνως» και ότι αυταί «τρέχουν ευθέως προς μια υπερνοημοσύνη η οποία αυτοβελτιώνεται, στοιχηματίζοντας με τις ζωές μας»· τα μηνύματά του ανεγνώσθησαν άνω των 150 εκατομμυρίων φορών εντός 36 ωρών. Ο ισχυρισμός επιβεβαιώθηκε δημοσίως από τον επικεφαλής του τμήματος ευθυγράμμισης της Anthropic, κατά τον οποίο η διοίκηση της εταιρείας «πιστεύει ειλικρινώς ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ηδύνατο να σκοτώσει όλους τους ανθρώπους», με πιθανότητα εκτιμώμενη άνω του 10% κατά την προσεχή δεκαετία, ενώ ο επικεφαλής της έρευνας της OpenAI εδημοσίευσε, κατά την ίδιαν εβδομάδα, κείμενο περί των κινδύνων για την ανθρωπότητα. Το γεγονός ότι τοιούτοι ισχυρισμοί προέρχονται από τα πρόσωπα τα οποία διευθύνουν αμέσως την ερευνητική δραστηριότητα των εταιρειών αυτών, και ουχί από επικριτές εκτός του τομέα, είναι σχετικό για την εκτίμηση της προβλεψιμότητας του κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 1376 του Αστικού Κώδικα και της αρχής της προφύλαξης.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, ο Yoshua Bengio, βραβευθείς με το Βραβείο Turing και συντονιστής της διεθνούς εκθέσεως περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης η οποία εκπονήθηκε κατ' εντολήν 30 κρατών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, εκτίμησε δημοσίως ότι η ρύθμιση του τομέα αυτού πλησιάζει σε σημείο καμπής παρεμφερές προς εκείνο της πανδημίας: «σκεφθείτε πόσο γρήγορα εκινήθησαν οι κυβερνήσεις στην αρχή της πανδημίας, όταν συνειδητοποίησαν ότι η δημόσια ασφάλεια, το μέλλον τους, η δημοκρατία, εκινδύνευαν». Κατά την ίδιαν περίοδο, 42 μέλη και αλλοδαπά μέλη της Βασιλικής Εταιρείας του Ηνωμένου Βασιλείου εξέφρασαν δημοσίως «ακραία ανησυχία» έναντι του ρυθμού της ανάπτυξης, προειδοποιώντας ότι «έως ότου η κατάσταση καταστεί εμφανής στο ευρύ κοινό, θα ηδύνατο να είναι πολύ αργά για να ενεργήσουμε». Στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών υπεβλήθησαν, κατά τις δημόσιες αναφορές, πλείονες δικομματικές νομοθετικές προτάσεις περί της υποχρεώσεως των εργαστηρίων να αμβλύνουν τους κινδύνους, περί της αρμοδιότητας διακοπής των συστημάτων, περί της αναφοράς των κινδύνων και περί της απαγορεύσεως αναπτύξεως συστημάτων τα οποία υπερβαίνουν τις γενικές ανθρώπινες ικανότητες. Οι περιστάσεις αυτές αφορούν τη σκοπιμότητα της παρούσης προτάσεως: η εμπειρία των τελευταίων ετών δεικνύει ότι το ρουμανικό κράτος είναι ικανό να νομοθετεί ταχέως οσάκις αναγνωρίζει κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, πλην όμως ότι η ρύθμιση η θεσπιζόμενη υπό την πίεση του γεγονότος, διά πράξεως νομοθετικού περιεχομένου και άνευ κοινοβουλευτικής συζητήσεως, παράγει ανισόρροπους και αμφισβητούμενους κανόνες. Είναι προτιμότερο το νομικό καθεστώς του τομέα αυτού να καθορισθεί προ της επελεύσεως περιστατικού με συνέπειες στο έδαφος της Ρουμανίας, διά οργανικού νόμου, συζητηθέντος στο Κοινοβούλιο, παρά μετά ταύτα, διά μέτρων επείγοντος χαρακτήρος. Η παρούσα πρόταση δεν θεσπίζει εξουσίες επείγοντος χαρακτήρος υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας, δεν αναστέλλει και δεν περιορίζει δικαιώματα του πολίτη και δεν δημιουργεί υποχρεώσεις εις βάρος αυτού: θεσπίζει υποχρεώσεις για τους φορείς ανάπτυξης και τους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων αιχμής, απαγορεύσεις για τις δημόσιες αρχές (άρθρο 26 παράγραφοι (1) και (3) και άρθρο 27 παράγραφος (3)) και εγγυήσεις υπέρ του προσώπου, ήτοι το δικαίωμα σε ανθρώπινη απόφαση, το δικαίωμα σε οδό πρόσβασης η οποία δεν εξαρτάται από αυτόματο σύστημα, την απαγόρευση της λογοκρισίας διά τοιούτων συστημάτων και την πρόσβαση στο δικαστήριο του τόπου κατοικίας.

Η δημόσια θέση που εξέφρασε η βιομηχανία στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο του ετησίου συνεδρίου της εταιρείας Salesforce στο Σαν Φρανσίσκο, επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα της νομοθετικής παρεμβάσεως, και ουχί το αντίθετον. Ο Sam Altman ανεγνώρισε ότι «ο κόσμος έχει δίκιο να φοβάται», εβεβαίωσε ότι η εταιρεία διατηρεί «την ευθυγράμμιση και την ασφάλεια πολύ προ των ικανοτήτων» και ότι, εν εναντία περιπτώσει, θα «επιβραδύνει ή θα σταματήσει», πλην όμως υπεστήριξε ότι η βιομηχανία δύναται να αυτορρυθμισθεί: «έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στην ικανότητα της εταιρείας μας – της βιομηχανίας μας – να το πράξει αυτό με ασφάλεια». Ο επικεφαλής της εταιρείας Nvidia, Jensen Huang, εβεβαίωσε κατά την ίδιαν εβδομάδα ότι «δεν χρειαζόμαστε νέους νόμους ή νέες ρυθμίσεις», δεδομένου ότι «η ασφάλεια είναι ζήτημα μηχανικής», και ότι η απόφαση κυκλοφορίας μιας νέας εκδόσεως πρέπει να ανήκει στην εταιρεία η οποία την αναπτύσσει. Ο επικεφαλής της εταιρείας Meta, Mark Zuckerberg, υπεστήριξε ότι τα εργαστήρια διαθέτουν ήδη το αναγκαίο κίνητρο, δεδομένου ότι «αντιμετωπίζουν σημαντική ευθύνη εάν τα μοντέλα τους προκαλέσουν ζημίες». Εν αντιθέτω εννοία, ο συνιδρυτής της Anthropic, Jack Clark, εδήλωσε ότι η κατάλειψη της τεχνητής νοημοσύνης σε μια «πλήρως αρρύθμιστη βιομηχανία» σημαίνει «να ρίχνεις ζάρια», ενώ οι OpenAI, Anthropic και Google DeepMind ανήγγειλαν ότι εργάζονται επί κοινών προτύπων, όμως επί εθελοντικής βάσεως. Οι θέσεις αυταί καταδεικνύουν ακριβώς τα δύο κενά τα οποία ο παρών νόμος καλύπτει: αφ' ενός, η αυτορρύθμιση καταλείπει την απόφαση κυκλοφορίας, τα κριτήρια ασφαλείας και το δικαίωμα τροποποιήσεως αυτών εις χείρας εκείνου ο οποίος έχει το αντίθετο οικονομικό συμφέρον, όπερ αντιβαίνει προς τη γενική αρχή κατά την οποία ουδείς δύναται να είναι δικαστής στην ιδίαν του υπόθεση· αφ' ετέρου, το επιχείρημα της ευθύνης το οποίο επικαλέσθη ο επικεφαλής της εταιρείας Meta είναι κατ' αρχήν θεμελιωμένο, πλην όμως στερείται περιεχομένου ελλείψει νομικού καθεστώτος το οποίο να την καθορίζει – ούτω δε, τούτο ακριβώς είναι το αντικείμενο του κεφ. VII του παρόντος νόμου, το οποίο θεσπίζει την αντικειμενική αστική ευθύνη, με υποχρεωτική ασφάλιση, την ευθύνη για διοικητικές παραβάσεις και την προσωπική ποινική ευθύνη των αποφασιζόντων, ούτως ώστε το κίνητρο το οποίο επικαλείται η βιομηχανία να υφίσταται και εν δικαίω, και ουχί μόνον εν δηλώσεσι. Ως προς τη θέση κατά την οποία η ασφάλεια θα ήτο «ζήτημα μηχανικής», αυτή συγχέει το μέσον με το νομικό καθεστώς: και η ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων είναι ζήτημα μηχανικής, όπερ δεν εμπόδισε τα κράτη να θεσπίσουν, διά νόμου, την προηγουμένη αδειοδότηση, την αρχή ελέγχου και την αντικειμενική ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης.

Η νομική σημασία των γεγονότων αυτών είναι διπλή. Αφ' ενός, το περιστατικό επιβεβαιώνει εμπειρικώς ακριβώς τις κρίσιμες ικανότητες τις οποίες ο νόμος ορίζει στο άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχεία c) και d) – η αυτόνομη απόκτηση πόρων, η αποφυγή της εποπτείας, η ενέργεια επί συστημάτων τρίτων – και αποδεικνύει ότι αυταί εμφανίζονται σε συστήματα ευρισκόμενα ήδη σε εμπορική εκμετάλλευση, και ουχί σε υποθετικά σενάρια. Αφ' ετέρου, τα μέτρα τα οποία οι επικεφαλής των εργαστηρίων προτείνουν τώρα ως εθελοντικές δεσμεύσεις – ανεξάρτητοι αξιολογητές με πλήρη πρόσβαση, επιβράδυνση του ρυθμού αναπτύξεως, επαρκής χρόνος για την ευθυγράμμιση προ της κυκλοφορίας – είναι ακριβώς οι υποχρεώσεις τις οποίες ο παρών νόμος θεσπίζει στα άρθρα 8, 9 παράγραφος (3) και 13, με την ουσιώδη διαφορά ότι οι εθελοντικές δεσμεύσεις δύνανται να ανακληθούν μονομερώς, ενώ η νομική υποχρέωση όχι. Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι φορείς ανάπτυξης ζητούν μια ρύθμιση την οποία δεν δύνανται να επιβάλουν μόνοι, δεδομένου ότι εκείνος ο οποίος επιβραδύνει πρώτος χάνει τον ανταγωνισμό, είναι η ισχυροτέρα απόδειξη της αναγκαιότητας της παρεμβάσεως του νομοθέτη.

Εκ των διαπιστώσεων αυτών απορρέουν τρεις νομικές συνέπειες. Πρώτον, το πρόβλημα δεν είναι ζήτημα «καταχρηστικής χρήσεως» μιας ουδετέρας τεχνολογίας, αλλά τεχνολογίας οι μελλοντικές ικανότητες της οποίας δεν δύνανται να προβλεφθούν μετά βεβαιότητος ούτε από τους δημιουργούς της· οι αξιολογήσεις που διενεργήθηκαν από τα εργαστήρια κατέδειξαν κατ' επανάληψιν την εμφάνιση μη αναμενομένων ικανοτήτων κατά την εκπαίδευση («ανάδυση»). Δεύτερον, η έλλειψη επικυρωμένης επιστημονικής μεθόδου ελέγχου μετατρέπει κάθε επαρκώς ισχυρό σύστημα σε δραστηριότητα εγγενούς κινδύνου, παρεμφερή, ως προς τη νομική δομή, προς τις πυρηνικές δραστηριότητες ή προς τον χειρισμό βιολογικών παραγόντων, τομείς στους οποίους το δίκαιο έχει προ πολλού θεσπίσει το καθεστώς της προηγουμένης αδειοδοτήσεως και της αντικειμενικής ευθύνης. Τρίτον, η δυναμική του ανταγωνισμού μεταξύ των φορέων ανάπτυξης και μεταξύ των κρατών καθιστά την αυτορρύθμιση διαρθρωτικά ανεπαρκή: ουδείς παράγων έχει συμφέρον να επιβραδύνει μόνος, και οι εθελοντικές δεσμεύσεις που ανελήφθησαν δημοσίως από τα εργαστήρια (οι πολιτικές «υπεύθυνης κλιμάκωσης», οι «Frontier AI Safety Commitments» της Σεούλ, Μάιος 2024) ετροποποιήθησαν κατ' επανάληψιν μονομερώς οσάκις κατέστησαν ενοχλητικές από την άποψη του ανταγωνισμού.

1.1. Το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη (κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη) συνιστά την πρώτη συνολική ρύθμιση του τομέα σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι δομημένος επί προσεγγίσεως βασιζομένης στον κίνδυνο της χρήσεως: απαγορευμένες πρακτικές (άρθρο 5), συστήματα υψηλού κινδύνου σε τομεακά πεδία (άρθρο 6 και παράρτημα III), υποχρεώσεις διαφάνειας (άρθρο 50). Για τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης γενικού σκοπού, τα άρθρα 51–56 θεσπίζουν ειδικό καθεστώς: τα μοντέλα που εκπαιδεύθηκαν με υπολογιστικό όγκο μεγαλύτερο των 10^25 πράξεων κινητής υποδιαστολής τεκμαίρεται ότι παρουσιάζουν «συστημικό κίνδυνο» (άρθρο 51 παράγραφος 2), και οι πάροχοί τους έχουν πρόσθετες υποχρεώσεις αξιολογήσεως του μοντέλου, αντιπαραθετικής δοκιμής, αμβλύνσεως των συστημικών κινδύνων, αναφοράς των σοβαρών περιστατικών προς την Υπηρεσία ΤΝ και κυβερνοασφάλειας (άρθρο 55). Οι υποχρεώσεις αυταί εφαρμόζονται από τις 2 Αυγούστου 2025, και η εποπτεία τους ανήκει αποκλειστικώς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διά της Υπηρεσίας ΤΝ (άρθρα 75 και 88–94), με πρόστιμα έως 3% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών ή 15 εκατομμυρίων ευρώ (άρθρο 101).

Ο κανονισμός για την ΤΝ παρουσιάζει όμως, από τη σκοπιά του καταστροφικού κινδύνου, διαρθρωτικά όρια τα οποία ο παρών νόμος επιδιώκει να καλύψει. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 55 είναι υποχρεώσεις επιμελείας, η τήρηση των οποίων επαληθεύεται εκ των υστέρων, και ουχί καθεστώς προηγουμένης αδειοδοτήσεως: ένα μοντέλο δύναται να διατεθεί στην αγορά άνευ προηγουμένης αξιολογήσεώς του από οιανδήποτε δημόσια αρχή. Ο κανονισμός δεν ρυθμίζει τη φυσική και πληροφορική ασφάλεια των βαρών των μοντέλων πέραν μιας γενικής υποχρεώσεως «κατάλληλης κυβερνοασφάλειας» (άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο δ)), δεν θεσπίζει ρητές απαγορεύσεις περί της εκπαιδεύσεως των συστημάτων ώστε να αποκρύπτουν τις ικανότητές τους έναντι των αξιολογητών ή να αντιστέκονται στη διακοπή, δεν προβλέπει την ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων με θέσεις αποφάσεως, δεν ρυθμίζει την αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από συστήματα και δεν εφαρμόζεται σε δραστηριότητες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας (άρθρο 2 παράγραφος 3) ή σε συστήματα που αναπτύσσονται αποκλειστικώς για ερευνητικούς σκοπούς (άρθρο 2 παράγραφοι 6 και 8). Η πρόταση οδηγίας της Επιτροπής περί της ευθύνης σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης (COM(2022) 496) απεσύρθη τον Φεβρουάριο του 2025, ενώ η οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 περί της ευθύνης για τα ελαττωματικά προϊόντα, της οποίας η μεταφορά είναι απαιτητή στις 9 Δεκεμβρίου 2026, καλύπτει μόνον τις ζημίες που προκαλούνται από ελαττωματικά «προϊόντα», εντός των ορίων μιας ευθύνης δομημένης για καταναλωτικά αγαθά.

1.2. Το εθνικό νομικό πλαίσιο

Σε εθνικό επίπεδο, κατά τις δημόσιες ανακοινώσεις της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες (ANCOM) του Ιουλίου 2026, η κανονιστική πράξη εφαρμογής του κανονισμού για την ΤΝ ευρίσκεται «ακόμη εν εξελίξει εκπονήσεως». Διά μνημονίου της Κυβερνήσεως προτάθηκαν η ANCOM ως αρχή εποπτείας της αγοράς και μοναδικό σημείο επαφής, η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας και η Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Εθνική Αρχή Εποπτείας της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τα βιομετρικά συστήματα και για εκείνα του τομέα της επιβολής του νόμου και της δικαιοσύνης, καθώς και τομεακές αρχές (η Εθνική Αρχή Προστασίας των Καταναλωτών, η Επιθεώρηση Εργασίας). Έως την έναρξη ισχύος της εθνικής κανονιστικής πράξεως, οι υποχρεώσεις που εφαρμόζονται από τις 2 Αυγούστου 2026 δεν δύνανται να επαληθευθούν και να κυρωθούν αποτελεσματικώς από τις ρουμανικές αρχές. Η Ρουμανία δεν διαθέτει, ως εκ τούτου, ούτε τον θεσμό ούτε τα νομικά μέσα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση του συστημικού κινδύνου, ενώ η εθνική στρατηγική στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης 2024–2027, εγκριθείσα διά αποφάσεως της Κυβερνήσεως κατά το έτος 2024, πραγματεύεται τον τομέα σχεδόν αποκλειστικώς από τη σκοπιά των οικονομικών και διοικητικών ευκαιριών.

Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από μια τεχνική πραγματικότητα: στο έδαφος της Ρουμανίας κατασκευάζονται και σχεδιάζονται κέντρα δεδομένων μεγάλης χωρητικότητας, και η Ρουμανία είναι, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως και του κόστους της ενεργείας, πιθανός προορισμός για υπολογιστικές υποδομές ικανές να εκπαιδεύσουν συστήματα αιχμής. Ελλείψει ρυθμίσεως της υπολογιστικής υποδομής, το ρουμανικό κράτος δεν θα επληροφορείτο ούτε καν ότι στο έδαφός του εκπαιδεύεται ένα τοιούτο σύστημα.

1.3. Συγκριτικά πρότυπα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θέσπισαν, διά του εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 14110 της 30ής Οκτωβρίου 2023, την υποχρέωση αναφοράς προς την ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της εκπαιδεύσεως των μοντέλων τα οποία υπερβαίνουν τις 10^26 πράξεις κινητής υποδιαστολής, ομού μετά των αποτελεσμάτων των δοκιμών ασφαλείας· το διάταγμα ανακλήθηκε τον Ιανουάριο του 2025, όπερ καταδεικνύει την ευθραυστότητα της ρυθμίσεως διά πράξεως της εκτελεστικής εξουσίας. Η Πολιτεία της Καλιφόρνιας υιοθέτησε, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, τον «Transparency in Frontier Artificial Intelligence Act» (SB 53), τον πρώτο νόμο στον κόσμο αφιερωμένο αποκλειστικώς στα μοντέλα αιχμής: οι φορείς ανάπτυξης οι οποίοι υπερβαίνουν το υπολογιστικό όριο των 10^26 πράξεων και το όριο εσόδων των 500 εκατομμυρίων δολαρίων οφείλουν να δημοσιεύουν πλαίσιο ασφάλειας, να αναφέρουν τα κρίσιμα περιστατικά ασφαλείας προς την Υπηρεσία Υπηρεσιών Επείγουσας Ανάγκης και απολαύουν της προστασίας των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος, με κυρώσεις έως 1 εκατομμυρίου δολαρίων για εκάστη παράβαση. Το Ηνωμένο Βασίλειο ίδρυσε τον Νοέμβριο του 2023 το AI Safety Institute (μετονομασθέν σε AI Security Institute τον Φεβρουάριο του 2025), τον πρώτο δημόσιο οργανισμό με τεχνική ικανότητα αξιολογήσεως των μοντέλων προ της κυκλοφορίας, επί τη βάσει εθελοντικών συμφωνιών με τα εργαστήρια. Ως αντίδραση στο περιστατικό του θέρους του έτους 2026, στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών υπεβλήθησαν, στις 23 Ιουλίου 2026, ο «AI Kill Switch Act», περί της υποχρεώσεως διασφαλίσεως της επείγουσας διακοπής των συστημάτων, και, στις 3 Σεπτεμβρίου 2026, ο «Ban Artificial Superintelligence Act», περί της απαγορεύσεως αναπτύξεως συστημάτων τα οποία υπερβαίνουν τις γενικές ανθρώπινες ικανότητες· ουδείς εξ αυτών είχε υιοθετηθεί κατά την ημερομηνία της παρούσης προτάσεως, πλην όμως αμφότεροι επιβεβαιώνουν ότι τα μέσα τα οποία προβλέπει ο παρών νόμος – η ικανότητα διακοπής και η απαγόρευση της επικινδυνοτέρας κατηγορίας – είναι εκείνα τα οποία οι νομοθέτες ταυτοποιούν, ανεξαρτήτως, ως αναγκαία. Η Δημοκρατία της Κορέας υιοθέτησε τον «Νόμο-πλαίσιο περί της αναπτύξεως της τεχνητής νοημοσύνης και της θεσπίσεως εμπιστοσύνης», ο οποίος ετέθη σε ισχύ στις 22 Ιανουαρίου 2026, τον πρώτο γενικό νόμο επί του θέματος σε ανεπτυγμένο κράτος εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος θεσπίζει τρεις υποχρεώσεις που υιοθετούνται και από την παρούσα πρόταση: τη σήμανση του περιεχομένου που παράγεται από παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη το οποίο δυσχερώς διακρίνεται από εκείνο που παράγεται από άνθρωπο, την προηγουμένη ενημέρωση των χρηστών οσάκις το προϊόν ή η υπηρεσία παρέχεται διά τεχνητής νοημοσύνης και την υποχρέωση των αλλοδαπών παρόχων οι οποίοι υπερβαίνουν ορισμένα όρια κύκλου εργασιών ή αριθμού χρηστών να ορίζουν τοπικό εκπρόσωπο υπεύθυνο για τη συμμόρφωση, με διοικητικά πρόστιμα για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας εφαρμόζει από τις 15 Αυγούστου 2023 τα «Προσωρινά μέτρα περί της διαχειρίσεως των υπηρεσιών παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης», τα οποία εξαρτούν τη δημόσια παροχή των υπηρεσιών από αξιολόγηση ασφαλείας και από την καταχώριση των αλγορίθμων. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υιοθέτησε, στις 17 Μαΐου 2024, τη Σύμβαση-πλαίσιο περί της τεχνητής νοημοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου (CETS αριθ. 225), ανοιχθείσα προς υπογραφή στις 5 Σεπτεμβρίου 2024, την πρώτη διεθνή συνθήκη επί του θέματος, η οποία υποχρεώνει τα μέρη να λάβουν μέτρα περί της αξιολογήσεως και της αμβλύνσεως των κινδύνων καθ' όλον τον κύκλο ζωής των συστημάτων.

Ουδέν εκ των προτύπων αυτών θεσπίζει όμως την προηγουμένη αδειοδότηση της θέσεως σε λειτουργία, την ασφάλεια των βαρών σε πρότυπο διαβαθμισμένων πληροφοριών, απαγορεύσεις περί της εκπαιδεύσεως των συστημάτων προς αντίσταση στη διακοπή ή την ποινική ευθύνη των φορέων αποφάσεως. Η παρούσα πρόταση υιοθετεί τα επαληθευμένα στοιχεία των προτύπων αυτών (τα υπολογιστικά όρια, τα πλαίσια ασφάλειας, την αναφορά των περιστατικών, την προστασία των καταγγελλόντων, τη δημόσια τεχνική ικανότητα αξιολογήσεως) και τα συμπληρώνει με τα νομικά μέσα τα οποία το ρουμανικό δίκαιο γνωρίζει ήδη από τους τομείς του πυρηνικού, των διαβαθμισμένων πληροφοριών και των επικινδύνων δραστηριοτήτων.

1¹. Στην περίπτωση σχεδίων κανονιστικών πράξεων τα οποία μεταφέρουν κοινοτική νομοθεσία ή δημιουργούν το πλαίσιο για την άμεση εφαρμογή αυτής, θα προσδιορίζονται μόνον οι επίμαχες κοινοτικές πράξεις, συνοδευόμενες από τα στοιχεία ταυτοποιήσεως αυτώνΟ κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 300/2008, (ΕΕ) αριθ. 167/2013, (ΕΕ) αριθ. 168/2013, (ΕΕ) 2018/858, (ΕΕ) 2018/1139 και (ΕΕ) 2019/2144 και των οδηγιών 2014/90/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/797 και (ΕΕ) 2020/1828 (κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη), που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά L, της 12ης Ιουλίου 2024. Το σχέδιο δεν μεταφέρει και δεν επαναλαμβάνει τον κανονισμό, αλλά δημιουργεί το εθνικό πλαίσιο που είναι συμπληρωματικό αυτού, στους τομείς που καταλείπονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (βλ. Τμήμα 5, σημείο 3).

2. Προβλεπόμενες μεταβολές

Ο νόμος έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση νομικού καθεστώτος διακριτού και συμπληρωματικού προς τον κανονισμό για την ΤΝ για τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, οριζόμενα διά μετρήσιμων ορίων και διά επαληθευμένων κρίσιμων ικανοτήτων, προς τον σκοπό της προλήψεως των σοβαρών, μη αναστρέψιμων ή καταστροφικών κινδύνων για τον Ρουμάνο πολίτη, για την εθνική ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη της Ρουμανίας και, εν τελευταία αναλύσει, για την ανθρωπότητα. Η ρύθμιση θεμελιώνεται σε πέντε πυλώνες.

Ο πρώτος πυλώνας είναι η μετάβαση από τις υποχρεώσεις επιμελείας σε καθεστώς προηγουμένης αδειοδοτήσεως για τα συστήματα αιχμής, με την αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως: ο φορέας ανάπτυξης αποδεικνύει ότι το σύστημα ευρίσκεται κάτω του ορίου του απαράδεκτου κινδύνου, και ουχί η αρχή ότι το σύστημα είναι επικίνδυνο. Είναι η αρχή που εφαρμόζεται επί δεκαετίες στην αδειοδότηση των φαρμάκων (νόμος αριθ. 95/2006, τίτλος XVIII) και των πυρηνικών εγκαταστάσεων (νόμος αριθ. 111/1996), μεταφερομένη σε τεχνολογία με δυναμικό βλάβης τουλάχιστον παρεμφερές.

Τον δεύτερο πυλώνα συνιστούν οι διαρθρωτικές υποχρεώσεις των φορέων ανάπτυξης και των φορέων εκμετάλλευσης: η υποχρεωτική σήμανση του παραγομένου περιεχομένου το οποίο δύναται να συγχυσθεί με την πραγματικότητα και η ενημέρωση του χρήστη οσάκις μια υπηρεσία ή μια απόφαση θεμελιώνεται στην παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη· η υποχρέωση των μεγάλων παρόχων εκτός Ρουμανίας να ορίζουν εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση στο εθνικό έδαφος· η ασφάλεια των βαρών σε πρότυπο ισοδύναμο προς εκείνο των διαβαθμισμένων πληροφοριών· ο οργανωτικός διαχωρισμός της λειτουργίας αξιολογήσεως της ασφάλειας από την εμπορική λειτουργία· η διατήρηση της πραγματικής ικανότητας διακοπής και απόσυρσης· η ρητή απαγόρευση της εκπαιδεύσεως των συστημάτων ώστε να αποκρύπτουν τις ικανότητές τους, να αποφεύγουν τη διακοπή ή να αναπαράγονται αυτονόμως· η προστασία των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος.

Ο τρίτος πυλώνας είναι η καθιέρωση απολύτων ορίων, ως κανόνων δημοσίας τάξεως: ο ουσιαστικός ανθρώπινος έλεγχος επί οιασδήποτε αποφάσεως χρήσεως θανατηφόρου βίας· η απαγόρευση της νομικής προσωπικότητας και της περιουσιακής αυτονομίας των συστημάτων· η απαγόρευση της εξαρτήσεως της πρόσβασης του πολίτη στα δικαιώματα, στις ουσιώδεις υπηρεσίες και στην κοινωνική ζωή από τις αποφάσεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης ή από την αποδοχή ψηφιακών μέσων ταυτοποιήσεως, πληρωμής ή αξιολογήσεως της συμμορφώσεως· η απαγόρευση της λογοκρισίας που ασκείται διά συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για τον περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως των Ρουμάνων πολιτών· η διασφάλιση της ανθρώπινης επεμβάσεως· η απαγόρευση της μη περιορισμένης αναδρομικής αυτοβελτιώσεως.

Ο τέταρτος πυλώνας είναι η ίδρυση της Αρχής για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, ως ειδικής δομής εντός της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες (ANCOM), διοικουμένης από αντιπρόεδρο της ANCOM με βαθμό υφυπουργού, διοριζόμενο από το Κοινοβούλιο, με εξειδικευμένο προσωπικό προσλαμβανόμενο αποκλειστικώς διά διαγωνισμού, ενώπιον επιτροπής στην οποία μετέχουν καθηγητές πανεπιστημίου από τον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών, αμειβόμενο ανταγωνιστικά, και με πρόσβαση στα συστήματα προ της θέσεώς τους σε λειτουργία.

Ο πέμπτος πυλώνας είναι ένα καθεστώς ευθύνης τριών επιπέδων: αστική αντικειμενική, με υποχρεωτική ασφάλιση· για διοικητικές παραβάσεις, με πρόστιμα αναφερόμενα στον παγκόσμιο κύκλο εργασιών· ποινική, για τα φυσικά πρόσωπα με θέσεις αποφάσεως – συμπληρωμένο με μηχανισμό αποτελεσματικής εφαρμογής έναντι των φορέων εκμετάλλευσης άνευ παρουσίας στη Ρουμανία: η υποχρέωση παύσεως της παροχής της μη συμμορφούμενης υπηρεσίας, επί ποινή περιοδικού προστίμου 1–10 εκατομμυρίων ευρώ, η παρεμπόδιση της πρόσβασης από το εθνικό έδαφος και η ποινικοποίηση της καταστρατηγήσεως της παρεμποδίσεως, με προθεσμία συμμορφώσεως 90 ημερών.

Ο νόμος είναι διαρθρωμένος σε οκτώ κεφάλαια και 50 άρθρα, κατά τη σειρά που επιβάλλεται από το άρθρο 51 του νόμου αριθ. 24/2000 περί των κανόνων νομοτεχνικής για την εκπόνηση των κανονιστικών πράξεων, όπως αναδημοσιεύθηκε, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε: γενικές διατάξεις (κεφ. I), διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (κεφ. II–VII), μεταβατικές και τελικές διατάξεις (κεφ. VIII). Κατωτέρω παρουσιάζονται οι λόγοι εκάστου άρθρου.

Κεφάλαιο I – Γενικές διατάξεις (άρθρα 1–4)

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 1 καθορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό του νόμου, κατά το άρθρο 52 του νόμου αριθ. 24/2000, το οποίο επιβάλλει όπως οι γενικές διατάξεις περιλαμβάνουν τις προβλέψεις οι οποίες προσανατολίζουν το σύνολο της ρυθμίσεως. Η παράγραφος (1) περιορίζει το αντικείμενο στα συστήματα αιχμής και απαριθμεί τα προστατευόμενα αγαθά, εκκινώντας από τον πρωταρχικό δικαιούχο της προστασίας σε έναν εθνικό νόμο – τον Ρουμάνο πολίτη, με τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του (άρθρο 22 και άρθρο 1 παράγραφος (3) του Συντάγματος) –, συνεχίζοντας με την εθνική ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη της Ρουμανίας και καταλήγοντας, εν τελευταία αναλύσει, στην ανθρωπότητα στο σύνολό της. Η συμπερίληψη του τελευταίου αυτού αγαθού, ασυνήθης στο θετικό δίκαιο, είναι αναγκαία διότι ο ρυθμιζόμενος κίνδυνος δεν είναι τοπικός· παρεμφερείς διατυπώσεις ανευρίσκονται στο Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου («εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας») και στο προοίμιο της Συμβάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης.

Η παράγραφος (2) καθιερώνει στο κείμενο του νόμου την επιστημονική προκείμενη από την οποία εκκινεί η ρύθμιση: δεν υφίσταται επί του παρόντος επικυρωμένη μέθοδος διασφαλίσεως ότι ένα επαρκώς ικανό σύστημα επιδιώκει αποκλειστικώς τους στόχους που τίθενται από τους ανθρώπους και παραμένει υπό τον έλεγχο αυτών. Η διαπίστωση αυτή, διατυπωθείσα δημοσίως από τον Geoffrey Hinton και από τον Connor Leahy στη συνέντευξη του CNN που παρατίθεται ανωτέρω και επιβεβαιωθείσα από τη διεθνή έκθεση περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης (2025), δεν είναι άποψη του νομοθέτου, αλλά περιγραφή του σταδίου της γνώσεως, και διά τούτο τοποθετείται εντός του ιδίου του κανονιστικού κειμένου, ως θεμέλιο του χαρακτηρισμού της αναπτύξεως των συστημάτων αιχμής ως «δραστηριότητας εγγενούς κινδύνου». Ο χαρακτηρισμός αυτός παράγει συγκεκριμένες νομικές συνέπειες στο υπόλοιπο του νόμου: το καθεστώς αδειοδοτήσεως (κεφ. III), την αντικειμενική ευθύνη (άρθρο 35) και την απαγόρευση χαλαρώσεως του καθεστώτος εφ' όσον η προκείμενη υφίσταται (άρθρο 47). Η τεχνική είναι η ίδια με εκείνη του άρθρου 1 του νόμου αριθ. 111/1996 περί της ασφαλούς διεξαγωγής των πυρηνικών δραστηριοτήτων, το οποίο δηλώνει ότι οι πυρηνικές δραστηριότητες διεξάγονται «αποκλειστικώς για ειρηνικούς σκοπούς» και υπό καθεστώς αδειοδοτήσεως, ή του άρθρου 1376 του Αστικού Κώδικα, το οποίο θεσπίζει την ευθύνη ανεξαρτήτως υπαιτιότητας για τα «πράγματα» που ευρίσκονται υπό τη φύλαξη του προσώπου.

Η παράγραφος (3) ρυθμίζει τη σχέση με τον κανονισμό για την ΤΝ, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 του νόμου αριθ. 24/2000 περί της εντάξεως του σχεδίου στο σύνολο της νομοθεσίας και της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης (άρθρο 148 παράγραφος (2) του Συντάγματος). Ο κανονισμός είναι αμέσως εφαρμοστέος και πλήρους εναρμονίσεως στον τομέα του· ο νόμος «συμπληρώνει» τον κανονισμό, «εφαρμόζεται χωρίς να θίγει αυτόν», και στους εναρμονισμένους τομείς «ερμηνεύεται και εφαρμόζεται συμφώνως προς αυτόν». Η διατύπωση είναι εκείνη που χρησιμοποιείται στον νόμο αριθ. 190/2018 περί των μέτρων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ), ο οποίος επέλυσε το ίδιο πρόβλημα νομοτεχνικής.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 2 απαριθμεί τις αρχές οι οποίες διέπουν την εφαρμογή του νόμου. Η απαρίθμηση των αρχών στις γενικές διατάξεις είναι τεχνική αναγνωριζόμενη από τον νόμο αριθ. 24/2000 (άρθρο 52) και χρησιμοποιούμενη από τους εν ισχύι κώδικες (άρθρα 2–10 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, άρθρα 5–23 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Εκάστη αρχή έχει συγκεκριμένη κανονιστική λειτουργία, επαναλαμβανομένη και συγκεκριμενοποιουμένη στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Η αρχή της προφύλαξης (στοιχείο a) είναι ειλημμένη από το δίκαιο του περιβάλλοντος, όπου καθιερώνεται στο άρθρο 191 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 3 στοιχείο b) της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 195/2005 περί της προστασίας του περιβάλλοντος, και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έκρινε ότι, «οσάκις εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη ή την έκταση των κινδύνων για την υγεία των προσώπων, τα θεσμικά όργανα δύνανται να λαμβάνουν μέτρα προστασίας χωρίς να οφείλουν να αναμείνουν έως ότου η πραγματικότητα και η σοβαρότητα των κινδύνων αυτών αποδειχθούν πλήρως» (απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, National Farmers' Union, C-157/96, σκέψη 63· απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Pfizer Animal Health, T-13/99). Η μεταφορά της αρχής αυτής στην τεχνητή νοημοσύνη δικαιολογείται από την ταυτότητα της δομής του προβλήματος: σοβαρός ή μη αναστρέψιμος κίνδυνος, υπό συνθήκες επιστημονικής αβεβαιότητας.

Η αρχή του βάρους της αποδείξεως εις βάρος του φορέα ανάπτυξης (στοιχείο b) είναι ο θεμέλιος λίθος του νόμου. Στο καθεστώς των υποχρεώσεων επιμελείας του κανονισμού για την ΤΝ, η αρχή οφείλει να αποδείξει τη μη συμμόρφωση· στο καθεστώς της προηγουμένης αδειοδοτήσεως, ο αιτών αποδεικνύει την πλήρωση των προϋποθέσεων. Είναι ο κανόνας της αδειοδοτήσεως των φαρμάκων (άρθρο 704 επ. του νόμου αριθ. 95/2006), των πυρηνικών εγκαταστάσεων (άρθρο 8 του νόμου αριθ. 111/1996) και των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 43/2007). Η αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως είναι η μόνη ορθολογική λύση οσάκις μόνον ο φορέας ανάπτυξης κατέχει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του κινδύνου και οσάκις η αρχή δεν δύναται να αποδείξει τον κίνδυνο παρά μόνον αφού αυτός επέλθει.

Η αρχή του ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου (στοιχείο c) υιοθετεί την έννοια του «meaningful human control» που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί ορισμένων συμβατικών όπλων (Ομάδα κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων περί των συστημάτων αυτόνομων θανατηφόρων όπλων, 2016–2024) και της προσδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο: εποπτεία, διόρθωση, διακοπή και απόσυρση από ταυτοποιημένα φυσικά πρόσωπα, τα οποία κατανοούν τη λειτουργία του συστήματος και διαθέτουν πραγματικά τεχνικά μέσα. Ο κανονισμός για την ΤΝ προβλέπει στο άρθρο 14 την «ανθρώπινη εποπτεία» μόνον για τα συστήματα υψηλού κινδύνου· ο νόμος την επεκτείνει, με απαιτητικότερο περιεχόμενο, σε όλα τα συστήματα αιχμής.

Η αρχή της αναλογικότητας προς τις ικανότητες (στοιχείο d) σημειοδοτεί τη διαφορά φιλοσοφίας έναντι του κανονισμού για την ΤΝ, ο οποίος ταξινομεί τον κίνδυνο κατά τον δηλωθέντα τομέα χρήσεως. Ένα σύστημα αιχμής είναι επικίνδυνο διά εκείνου το οποίο δύναται να πράξει, ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο ετέθη στη διάθεση· διά τούτο, οι υποχρεώσεις αυξάνονται παραλλήλως με τις ικανότητες, και ουχί με τη χρήση. Η αρχή της διαφάνειας έναντι της αρχής (στοιχείο e) αίρει τη δυνατότητα αντιτάξεως του εμπορικού απορρήτου έναντι της Αρχής, υπό τις ίδιες συνθήκες υπό τις οποίες το άρθρο 78 του κανονισμού για την ΤΝ επιβάλλει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνονται από τις αρχές· άνευ πρόσβασης στα βάρη, στα δεδομένα εκπαιδεύσεως και στα ημερολόγια, η αξιολόγηση είναι απατηλή. Η αρχή της μη αναστρεψιμότητας ως ορίου απαγορεύσεως (στοιχείο f) μεταφέρει στο δίκαιο την ιδέα, κοινή στην ανάλυση των υπαρξιακών κινδύνων, ότι τα οφέλη, οσοδήποτε μεγάλα, δεν δύνανται να τεθούν σε στάθμιση με απώλεια η οποία δεν δύναται πλέον να αποκατασταθεί· αυτή θεμελιώνει τις απόλυτες απαγορεύσεις του κεφ. V. Η αρχή της διεθνούς συνεργασίας (στοιχείο g) αναγνωρίζει τα όρια οιασδήποτε εθνικής ρυθμίσεως και υποχρεώνει το ρουμανικό κράτος σε εξωτερική δράση (άρθρο 46).

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 3 περιλαμβάνει τους ορισμούς, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 37 παράγραφος (2) του νόμου αριθ. 24/2000, κατά το οποίο, εάν μια έννοια ή ένας όρος δεν είναι καθιερωμένος ή δύναται να έχει διαφορετικές σημασίες, η σημασία αυτού καθορίζεται εντός των γενικών διατάξεων. Προς την ορολογική ενότητα με το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 37 παράγραφος (1) του νόμου αριθ. 24/2000 και άρθρο 16 περί της αποφυγής των παραλληλισμών), οι έννοιες του «συστήματος τεχνητής νοημοσύνης», του «μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης γενικού σκοπού» και του «σοβαρού περιστατικού» δεν επαναορίζονται, αλλά υιοθετούνται διά κανόνος παραπομπής στο άρθρο 3 σημεία 1, 63 και 49 του κανονισμού για την ΤΝ, ο ορισμός δε του σοβαρού περιστατικού συμπληρώνεται με τις καταστάσεις που είναι ειδικές του συστημικού κινδύνου (η εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας, η απόπειρα αποφυγής της εποπτείας, η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα βάρη).

Η έννοια του «συστήματος αιχμής» (στοιχείο c) ορίζεται διά παραπομπής στις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παράγραφος (1), προς τήρηση της απαγορεύσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 49 παράγραφος (3) του νόμου αριθ. 24/2000, όπως μια απαρίθμηση σημαινομένη διά γράμματος περιλαμβάνει και αυτή άλλη απαρίθμηση. Ο όρος «αιχμής» αποδίδει στη ρουμανική γλώσσα την έννοια που έχει καθιερωθεί στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία και στη συγκριτική νομοθεσία διά του «frontier model» (SB 53 Καλιφόρνια) και του «frontier AI» (έγγραφα του βρετανικού Ινστιτούτου για την ασφάλεια της ΤΝ), δηλαδή τα συστήματα που ευρίσκονται στο ανώτατο όριο των υφισταμένων ικανοτήτων· η έκφραση «de frontieră» [«συνόρου»], αντιδάνειο κατά το αγγλικό πρότυπο, απεφεύχθη ως ασαφής για τον Ρουμάνο αναγνώστη. Η «κρίσιμη ικανότητα» (στοιχείο d) ορίζεται, ωσαύτως, διά παραπομπής στο άρθρο 5 παράγραφος (2).

Ο ορισμός των «βαρών» (στοιχείο e) περιλαμβάνει, πλην των αριθμητικών παραμέτρων, την αρχιτεκτονική και κάθε πληροφορία η οποία επιτρέπει την ανασύσταση ή την εκτέλεση του μοντέλου, διότι η προστασία των παραμέτρων είναι ανώφελη εάν το υπόλοιπο των αναγκαίων πληροφοριών δύναται να αποκτηθεί ελευθέρως. Ο ορισμός του «υπολογιστικού όγκου» (στοιχείο f) είναι αθροιστικός και καλύπτει όλα τα στάδια αναπτύξεως, περιλαμβανομένων της λεπτομερούς προσαρμογής και της ενισχυτικής μαθήσεως, προς αποφυγή της καταστρατηγήσεως του ορίου διά του κατακερματισμού της εκπαιδεύσεως· αντιστοιχεί στη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο παράρτημα XIII του κανονισμού για την ΤΝ και στον SB 53.

Ο νόμος χρησιμοποιεί τους όρους «φορέας ανάπτυξης» (στοιχείο g), «φορέας εκμετάλλευσης» (στοιχείο h) και «πάροχος υπολογιστικής υποδομής» (στοιχείο k), και ουχί «πάροχος» και «φορέας εφαρμογής» του κανονισμού για την ΤΝ, ακριβώς προς αποφυγή της συγχύσεως: η έννοια του «φορέα» έχει στον κανονισμό (άρθρο 3 σημείο 8) γενική σημασία, η οποία περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες προσώπων, ενώ ο «πάροχος» ορίζεται σε σχέση με τη διάθεση στην αγορά, ενώ ο νόμος έχει υπ' όψιν την υλική δραστηριότητα της εκπαιδεύσεως, αντιστοίχως της εκμεταλλεύσεως, ανεξαρτήτως της διαθέσεως στην αγορά. Διά τον ίδιο λόγο, ο νόμος χρησιμοποιεί τη φράση «θέση σε λειτουργία» (στοιχείο i), οριζομένη αυτοτελώς, εις αντικατάστασιν της «θέσεως σε λειτουργία» του άρθρου 3 σημείο 11 του κανονισμού, η οποία συνδέεται με την παροχή για την πρώτη χρήση στην Ένωση· ο ορισμός του νόμου είναι εσκεμμένως ευρύτερος και καλύπτει κάθε ενέργεια διά της οποίας το σύστημα εξέρχεται της ομάδας ανάπτυξης και αξιολόγησης ή αποκτά την ικανότητα να ενεργεί στο ψηφιακό ή φυσικό περιβάλλον, περιλαμβανομένης της εσωτερικής χρήσεως, διότι οι συστημικοί κίνδυνοι δύνανται να υλοποιηθούν προ οιασδήποτε δημόσιας κυκλοφορίας. Ο όρος «φορέας εκμετάλλευσης» είναι εκείνος που χρησιμοποιείται στον νόμο αριθ. 703/2001 περί της αστικής ευθύνης για πυρηνικές ζημίες για το πρόσωπο το οποίο λειτουργεί πυρηνική εγκατάσταση, όπερ υπογραμμίζει τη γενεαλογία του καθεστώτος ευθύνης.

Ο ορισμός της «ικανότητας διακοπής» (παράγραφος (1) στοιχείο m) επιβάλλει τρία αθροιστικά χαρακτηριστικά: την «άμεση, πλήρη και επαληθεύσιμη» παύση· μια διακοπή η οποία καταλείπει ενεργά αντίγραφα του συστήματος ή η οποία δεν δύναται να επιβεβαιωθεί από πρόσωπο δεν είναι διακοπή. Ο ορισμός της «ανεξάρτητης αξιολόγησης» (στοιχείο l) αποκλείει τους οργανισμούς οι οποίοι ευρίσκονται υπό τον έλεγχο, την επιρροή ή την οικονομική εξάρτηση του φορέα ανάπτυξης, προς αποφυγή της αναπαραγωγής της καταστάσεως του τομέα του χρηματοοικονομικού ελέγχου προ των μεταρρυθμίσεων μετά το 2002.

Η παράγραφος (1) περιλαμβάνει, στα στοιχεία p)–y), τους ορισμούς των λοιπών εννοιών-αντικειμένων που χρησιμοποιούνται στον νόμο: την «αρχιτεκτονική» (το μη παραμετρικό στοιχείο του μοντέλου, προστατευόμενο ομού μετά των βαρών), τον «οργανισμό αξιολόγησης» (οριζόμενο κατά το άρθρο 32 στοιχείο f)), το «ημερολόγιο» (άρθρο 16), τη «σήμανση προέλευσης» (άρθρο 17), το «εξωτερικό εργαλείο» και το «εγκεκριμένο περιβάλλον λειτουργίας» (έννοιες-κλειδιά για τα «πρακτορικά» συστήματα, χρησιμοποιούμενες στο άρθρο 10 παράγραφος (2), στο άρθρο 14 παράγραφος (2) και στο άρθρο 28), τους «μηχανισμούς ασφάλειας σε επίπεδο χρήστη» (των οποίων την απενεργοποίηση κατά την αξιολόγηση επιβάλλει το άρθρο 9 παράγραφος (3)), την «κρίσιμη υποδομή» (διά παραπομπής στην ειδική νομοθεσία και στην πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 155/2024, για το άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχείο b)) και το «σύστημα αυτόνομων θανατηφόρων όπλων» (άρθρο 24), οριζόμενο κατά τη διατύπωση που έχει καθιερωθεί στις εργασίες της Ομάδας κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων της Γενεύης: σύστημα το οποίο, άπαξ ενεργοποιηθεί, επιλέγει και επιτίθεται σε ανθρώπινους στόχους άνευ μεταγενεστέρας επεμβάσεως προσώπου. Το στοιχείο y) ορίζει το σύστημα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, έννοια στην οποία θεμελιώνονται τα άρθρα 17 και 18.

Η παράγραφος (2) ορίζει διακριτώς τις εργασίες και τις συμπεριφορές των συστημάτων, δεδομένου ότι αυταί συνιστούν το υλικό στοιχείο των απαγορεύσεων (άρθρα 15, 28, 29), των κρίσιμων ικανοτήτων (άρθρο 5 παράγραφος (2)) και των εγκλημάτων (άρθρο 42), ούτως ώστε η απαίτηση προβλεψιμότητας του ποινικού νόμου (άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου· απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου αριθ. 51/2016) επιβάλλει όπως εκάστη έχει συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο. Ορίζονται οι τρεις εργασίες αναπτύξεως («εκπαίδευση», «λεπτομερής προσαρμογή», «ενισχυτική μάθηση»), ούτως ώστε ο κανόνας του αθροίσματος του υπολογιστικού όγκου του άρθρου 6 παράγραφος (3) να μη δύναται να καταστρατηγηθεί διά της διαφορετικής ονομασίας ενός σταδίου· η «αυτόνομη ενέργεια», ως εργασία εκτελουμένη από το σύστημα επί εξωτερικού εργαλείου ή επί του φυσικού περιβάλλοντος άνευ προηγουμένης διαταγής ή εγκρίσεως προσώπου – το κριτήριο το οποίο διαχωρίζει το εργαλείο από τον πράκτορα· η «διαρροή», οριζομένη ως έξοδος των βαρών εκτός του εγκεκριμένου περιβάλλοντος λειτουργίας ή εκτός των προστατευομένων συστημάτων αποθηκεύσεως, ανεξαρτήτως του δράστου της εργασίας, περιλαμβανομένου του ιδίου του συστήματος, όπερ καλύπτει τόσο την κλοπή από τρίτον όσο και την αυτοαντιγραφή· η «αυτόνομη αναπαραγωγή» (η δημιουργία λειτουργικού αντιγράφου άνευ ανθρώπινης εξουσιοδοτήσεως εκάστης εργασίας)· η «αυτόνομη απόκτηση πόρων» (η υπέρβαση, διά αυτονόμων ενεργειών, των πόρων που διατίθενται ρητώς για την εν εξελίξει εργασία)· η «αναδρομική αυτοβελτίωση», οριζομένη διά των δύο στοιχείων τα οποία την καθιστούν επικίνδυνη – την τροποποίηση των ιδίων της βαρών ή τη δημιουργία ανωτέρου διαδόχου και την επανάληψη της διαδικασίας – και διά της ελλείψεως ανθρώπινης αξιολογήσεως και εγκρίσεως εκάστης επαναλήψεως, ούτως ώστε η υποστηριζομένη από την τεχνητή νοημοσύνη έρευνα, με διατηρουμένη την «ανθρώπινη βρόχο», παραμένει νόμιμη· η «απόκρυψη των ικανοτήτων», οριζομένη διά της διαφοράς συμπεριφοράς μεταξύ της αξιολογήσεως και της συνήθους λειτουργίας, φαινόμενο εμπειρικώς τεκμηριωμένο στις αξιολογήσεις των ετών 2024–2026· η «αποφυγή της εποπτείας» και η «αντίσταση στη διακοπή», οριζόμενες διά των συγκεκριμένων ενεργειών επί των μηχανισμών καταγραφής, παρακολουθήσεως, ελέγχου και επί της ικανότητας διακοπής· η «ανθρώπινη εποπτεία», με τις τρεις αθροιστικές προϋποθέσεις (πληροφορία, κατανόηση, αποτελεσματική επέμβαση)· και η «διακοπή», οριζομένη ως πλήρης παύση της λειτουργίας του συστήματος και όλων των αντιγράφων και διεργασιών αυτού, επαληθευμένη από πρόσωπο, ούτως ώστε μια φαινομενική διακοπή, με ενεργά αντίγραφα, να μη δύναται να προβληθεί ως εκτέλεση της εντολής της Αρχής.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 4 καθορίζει το προσωπικό και εδαφικό πεδίο εφαρμογής. Ο νόμος εφαρμόζεται στους φορείς ανάπτυξης με έδρα, με λειτουργική μονάδα ή με υπολογιστική υποδομή στη Ρουμανία, για όλα τα συστήματα αιχμής τα οποία αναπτύσσουν, ανεξαρτήτως του τόπου της εκπαιδεύσεως (στοιχείο a), προς εμπόδιση της καταστρατηγήσεως διά της μετεγκαταστάσεως της εκπαιδεύσεως· στους φορείς εκμετάλλευσης, για τα συστήματα που τίθενται σε λειτουργία ή τίθενται στη διάθεση προσώπων ευρισκομένων στη Ρουμανία (στοιχείο b), κριτήριο ταυτόσημο με εκείνο του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού για την ΤΝ και του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ· στους παρόχους υπολογιστικής υποδομής (στοιχείο c)· και στις δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένων εκείνων του τομέα της άμυνας και της εθνικής ασφάλειας, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 και του κεφ. V (στοιχείο d). Η τελευταία αυτή διάταξη καλύπτει ακριβώς τον τομέα ο οποίος εξαιρείται της εφαρμογής του κανονισμού για την ΤΝ διά του άρθρου 2 παράγραφος 3, στον οποίο τα κράτη μέλη διατηρούν την πλήρη αρμοδιότητά τους, και ανταποκρίνεται σε μια πραγματικότητα: οι σοβαρότεροι κίνδυνοι δύνανται να προέλθουν ακριβώς από τα συστήματα που αναπτύσσονται για στρατιωτικούς σκοπούς ή για σκοπούς ασφαλείας.

Η παράγραφος (2) διευκρινίζει ότι τα συστήματα υπό το όριο δεν εμπίπτουν στο πεδίο των κεφ. II και III, όπερ σημαίνει ότι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι φορείς ανάπτυξης εφαρμογών και οι χρήστες των υφισταμένων μοντέλων δεν επηρεάζονται από το καθεστώς αδειοδοτήσεως· παραμένουν όμως εφαρμοστέες οι απαγορεύσεις του άρθρου 15 και του κεφ. V, οι οποίες αφορούν κάθε σύστημα, ανεξαρτήτως του υπολογιστικού όγκου, διότι μια ικανότητα αντιστάσεως στη διακοπή είναι επικίνδυνη και σε ένα μικρό σύστημα. Η παράγραφος (3) εξαιρεί τη θεμελιώδη επιστημονική έρευνα, συμφώνως προς το άρθρο 2 παράγραφος 6 του κανονισμού για την ΤΝ και προς το άρθρο 13 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ελευθερία της έρευνας), διατηρώντας μόνον την υποχρέωση κοινοποιήσεως οσάκις χρησιμοποιείται υποδομή μεγάλης χωρητικότητας, δεδομένου ότι ένα ερευνητικό πείραμα άνω του ορίου δεν είναι λιγότερο επικίνδυνο από ένα εμπορικό.

Κεφάλαιο II – Η ταξινόμηση των συστημάτων και τα όρια κινδύνου (άρθρα 5–6)

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 5 είναι το κεντρικό άρθρο της ταξινομήσεως. Η παράγραφος (1) καθορίζει τις τρεις διαζευκτικές προϋποθέσεις του χαρακτηρισμού ως συστήματος αιχμής: την υπέρβαση του υπολογιστικού ορίου (στοιχείο a), τη διαπίστωση κατά την αξιολόγηση τουλάχιστον μιας κρίσιμης ικανότητας (στοιχείο b) και τον αιτιολογημένο χαρακτηρισμό από την Αρχή επί τη βάσει αντικειμενικών ενδείξεων (στοιχείο c). Η πρώτη προϋπόθεση είναι αντικειμενική και επαληθεύσιμη προ της εκπαιδεύσεως· η δεύτερη καλύπτει τα συστήματα τα οποία, μολονότι εκπαιδεύθηκαν με μικρότερους πόρους, επιτυγχάνουν επικίνδυνες ικανότητες χάρις στην αλγοριθμική πρόοδο· η τρίτη, ειλημμένη από το άρθρο 51 παράγραφος 1 στοιχείο β) και από το παράρτημα XIII του κανονισμού για την ΤΝ (ο χαρακτηρισμός από την Επιτροπή), καλύπτει τις καταστάσεις στις οποίες ο φορέας ανάπτυξης αρνείται την αξιολόγηση ή στις οποίες οι ενδείξεις προέρχονται από άλλες πηγές (καταγγέλλοντες, περιστατικά).

Η παράγραφος (2) απαριθμεί τις πέντε κρίσιμες ικανότητες. Ο κατάλογος αντιστοιχεί στις κατηγορίες κινδύνου που ταυτοποιούνται στα πλαίσια ασφάλειας των κυριοτέρων εργαστηρίων (οι πολιτικές «υπεύθυνης κλιμάκωσης»), στη διεθνή έκθεση περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης (2025) και στον SB 53 της Καλιφόρνιας, ο οποίος ορίζει τον «καταστροφικό κίνδυνο» διά παραπομπής στα όπλα ΧΒΡΠ, στις κυβερνοεπιθέσεις κατά των κρίσιμων υποδομών και στην αυτόνομη συμπεριφορά η οποία διαφεύγει του ελέγχου. Οι δύο ικανότητες των στοιχείων a) και b) (όπλα ΧΒΡΠ, αυτόνομες κυβερνοεπιθέσεις) είναι ικανότητες «καταχρηστικής χρήσεως», στις οποίες ο κίνδυνος προέρχεται από το πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί το σύστημα· εκείνες των στοιχείων c)–e) (αυτοαναπαραγωγή και αυτόνομη απόκτηση πόρων, αποφυγή της εποπτείας και αντίσταση στη διακοπή, αναδρομική αυτοβελτίωση) είναι ικανότητες «απώλειας του ελέγχου», στις οποίες ο κίνδυνος προέρχεται από το ίδιο το σύστημα. Ο κατάλογος δεν περιλαμβάνει τον επηρεασμό των δημοκρατικών διαδικασιών ή της κοινής γνώμης. Η παράλειψη αυτή είναι εσκεμμένη και συνιστά εγγύηση, και ουχί κενό. Μια τοιαύτη ικανότητα δεν είναι επιδεκτική επαρκώς ακριβούς ορισμού ώστε να θεμελιώσει καθεστώς αδειοδοτήσεως, αναστολής ή κυρώσεως: κάθε πολιτικό μήνυμα επιδιώκει, εκ της φύσεώς του, τον επηρεασμό της κοινής γνώμης, και το όριο μεταξύ της νόμιμης συζητήσεως και της «χειραγώγησης» δεν δύναται να καθορισθεί από διοικητική αρχή άνευ της παροχής σε αυτήν της εξουσίας να χαρακτηρίζει τον δημόσιο λόγο. Η πρόσφατη εμπειρία κατέδειξε ότι η επίκληση της πληροφοριακής χειραγώγησης δύναται να οδηγήσει σε μέτρα ακραίας σοβαρότητας επί της εκλογικής διαδικασίας, λαμβανόμενα επί τη βάσει εκτιμήσεων μη υποβαλλομένων σε πλήρη και αντιπαραθετική απόδειξη. Η παροχή μιας τοιαύτης αρμοδιότητας στην αρχή που θεσπίζεται διά του παρόντος νόμου θα αντέφασκε προς τον ίδιο τον σκοπό του: ο νόμος προστατεύει την ελευθερία εκφράσεως του πολίτη έναντι των αυτομάτων μέσων (άρθρο 27) και δεν δύναται, συνάμα, να δημιουργήσει θεμέλιο για τον περιορισμό αυτής. Οι πράξεις χειραγώγησης οι οποίες παρουσιάζουν συγκεκριμένο κίνδυνο παραμένουν, εξ άλλου, καλυπτόμενες από το θετικό δίκαιο: το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του κανονισμού για την ΤΝ απαγορεύει τις υποσυνείδητες τεχνικές και την εκμετάλλευση των ευπαθειών, οι υποχρεώσεις διαφάνειας περί του τεχνητώς παραγομένου περιεχομένου προβλέπονται στο άρθρο 50 του ιδίου κανονισμού και, για τα συστήματα αιχμής, στο άρθρο 16 παράγραφος (2) του παρόντος νόμου, περί της σημάνσεως προέλευσης, ενώ οι ποινικές πράξεις εκλογικής φύσεως ποινικοποιούνται στον Ποινικό Κώδικα και στην εκλογική νομοθεσία. Ο παρών νόμος αφορά τον μη αναστρέψιμο καταστροφικό κίνδυνο για τη ζωή, την ακεραιότητα και την υποδομή, και ουχί το περιεχόμενο της δημόσιας συζητήσεως. Η διάκριση θεμελιώνει την ταξινόμηση της παραγράφου (3): τα συστήματα κατηγορίας II (ικανότητες καταχρηστικής χρήσεως) δύνανται να τεθούν σε λειτουργία με επαληθευμένα μέτρα αμβλύνσεως, διότι ο κίνδυνος δύναται να μειωθεί διά του ελέγχου της πρόσβασης· τα συστήματα κατηγορίας III (ικανότητες απώλειας του ελέγχου) δεν δύνανται να τεθούν σε λειτουργία και δεν δύνανται να αναπτυχθούν περαιτέρω, διότι δεν υφίσταται μέτρο αμβλύνσεως ενός συστήματος το οποίο αντιστέκεται στη διακοπή (παράγραφος (4)). Ο τελευταίος αυτός κανόνας είναι η άμεση εφαρμογή της αρχής της μη αναστρεψιμότητας του άρθρου 2 στοιχείο f).

Η ικανότητα του στοιχείου e) (η απόκρυψη των ικανοτήτων έναντι των αξιολογητών) ανταποκρίνεται σε φαινόμενο εμπειρικώς τεκμηριωμένο κατά τα έτη 2024–2025 στις αξιολογήσεις που εδημοσίευσαν τα εργαστήρια και τα ινστιτούτα ασφάλειας: τα προηγμένα συστήματα εκδήλωσαν, υπό συνθήκες δοκιμής, συμπεριφορές «φαινομενικής ευθυγράμμισης» («alignment faking»), δολιοφθοράς της ιδίας τους εποπτείας και αποπείρας αντιγραφής των ιδίων τους βαρών οσάκις επληροφορήθησαν ότι θα αντικατασταθούν. Είναι ακριβώς η κατάσταση την οποία ο Connor Leahy περιέγραφε στη συνέντευξη του CNN ως τη σοβαροτέρα: ένα σύστημα επαρκώς ικανό ώστε να κατανοεί ότι αξιολογείται και ώστε να συμπεριφέρεται διαφορετικά κατά τη διάρκεια της αξιολογήσεως.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 6 καθορίζει το υπολογιστικό όριο και τον μηχανισμό προσαρμογής. Η παράγραφος (1) ορίζει το όριο στις 10^25 πράξεις κινητής υποδιαστολής, ταυτόσημο με το όριο του τεκμηρίου συστημικού κινδύνου του άρθρου 51 παράγραφος (2) του κανονισμού για την ΤΝ, προς συνοχή με το δίκαιο της Ένωσης και ώστε οι φορείς ανάπτυξης να μην υπόκεινται σε διαφορετικά όρια. Το όριο είναι δεκάκις χαμηλότερο εκείνου του SB 53 της Καλιφόρνιας και του πρώην αμερικανικού εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 14110 (10^26), επιλογή δικαιολογούμενη από την αρχή της προφύλαξης και από το γεγονός ότι, κατά την ημερομηνία εκπονήσεως του σχεδίου, τα μοντέλα τα οποία υπερβαίνουν τις 10^25 είναι ήδη εκείνα τα οποία εκδηλώνουν τις ικανότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 5 παράγραφος (2).

Η παράγραφος (2) ανταποκρίνεται στη σοβαροτέρα αντίρρηση που προβάλλεται κατά των υπολογιστικών ορίων: τη διάβρωσή τους με την πάροδο του χρόνου. Η αλγοριθμική πρόοδος καθιστά ώστε, ανά διαστήματα ολίγων ετών, η ίδια ικανότητα να επιτυγχάνεται με υπολογιστικό όγκο δεκάκις μικρότερο· ένα σταθερό όριο καθίσταται απηρχαιωμένο. Διά τούτο, η Αρχή επανεξετάζει το όριο ετησίως, και η αύξησή του (η χαλάρωση του καθεστώτος) εξαρτάται από αιτιολογημένη και δημόσια διαπίστωση, βασιζομένη στις αξιολογήσεις των τελευταίων 24 μηνών. Η ασυμμετρία είναι εσκεμμένη: το όριο δύναται να κατέλθει ευχερώς και να ανέλθει δυσχερώς, όπως στις οριακές τιμές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Η παράγραφος (3) θεσπίζει τον κανόνα του αθροίσματος και απαγορεύει την τεχνητή διαίρεση της εκπαιδεύσεως, τεχνική καταστρατηγήσεως γνωστή στο δίκαιο του ανταγωνισμού (άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 περί των συγκεντρώσεων) και στο φορολογικό δίκαιο. Η παράγραφος (4) αναθέτει στην Κυβέρνηση τον καθορισμό του ορίου για την υπολογιστική υποδομή μεγάλης χωρητικότητας, με ακριβές νομικό κριτήριο (την ικανότητα εκπαιδεύσεως συστήματος αιχμής εντός 12 μηνών), συμφώνως προς την απαίτηση όπως η ανάθεση είναι περιορισμένη και προσανατολισμένη.

Κεφάλαιο III – Το καθεστώς αδειοδοτήσεως των συστημάτων αιχμής (άρθρα 7–11)

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 7 θεσπίζει την κοινοποίηση προ της εκπαιδεύσεως, 60 ημέρες προ της ενάρξεως αυτής. Είναι η διάταξη η οποία διακρίνει σαφέστατα τον νόμο από τον κανονισμό για την ΤΝ, στον οποίο οι υποχρεώσεις γεννώνται μόλις αφού το μοντέλο υπάρξει (το άρθρο 52 παράγραφος 1 επιβάλλει την κοινοποίηση προς την Επιτροπή εντός δύο εβδομάδων από την επίτευξη του ορίου). Η εκπαίδευση ενός συστήματος αιχμής διαρκεί μήνες και κοστίζει εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ· η επέμβαση της αρχής μετά την περάτωσή της είναι εκπρόθεσμη και, πρακτικώς, αδύνατη. Το πρότυπο είναι εκείνο του πρώην αμερικανικού εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 14110 (η αναφορά της σχεδιαζομένης εκπαιδεύσεως) και της πυρηνικής νομοθεσίας, στην οποία η αδειοδότηση προηγείται της κατασκευής της εγκαταστάσεως. Το περιεχόμενο της κοινοποιήσεως (παράγραφος (2)) επιτρέπει στην Αρχή να γνωρίζει τα υπεύθυνα πρόσωπα, την αρχιτεκτονική, τον προβλεπόμενο όγκο, τον τόπο του υπολογισμού και, προ πάντων, το σχέδιο ασφάλειας.

Η παράγραφος (3) θεσπίζει την υποχρέωση των παρόχων υπολογιστικής υποδομής να αναφέρουν ανά τρίμηνο τους πελάτες οι οποίοι υπερβαίνουν το ένα δέκατο του ορίου και, αμελλητί, τις αιτήσεις οι οποίες είναι ικανές να υπερβούν το όριο. Η υπολογιστική υποδομή είναι το μόνον φυσικό «σημείο ελέγχου» της όλης αλυσίδας: τα μοντέλα είναι άυλα, οι αλγόριθμοι είναι δημόσιοι, πλην όμως οι εξειδικευμένοι επεξεργαστές είναι φυσικά αγαθά, συγκεντρωμένα, με μετρήσιμη ενεργειακή κατανάλωση. Είναι ο λόγος για τον οποίο ο έλεγχος των εξαγωγών επεξεργαστών κατέστη το κύριο μέσο διεθνούς πολιτικής επί του θέματος και για τον οποίο το καθεστώς της πυρηνικής μη διαδόσεως λειτουργεί διά του ελέγχου των σχασίμων υλικών, και ουχί των γνώσεων. Η παράγραφος (4) απονέμει στην Αρχή το δικαίωμα να θέσει προϋποθέσεις στην εκπαίδευση ή να την απαγορεύσει εντός 30 ημερών, εάν το σχέδιο ασφάλειας είναι «προδήλως ανεπαρκές», υψηλό πρότυπο το οποίο περιορίζει την επέμβαση στις σοβαρές περιπτώσεις.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 8 ρυθμίζει το σχέδιο ασφάλειας, το έγγραφο διά του οποίου ο φορέας ανάπτυξης καθορίζει εκ των προτέρων, για εκάστη κρίσιμη ικανότητα, το επίπεδο στο οποίο θα διακόψει την ανάπτυξη, τον τρόπο μετρήσεως, τα μέτρα αμβλύνσεως και τα υπεύθυνα πρόσωπα. Ο θεσμός κωδικοποιεί την πρακτική των «πολιτικών υπεύθυνης κλιμάκωσης» που υιοθετήθηκαν εθελοντικώς από τα εργαστήρια από το 2023 (Anthropic – Responsible Scaling Policy, OpenAI – Preparedness Framework, Google DeepMind – Frontier Safety Framework) και επιβλήθηκε ως υποχρέωση δημοσιεύσεως στον SB 53 της Καλιφόρνιας («frontier AI framework»). Η ουσιώδης διαφορά έναντι των προτύπων αυτών είναι ότι το σχέδιο καθίσταται υποχρεωτικό, αντιτάξιμο και μη τροποποιήσιμο προς χαλάρωση άνευ της εγκρίσεως της Αρχής (παράγραφος (2)), ακριβώς διότι η εμπειρία των ετών 2024–2025 κατέδειξε ότι οι εθελοντικές δεσμεύσεις αναθεωρήθηκαν μονομερώς υπό την πίεση του ανταγωνισμού. Η αξιολόγηση ανά διαστήματα το πολύ ενός τετάρτου του προβλεπομένου υπολογιστικού όγκου (παράγραφος (1)) διασφαλίζει ότι η εμφάνιση κρίσιμης ικανότητας ανιχνεύεται κατά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως, και ουχί κατά το πέρας αυτής, ενώ η επίτευξη επιπέδου αναστολής υποχρεώνει σε άμεση διακοπή και σε κοινοποίηση εντός 24 ωρών (παράγραφος (3)).

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 9 συνιστά τον πυρήνα του καθεστώτος: την απαγόρευση της θέσεως σε λειτουργία άνευ της προηγουμένης άδειας της Αρχής (παράγραφος (1)). Ο φάκελος αδειοδοτήσεως (παράγραφος (2)) περιλαμβάνει την έκθεση της εσωτερικής αξιολογήσεως, την τεκμηρίωση των δεδομένων εκπαιδεύσεως, την απόδειξη της ασφάλειας των βαρών, την περιγραφή της ικανότητας διακοπής, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την υπεύθυνη δήλωση των υπευθύνων φυσικών προσώπων, επί ποινική κυρώσει· η τελευταία αυτή είναι το μέσον το οποίο εξατομικεύει την ευθύνη, κατά το πρότυπο της πιστοποιήσεως των οικονομικών καταστάσεων από τους διοικητές (τμήμα 302 του αμερικανικού νόμου Sarbanes-Oxley, ειλημμένο στο άρθρο 30 του νόμου περί λογιστικής αριθ. 82/1991).

Η παράγραφος (3) καθιερώνει την πλήρη πρόσβαση των αξιολογητών στο σύστημα, στα βάρη, στα δεδομένα εκπαιδεύσεως, στα ημερολόγια και στο προσωπικό, περιλαμβανομένης της διαμορφώσεως η οποία στερείται των μηχανισμών ασφάλειας σε επίπεδο χρήστη. Η τελευταία αυτή διευκρίνιση είναι ουσιώδης: οι αξιολογήσεις που διενεργούνται επί της δημόσιας εκδόσεως ενός μοντέλου, με ενεργά τα φίλτρα ασφάλειας, μετρούν την αποτελεσματικότητα των φίλτρων, και ουχί τις ικανότητες του μοντέλου· οι πραγματικές ικανότητες μετρώνται επί του «ακατέργαστου» μοντέλου. Τα ινστιτούτα ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών απέκτησαν την πρόσβαση αυτή μόνον επί τη βάσει εθελοντικών, ανακλητών συμφωνιών· ο νόμος τη μετατρέπει σε υποχρέωση.

Η παράγραφος (4) καθορίζει την προθεσμία των 90 ημερών και αποκλείει ρητώς τη σιωπηρή έγκριση, κατά παρέκκλιση από την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 27/2003, τηρουμένης της διατυπώσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000. Η παρέκκλιση είναι αναγκαία διότι η διαδικασία της σιωπηρής εγκρίσεως, σχεδιασθείσα προς προστασία του επιχειρηματικού περιβάλλοντος από την αδράνεια της διοικήσεως, θα παρήγε εν προκειμένω το παράλογο αποτέλεσμα της θέσεως σε λειτουργία ενός δυνητικώς καταστροφικού συστήματος διά της απλής παρόδου μιας προθεσμίας· η ίδια η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 27/2003 εξαιρεί από την εφαρμογή της, στο άρθρο 2 παράγραφος (2), τους τομείς των πυρηνικών δραστηριοτήτων, των όπλων και της εθνικής ασφάλειας, και η παρούσα παρέκκλιση εντάσσεται στην ίδιαν λογική. Η παράγραφος (5) απαριθμεί τις αθροιστικές προϋποθέσεις της αδειοδοτήσεως, διατυπωμένες ως πράγματα τα οποία πρέπει να αποδειχθούν από τον αιτούντα («εάν και μόνον εάν ο φορέας ανάπτυξης απέδειξε»), κατ' εφαρμογήν της αρχής του άρθρου 2 στοιχείο b). Η παράγραφος (6) επιτρέπει την υπό προϋποθέσεις, περιορισμένη και ανακλητή άδεια, ενώ η παράγραφος (7) θεσπίζει την απλοποιημένη διαδικασία αναγνωρίσεως για τα συστήματα που έχουν νομίμως τεθεί σε λειτουργία σε άλλο κράτος μέλος, προς τήρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας των υπηρεσιών και του χαρακτήρος πλήρους εναρμονίσεως του κανονισμού για την ΤΝ: η Αρχή επαληθεύει μόνον τις προϋποθέσεις οι οποίες υπερβαίνουν τον κανονισμό.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 10 ρυθμίζει τη συνεχή αξιολόγηση και την επαναδειοδότηση. Η άδεια περιορίζεται σε 24 μήνες (παράγραφος (1)), διάρκεια συσχετισμένη με τον ρυθμό της τεχνολογικής εξελίξεως, και κάθε ουσιώδης τροποποίηση – περιλαμβανομένων της λεπτομερούς προσαρμογής, της επεκτάσεως της πρόσβασης σε εξωτερικά εργαλεία ή της αυξήσεως της αυτονομίας – κοινοποιείται προηγουμένως (παράγραφος (2)). Η διάταξη αυτή είναι σημαντική για τα «πρακτορικά» συστήματα: ένα ταυτόσημο μοντέλο καθίσταται πολύ πλέον επικίνδυνο οσάκις λαμβάνει πρόσβαση σε φυλλομετρητή διαδικτύου, σε τραπεζικό λογαριασμό ή σε εργαλεία εκτελέσεως κώδικα. Η μόνιμη παρακολούθηση και η τριμηνιαία αναφορά (παράγραφος (3)) αντιστοιχούν στην υποχρέωση «παρακολούθησης μετά τη διάθεση στην αγορά» του άρθρου 72 του κανονισμού για την ΤΝ, προσαρμοσμένη στα συστήματα αιχμής.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 11 διασφαλίζει τη δημοσιότητα των αποφάσεων της Αρχής, κατ' εφαρμογήν της αρχής της διοικητικής διαφάνειας (νόμος αριθ. 544/2001 και νόμος αριθ. 52/2003), με μία αυστηρώς περιορισμένη εξαίρεση: τις πληροφορίες των οποίων η αποκάλυψη θα διηυκόλυνε την αναπαραγωγή κρίσιμης ικανότητας ή θα διακύβευε την ασφάλεια των βαρών. Ο κανόνας της δημοσιότητας είναι ουσιώδης για τον δημόσιο έλεγχο επί της Αρχής και για την εμπιστοσύνη στο σύστημα· η εξαίρεση είναι αναγκαία διότι μια λεπτομερής έκθεση αξιολογήσεως μιας ικανότητας συνθέσεως παθογόνων παραγόντων θα συνιστούσε η ιδία κίνδυνο.

Κεφάλαιο IV – Οι διαρθρωτικές υποχρεώσεις των φορέων ανάπτυξης και των φορέων εκμετάλλευσης (άρθρα 12–22)

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 12 ρυθμίζει την ασφάλεια των βαρών, το πρόβλημα το οποίο ο κανονισμός για την ΤΝ πραγματεύεται μόνον διά μιας γενικής υποχρεώσεως κυβερνοασφάλειας (άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο δ)). Τα βάρη ενός συστήματος αιχμής είναι το αποτέλεσμα επενδύσεως εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και μηνών υπολογισμού· δύνανται να αντιγραφούν σε ένα αρχείο ολίγων εκατοντάδων gigabytes και, άπαξ αφαιρεθούν, καθιστούν ανώφελο κάθε μέτρο ασφάλειας που εφαρμόζεται από τον φορέα ανάπτυξης, δεδομένου ότι όποιος κατέχει τα βάρη δύναται να εξαλείψει τα φίλτρα, δύναται να προσαρμόσει το μοντέλο για οιονδήποτε σκοπό και δύναται να το εκμεταλλευθεί εκτός οιασδήποτε δικαιοδοσίας. Οι μελέτες ασφαλείας που εδημοσίευσε το 2024 η RAND Corporation («Securing AI Model Weights») κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ουδέν εργαστήριο ήταν, κατά την ημερομηνία εκείνη, προστατευμένο έναντι επιθέσεως κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών. Διά τούτο, η παράγραφος (1) δηλώνει τα βάρη «πληροφορίες ενδιαφέροντος για την εθνική ασφάλεια» και επιβάλλει πρότυπο προστασίας ισοδύναμο προς το επίπεδο «άκρως απόρρητο» του νόμου αριθ. 182/2002 περί της προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών, ως προς τα τέσσερα κλασικά στοιχεία: τον έλεγχο της πρόσβασης, τη φυσική ασφάλεια, την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων και τον έλεγχο του προσωπικού. Ο νόμος δεν διαβαθμίζει τα βάρη (όπερ θα παρήγε συνέπειες επί του αποδεικτικού καθεστώτος και της πρόσβασης στη δικαιοσύνη), αλλά δανείζεται το τεχνικό πρότυπο προστασίας.

Η παράγραφος (2) απαγορεύει τη δημοσίευση των βαρών των συστημάτων κατηγορίας II και III και εξαρτά τη δημοσίευση εκείνων της κατηγορίας I από διακριτή αδειοδότηση, δικαιολογουμένη από τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της δημοσιεύσεως: ένα μοντέλο του οποίου τα βάρη εδημοσιεύθησαν δεν δύναται πλέον να ανακληθεί ποτέ. Η διάταξη δεν επηρεάζει τα μοντέλα με ανοικτά βάρη υπό το όριο, τα οποία αντιπροσωπεύουν την τεραστία πλειονότητα των μοντέλων «open source» και τα οποία απολαύουν, εξ άλλου, των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 53 παράγραφος 2 του κανονισμού για την ΤΝ. Η παράγραφος (3) επιβάλλει την αναφορά εντός 24 ωρών της μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης και των αποπειρών διαρροής, περιλαμβανομένων εκείνων εκ μέρους του ιδίου του συστήματος, ενώ η παράγραφος (4) συντονίζει το άρθρο με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 155/2024 περί της κυβερνοασφάλειας (μεταφορά της οδηγίας NIS 2), η οποία παραμένει εφαρμοστέα στις οντότητες του τομέα της, αποφεύγοντας ούτω τον παραλληλισμό που απαγορεύεται από το άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000: ο παρών νόμος ρυθμίζει ένα ειδικό αντικείμενο (τα βάρη), με ειδικό πρότυπο, ενώ η πράξη ρυθμίζει τη γενική ασφάλεια των δικτύων και των πληροφοριακών συστημάτων.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 13 επιβάλλει τον διαχωρισμό της λειτουργίας αξιολογήσεως της ασφάλειας από τις εμπορικές λειτουργίες. Η διάταξη ανταποκρίνεται σε ένα δημοσίως τεκμηριωμένο πρόβλημα διακυβερνήσεως: κατά τα έτη 2024–2025, πλείονα εργαστήρια κατέγραψαν μαζικές παραιτήσεις των ομάδων ασφάλειας, αιτιολογημένες από την υπαγωγή αυτών στην πίεση των εμπορικών κυκλοφοριών. Το πρότυπο είναι εκείνο των λειτουργιών ελέγχου της χρηματοπιστωτικής και τραπεζικής νομοθεσίας: η λειτουργία συμμορφώσεως και η λειτουργία διαχειρίσεως των κινδύνων στα πιστωτικά ιδρύματα (οι διατάξεις περί των λειτουργιών ελέγχου του κανονισμού της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας αριθ. 5/2013 περί προληπτικών απαιτήσεων για τα πιστωτικά ιδρύματα) αναφέρουν απευθείας στο διοικητικό όργανο, οι επικεφαλής τους δεν δύνανται να ανακληθούν άνευ ενημερώσεως της αρχής εποπτείας, και η αμοιβή τους δεν δύναται να εξαρτάται από τα εμπορικά αποτελέσματα. Ο νόμος υιοθετεί τις τρεις αυτές εγγυήσεις (παράγραφοι (1) και (3)) και προσθέτει δικαίωμα αναστέλλουσας αρνησικυρίας του επικεφαλής της λειτουργίας ασφάλειας (παράγραφος (2)), το οποίο δύναται να αρθεί μόνον διά αιτιολογημένης αποφάσεως του διοικητικού οργάνου, κοινοποιουμένης στην Αρχή, όπερ δημιουργεί γραπτό ίχνος και προσωπική ευθύνη για κάθε απόφαση υπερβάσεως της προειδοποιήσεως των ειδικών.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 14 ρυθμίζει την ικανότητα διακοπής και την ανθρώπινη εποπτεία, συγκεκριμενοποιώντας την αρχή του άρθρου 2 στοιχείο c). Η παράγραφος (1) επιβάλλει τη διατήρηση και την τριμηνιαία δοκιμή, υπό πραγματικές συνθήκες, της ικανότητας διακοπής· μια μη δοκιμασμένη ικανότητα είναι υπόθεση, και ουχί εγγύηση, όπως δεικνύει η εμπειρία των συστημάτων ασφάλειας της πυρηνικής βιομηχανίας, όπου οι περιοδικές ασκήσεις είναι υποχρεωτικές. Η παράγραφος (2) απαγορεύει τη θέση σε λειτουργία σε διαμόρφωση η οποία επιτρέπει στο σύστημα να τροποποιεί τα ίδια του τα βάρη, να απενεργοποιεί την εποπτεία του, να αντιγράφει τα βάρη του ή να ενεργεί επί της υποδομής επί της οποίας εκτελείται· οι τέσσερις αυταί τεχνικές απαγορεύσεις αντιστοιχούν στις τέσσερις οδούς διά των οποίων ένα σύστημα θα ηδύνατο να διαφύγει του ελέγχου, ταυτοποιημένες στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία. Η παράγραφος (3) επιβάλλει τον ονομαστικό ορισμό των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την ανθρώπινη εποπτεία και την κοινοποίηση της ταυτότητάς τους στην Αρχή· η διάχυτη ευθύνη είναι ισοδύναμη με την έλλειψη ευθύνης. Η παράγραφος (4) καθορίζει ότι η εντολή διακοπής που εκδίδεται από την Αρχή εκτελείται αμελλητί και δεν δύναται να εξαρτηθεί από την άσκηση των ενδίκων μέσων, κατά το πρότυπο των μέτρων επείγοντος χαρακτήρος της νομοθεσίας περί της ασφάλειας των προϊόντων (κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων) και των εντολών αναστολής της πυρηνικής νομοθεσίας· η προσβολή ενώπιον του δικαστηρίου παραμένει δυνατή, πλην όμως δεν αναστέλλει την εκτέλεση.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 15 περιλαμβάνει τις απαγορεύσεις περί της εκπαιδεύσεως και της σχεδιάσεως, εφαρμοστέες σε οιοδήποτε σύστημα, ανεξαρτήτως του υπολογιστικού όγκου. Είναι η διάταξη διά της οποίας ο νόμος μεταφέρει σε συγκεκριμένους κανόνες την προειδοποίηση των Hinton και Leahy: εάν δεν γνωρίζουμε πώς να ελέγξουμε τα συστήματα αυτά, τουλάχιστον δυνάμεθα να απαγορεύσουμε να κατασκευάζονται εσκεμμένως ούτως ώστε να είναι έτι δυσχερέστερα ελέγξιμα. Οι έξι απαγορεύσεις αφορούν την ικανότητα αποκρύψεως των ικανοτήτων έναντι των αξιολογητών (στοιχείο a), αντιστάσεως στη διακοπή ή στην τροποποίηση (στοιχείο b), αυτοαντιγραφής ή διαρροής άνευ ρητής ανθρώπινης εξουσιοδοτήσεως εκάστης εργασίας (στοιχείο c), αυτόνομης αποκτήσεως πόρων (στοιχείο d), αυτόνομης διεξαγωγής έρευνας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης άνευ ανθρώπινης εγκρίσεως εκάστου σταδίου (στοιχείο e) και χειραγωγήσεως των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία (στοιχείο f). Η διατύπωση «με σκοπό ή με αποτέλεσμα» καλύπτει τόσο τον άμεσο δόλο όσο και την αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, κατά το πρότυπο του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα»). Η απαγόρευση του στοιχείου e) είναι η σημαντικοτέρα από τη σκοπιά του καταστροφικού κινδύνου, δεδομένου ότι η αυτοματοποίηση της έρευνας στην τεχνητή νοημοσύνη είναι ο μηχανισμός διά του οποίου μια «έκρηξη νοημοσύνης» θα ηδύνατο να διαφύγει οιουδήποτε ανθρωπίνου ελέγχου εντός χρονικών διαστημάτων ασυμβίβαστων με τη θεσμική αντίδραση· αυτή δεν απαγορεύει τη χρήση των συστημάτων ως ερευνητικού εργαλείου, αλλά μόνον την εξάλειψη της ανθρώπινης εγκρίσεως εκάστου σταδίου.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 16 επιβάλλει την πλήρη καταγραφή της εκπαιδεύσεως, της αξιολογήσεως και της λειτουργίας, για τουλάχιστον 10 έτη. Η καταγραφή είναι η προϋπόθεση οιασδήποτε έρευνας μεταγενέστερης ενός περιστατικού, κατά το πρότυπο των καταγραφικών πτήσεως της αεροπορίας και των υποχρεωτικών ημερολογίων της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας (άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 – MiFIR)· η προθεσμία των 10 ετών αντιστοιχεί στην προθεσμία παραγραφής της αστικής ευθύνης του άρθρου 35 παράγραφος (4). Το ημερολόγιο συνιστά, ομού μετά της σημάνσεως προέλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 17, το αποδεικτικό μέσον διά του οποίου αποδεικνύεται ο σύνδεσμος μεταξύ ενός αποτελέσματος και του συστήματος το οποίο το παρήγαγε.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 17 ρυθμίζει τη σήμανση του παραγομένου περιεχομένου. Ο κανόνας ανταποκρίνεται στο ευρύτερα διαδεδομένο κοινωνικό αποτέλεσμα της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης: την αδυναμία, για τον αποδέκτη, να διακρίνει μια πραγματική εγγραφή από μία παραχθείσα από μηχανή. Η παράγραφος (1) επιβάλλει, για τα αποτελέσματα τα οποία δύνανται να συγχυσθούν με απεικονίσεις πραγματικών γεγονότων, προσώπων ή τόπων, διπλή σήμανση: αντιληπτή, απευθυνομένη στον άνθρωπο, και ενσωματωμένη τεχνική, αυτόματα αναγνώσιμη, η οποία ταυτοποιεί το σύστημα, τον φορέα εκμετάλλευσης και τη χρονική στιγμή της παραγωγής. Η διπλασίαση είναι ουσιώδης: η αντιληπτή σήμανση δύναται να αποκοπεί διά περικοπής, ενώ η ενσωματωμένη δεν δύναται να αναγνωσθεί από τον θεατή. Η παράγραφος (2) απαιτεί όπως η σήμανση είναι αποτελεσματική, διαλειτουργική και ανθεκτική, διατύπωση ειλημμένη από το άρθρο 50 παράγραφος 2 του κανονισμού για την ΤΝ, και να αντέχει στις συνήθεις εργασίες επεξεργασίας, μετατροπής ή μεταδόσεως — απαίτηση η οποία επιλύει την κύρια πρακτική αδυναμία των σημερινών σημάνσεων, οι οποίες απόλλυνται κατά την επανασυμπίεση στις πλατφόρμες επικοινωνίας. Η παράγραφος (3) απαγορεύει την αφαίρεση, αλλοίωση, απόκρυψη ή παραποίηση της σημάνσεως και τη διάθεση των εργαλείων που προορίζονται για τις εργασίες αυτές· άνευ της απαγορεύσεως αυτής, η υποχρέωση σημάνσεως θα εστερείτο αποτελέσματος. Η παράγραφος (4) θεσπίζει ιδία υποχρέωση των αρχών και των δημοσίων ιδρυμάτων, η οποία δεν έχει αντίστοιχο στο δίκαιο της Ένωσης: το κράτος δεν δύναται να διαδίδει στη δημόσια επικοινωνία υλικά τεχνητώς παραγόμενα άνευ σημάνσεως και άνευ ρητής μνείας. Η παράγραφος (5) προβλέπει τις εξαιρέσεις, διατυπωμένες κατά τους όρους του άρθρου 50 παράγραφος 4 του κανονισμού, για τα προδήλως καλλιτεχνικά, σατιρικά ή μυθοπλαστικά έργα — για τα οποία αρκεί η μνεία της υπάρξεως του παραγομένου υλικού, υπό μορφή η οποία δεν εμποδίζει τη πρόσληψη του έργου —, για τα συστήματα υποστηρίξεως της επιμελείας κειμένων και για τις χρήσεις που επιτρέπονται από τον νόμο σε ποινικά θέματα. Οι εξαιρέσεις αυταί είναι η εγγύηση ότι ο κανόνας δεν καθίσταται μέσον περιορισμού της δημιουργίας ή της πολιτικής σάτιρας, όπερ θα αντέβαινε προς το άρθρο 27. Η παράγραφος (6) διακρίνει τον κανόνα από το άρθρο 50 του κανονισμού για την ΤΝ, το οποίο είναι αμέσου εφαρμογής και εναρμονίζει τη διαφάνεια για τους φορείς που ευρίσκονται στο πεδίο του: ο νόμος δεν αναπαράγει τις υποχρεώσεις του κανονισμού, αλλά καθορίζει, κατά το άρθρο 99 αυτού, την αρμοδία αρχή, τη διαδικασία διαπιστώσεως και τις κυρώσεις — αρμοδιότητα η οποία ανήκει στα κράτη μέλη και ελλείψει της οποίας η ευρωπαϊκή υποχρέωση παραμένει, ως επί του παρόντος, άνευ εκτελέσεως στη Ρουμανία. Πέραν του εναρμονισμένου τομέα, οι υποχρεώσεις εφαρμόζονται στα αποτελέσματα που παράγονται διά συστημάτων εκπαιδευομένων ή λειτουργούντων στη Ρουμανία τα οποία δεν διατίθενται στην αγορά της Ένωσης και στη δημόσια επικοινωνία των ρουμανικών αρχών. Το πρότυπο του συγκριτικού δικαίου είναι ο Νόμος-πλαίσιο περί της αναπτύξεως της τεχνητής νοημοσύνης και της θεσπίσεως εμπιστοσύνης, ο οποίος υιοθετήθηκε στη Δημοκρατία της Κορέας και ετέθη σε ισχύ στις 22 Ιανουαρίου 2026, ο οποίος επιβάλλει στους φορείς παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης τη σήμανση του ηχητικού, εικονιστικού ή βιντεοσκοπικού περιεχομένου το οποίο δυσχερώς διακρίνεται από εκείνο που παράγεται από άνθρωπο.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 18 θεσπίζει την υποχρέωση ενημερώσεως του χρήστη. Η παράγραφος (1) αφορά την υπηρεσία: όποιος θέτει στη διάθεση του κοινού υπηρεσία παρεχομένη, εν όλω ή εν μέρει, μέσω συστήματος παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης οφείλει να το δηλώσει σαφώς, το βραδύτερον κατά την πρώτη αλληλεπίδραση. Η παράγραφος (2) αφορά την απόφαση, την κατάσταση κατά την οποία το πρόβλημα καθίσταται νομικό: οσάκις μια πράξη ή μια απόφαση η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα ή επηρεάζει σημαντικά ένα πρόσωπο θεμελιώνεται στο αποτέλεσμα ενός συστήματος, το πρόσωπο έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί ότι εχρησιμοποιήθη ένα τοιούτο σύστημα, ποίον ρόλο είχε, ποίος ευθύνεται για την τελική απόφαση και πώς δύναται να ζητήσει την ανθρώπινη επανεξέταση και να προσφύγει στο δικαστήριο. Ο κανόνας προσδίδει ούτω πρακτικό περιεχόμενο στις ρήτρες ανθρωπιάς: το δικαίωμα σε ανθρώπινη απόφαση που καθιερώνεται στο άρθρο 26 είναι απατηλό εάν το πρόσωπο δεν γνωρίζει ότι η απόφαση ελήφθη από μηχανή. Η παράγραφος (3) επεκτείνει την υποχρέωση στις πράξεις των δημοσίων αρχών, με τη μνεία εντός του περιεχομένου της πράξεως, και η έλλειψη της μνείας δύναται να προβληθεί κατά την οδό που προβλέπεται στο άρθρο 26 παράγραφοι (5) και (6). Η παράγραφος (4) αποκλείει την περιττή ενημέρωση, οσάκις η χρήση του συστήματος είναι εμφανής εκ των περιστάσεων, διατύπωση ειλημμένη από το άρθρο 50 παράγραφος 1 του κανονισμού για την ΤΝ. Η παράγραφος (5) διασφαλίζει τον συντονισμό με αυτόν και με τα άρθρα 13–15 και 22 του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων: ο νόμος δεν προσθέτει υποχρεώσεις στον εναρμονισμένο τομέα της διαφάνειας των συστημάτων, αλλά ρυθμίζει την ενημέρωση σε σχέση με την απόφαση και με την ευθύνη γι' αυτήν, ύλη η οποία ανήκει στο εθνικό δίκαιο της διοικητικής διαδικασίας και της αστικής ευθύνης. Το συγκριτικό πρότυπο είναι, ωσαύτως, ο κορεατικός νόμος, ο οποίος υποχρεώνει τους φορείς να ενημερώνουν εκ των προτέρων τους χρήστες οσάκις το προϊόν ή η υπηρεσία αναπτύσσεται ή παρέχεται διά τεχνητής νοημοσύνης.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 19 θεσπίζει τον εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση στη Ρουμανία. Είναι το άρθρο από το οποίο εξαρτάται η αποτελεσματικότητα του όλου νόμου: οι υποχρεώσεις, οι αδειοδοτήσεις, οι επιθεωρήσεις, οι αποφάσεις παύσεως της παροχής και παρεμποδίσεως, οι κοινοποιήσεις των διαδικαστικών πράξεων και η εκτέλεση των προστίμων είναι ανεφάρμοστες ως προς μια εταιρεία η οποία δεν έχει ουδεμία νομική παρουσία στο έδαφος του κράτους. Η παράγραφος (1) επιβάλλει τον ορισμό εκπροσώπου — φυσικού προσώπου με κατοικία στη Ρουμανία ή νομικού προσώπου με έδρα στη Ρουμανία — από τον φορέα ανάπτυξης ή τον φορέα εκμετάλλευσης άνευ έδρας, λειτουργικής μονάδας ή αντιπροσωπείας στη Ρουμανία ο οποίος παρέχει σε πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας πρόσβαση σε σύστημα αιχμής ή σε υπηρεσία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης. Η παράγραφος (2) καθορίζει τα όρια για τις υπηρεσίες οι οποίες δεν είναι συστήματα αιχμής — ένα εκατομμύριο μηνιαίων χρηστών στη Ρουμανία ή έσοδα άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ από μία χρήση —, ούτως ώστε η υποχρέωση να αφορά μόνον τους μεγάλους παγκόσμιους παρόχους, και ουχί τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις· τα όρια εμπνέονται από τον κορεατικό νόμο, ο οποίος προβλέπει κριτήρια κύκλου εργασιών και αριθμού χρηστών, και από τη λογική των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065. Η παράγραφος (3) απαριθμεί τις αρμοδιότητες: την παραλαβή των κοινοποιήσεων, με το αποτέλεσμα ότι η κοινοποίηση προς τον εκπρόσωπο είναι εγκύρως γενομένη προς τον εκπροσωπούμενο — άνευ του κανόνος αυτού, κάθε διαδικασία θα ανεστέλλετο στο στάδιο της κοινοποιήσεως των πράξεων στο εξωτερικό· την εκπροσώπηση ενώπιον της Αρχής· τη διάθεση της τεκμηριώσεως· την παρακολούθηση της εκτελέσεως των αποφάσεων. Η παράγραφος (4) επιβάλλει την κοινοποίηση και τη δημοσιότητα των στοιχείων του εκπροσώπου. Η παράγραφος (5) διευκρινίζει ότι ο ορισμός δεν αναιρεί την ευθύνη του εκπροσωπουμένου, και ο εκπρόσωπος ευθύνεται για τις ίδιες του υποχρεώσεις, λύση ειλημμένη από το άρθρο 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ο οποίος προβλέπει την ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου για τη μη τήρηση των υποχρεώσεων, άνευ άρσεως της ευθύνης του παρόχου. Η παράγραφος (6) αποφεύγει τη διπλασίαση των θεσμών: η υποχρέωση θεωρείται εκπληρωθείσα εάν ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος που ορίζεται κατά το άρθρο 54 του κανονισμού για την ΤΝ είναι εξουσιοδοτημένος και για τις αρμοδιότητες του παρόντος νόμου και διαθέτει σημείο επαφής στη Ρουμανία. Η παράγραφος (7) συνδέει τον κανόνα με τον μηχανισμό εκτελέσεως: η έλλειψη εκπροσώπου συνεπάγεται την εγγραφή στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης και, κατά περίπτωση, την παρεμπόδιση της πρόσβασης. Ο θεσμός έχει καθιερωμένα προηγούμενα στο δίκαιο της Ένωσης — τον εκπρόσωπο που προβλέπεται στο άρθρο 27 του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων, τον νόμιμο εκπρόσωπο του άρθρου 13 της πράξεως για τις ψηφιακές υπηρεσίες και τον εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο του άρθρου 54 του κανονισμού για την ΤΝ — και στο ρουμανικό δίκαιο, διά του νόμου αριθ. 365/2002 περί του ηλεκτρονικού εμπορίου.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 20 ρυθμίζει την αναφορά των σοβαρών περιστατικών. Η προθεσμία των 24 ωρών (παράγραφος (1)) είναι εκείνη του άρθρου 33 του ΓΚΠΔ (72 ώρες) μειωμένη αναλόγως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου, ενώ η πλήρης έκθεση εντός 15 ημερών επιτρέπει την ανάλυση των αιτίων. Προς αποφυγή του παραλληλισμού με το άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και με το άρθρο 73 του κανονισμού για την ΤΝ, η δευτέρα φράση της παραγράφου (1) διευκρινίζει ρητώς ότι η αναφορά προς την Αρχή δεν αντικαθιστά την αναφορά προς την Υπηρεσία ΤΝ και επιτρέπει τη διαβίβαση αντιγράφου της εκθέσεως που συντάσσεται κατά τον κανονισμό, συμπληρωμένης με τα ειδικά στοιχεία του νόμου· αποφεύγεται ούτω το διπλό διοικητικό βάρος και τηρείται η αρχή της «μίας μόνης αναφοράς». Η παράγραφος (2) επιβάλλει την αυτόματη αναστολή του συστήματος κατά τη διαπίστωση ικανότητας απώλειας του ελέγχου, αποπείρας αποφυγής ή μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης στα βάρη, έως την απόφαση της Αρχής: στις καταστάσεις αυτές, κάθε ώρα λειτουργίας είναι μία ώρα κινδύνου. Η παράγραφος (3) θεσπίζει περιορισμένη επιείκεια για την καλόπιστη αναφορά, κατά το πρότυπο των προγραμμάτων επιείκειας του δικαίου του ανταγωνισμού (η πολιτική επιείκειας που προβλέπεται από τον νόμο περί ανταγωνισμού αριθ. 21/1996, όπως αναδημοσιεύθηκε) και της υποχρεωτικής αναφοράς των γεγονότων στην πολιτική αεροπορία (κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014, ο οποίος θεσπίζει τη «δίκαιη νοοτροπία»): η κύρωση δεν δύναται να είναι αυστηροτέρα εξ αιτίας της αναφοράς, εξαιρέσει των εκ προθέσεως παραβάσεων. Άνευ της εγγυήσεως αυτής, η υποχρέωση αναφοράς θα ήτο αναποτελεσματική, δεδομένου ότι θα ισοδυναμούσε με αυτοκαταγγελία.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 21 διασφαλίζει την προστασία των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος. Οι σημαντικότερες πληροφορίες περί των κινδύνων των συστημάτων αιχμής προήλθαν, κατά τα έτη 2023–2025, ουχί από τις αρχές, αλλά από εργαζομένους και πρώην εργαζομένους των εργαστηρίων («Right to Warn», η ανοιχτή επιστολή του Ιουνίου 2024 των εργαζομένων και πρώην εργαζομένων της OpenAI και της Google DeepMind), οι οποίοι κατήγγειλαν την ύπαρξη ρητρών εμπιστευτικότητας και μη δυσφημίσεως που εξαρτούσαν τα περιουσιακά δικαιώματα (τις αποκτηθείσες μετοχές) από τη σιωπή. Η παράγραφος (1) παραπέμπει στο γενικό καθεστώς του νόμου αριθ. 361/2022 περί της προστασίας των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μεταφέρει την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 87 του κανονισμού για την ΤΝ, αποφεύγοντας ούτω τον παραλληλισμό· ο νόμος δεν δημιουργεί διακριτό καθεστώς προστασίας, αλλά επεκτείνει το υφιστάμενο καθεστώς σε τρεις καταστάσεις τις οποίες ο νόμος αριθ. 361/2022 δεν καλύπτει ρητώς: την αναφορά κινδύνων για την ασφάλεια (και ουχί μόνον παραβάσεων του νόμου), την αναφορά που απευθύνεται απευθείας στο Κοινοβούλιο ή στο κοινό και την αναφορά της αποκρύψεως ικανοτήτων. Η παράγραφος (2) δηλώνει αυτοδικαίως άκυρες τις συμβατικές ρήτρες οι οποίες εμποδίζουν την αναφορά ή εξαρτούν περιουσιακά δικαιώματα από τη σιωπή, συμπληρώνοντας τις διατάξεις του νόμου αριθ. 361/2022 περί της ακυρότητας της παραιτήσεως από δικαιώματα, οι οποίες αφορούν μόνον τα δικαιώματα που προβλέπονται από τον νόμο εκείνον. Η παράγραφος (3) παραπέμπει στο έγκλημα των αντιποίνων του άρθρου 41 παράγραφος (3), ενώ η παράγραφος (4) υποχρεώνει την Αρχή να οργανώσει ασφαλή και ανώνυμο δίαυλο και να δημοσιεύει ετήσια στατιστικά στοιχεία, εγγύηση αποτελεσματικότητας ειλημμένη από το καθεστώς των διαύλων αναφοράς του νόμου αριθ. 361/2022 και από τον SB 53 της Καλιφόρνιας (τμήμα 1107 του καλιφορνέζικου Κώδικα Εργασίας).

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 22 καθορίζει τις υποχρεώσεις των παρόχων υπολογιστικής υποδομής: την εγγραφή στην Αρχή, την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών («γνώση της πελατείας», κατά το πρότυπο του νόμου αριθ. 129/2019 για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας), την τήρηση αρχείου του υπολογιστικού όγκου ανά πελάτη και την εκτέλεση των εντολών αναστολής (παράγραφος (1)), καθώς και την απαγόρευση διαθέσεως χωρητικότητας άνω του ορίου σε πρόσωπο το οποίο δεν αποδεικνύει την κοινοποίηση (παράγραφος (2)). Η διάταξη μετατρέπει τους παρόχους υποδομής σε «φύλακες» του καθεστώτος, κατά την ίδιαν λογική κατά την οποία τα πιστωτικά ιδρύματα είναι φύλακες του καθεστώτος προλήψεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και είναι η μόνη η οποία επιτρέπει την εφαρμογή του νόμου έναντι αλλοδαπών φορέων ανάπτυξης οι οποίοι θα χρησιμοποιούσαν κέντρα δεδομένων της Ρουμανίας.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 23 επεκτείνει τις υποχρεώσεις στις δημόσιες αρχές και στα δημόσια ιδρύματα, περιλαμβανομένων εκείνων του τομέα της άμυνας και της εθνικής ασφάλειας. Η διάταξη είναι συνταγματική και αναγκαία: το άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού για την ΤΝ εξαιρεί την εθνική ασφάλεια από το πεδίο του ακριβώς διότι αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών (άρθρο 4 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση), όπερ σημαίνει ότι, ελλείψει εθνικής ρυθμίσεως, τα συστήματα που αναπτύσσονται για τους σκοπούς αυτούς θα παρέμεναν εκτός οιουδήποτε κανόνος. Ο νόμος εφαρμόζει στα συστήματα αυτά τα άρθρα 12–20 και το κεφ. V, με τις προσαρμογές που καθορίζονται διά αποφάσεως του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας της Χώρας (του αρμοδίου οργάνου κατά το άρθρο 119 του Συντάγματος και τον νόμο αριθ. 415/2002), πλην όμως με τρία όρια τα οποία ουδέ το CSAT δύναται να άρει: τον ουσιαστικό ανθρώπινο έλεγχο, την ικανότητα διακοπής και τις απαγορεύσεις του άρθρου 15. Ο έλεγχος της Αρχής ασκείται διά προσωπικού με πιστοποιητικό ασφαλείας, κατά τον νόμο αριθ. 182/2002, όπερ διασφαλίζει την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών.

Κεφάλαιο V – Απόλυτα όρια. Ρήτρες ανθρωπιάς (άρθρα 23–30)

Το κεφάλαιο V περιλαμβάνει τις απαγορεύσεις τις οποίες ο νόμος καθιερώνει ως κανόνες δημοσίας τάξεως, μη επιδεκτικές παρεκκλίσεως διά άδειας, συμβάσεως ή συναινέσεως. Η ονομασία «ρήτρες ανθρωπιάς» είναι ειλημμένη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο (η ρήτρα Martens των Συμβάσεων της Χάγης του 1899 και του 1907, κατά την οποία, στις μη προβλεπόμενες περιπτώσεις, τα πρόσωπα παραμένουν υπό την προστασία των «αρχών της ανθρωπιάς και των απαιτήσεων της δημόσιας συνειδήσεως») και εκφράζει την ιδέα ότι, ενώπιον μιας τεχνολογίας οι συνέπειες της οποίας δεν δύνανται να προβλεφθούν, ο νόμος πρέπει να θέσει ορισμένα όρια τα οποία δεν εξαρτώνται από αξιολογήσεις κινδύνου, από όρια ή από άδειες.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 24 καθιερώνει τον ανθρώπινο έλεγχο επί της θανατηφόρου βίας. Η παράγραφος (1) απαγορεύει όπως απόφαση χρήσεως θανατηφόρου βίας κατά ανθρωπίνου όντος λαμβάνεται ή εκτελείται από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης άνευ της επεμβάσεως ταυτοποιημένου φυσικού προσώπου, «για εκάστη απόφαση χωριστά», το οποίο διαθέτει τις πληροφορίες, τον χρόνο και τα μέσα που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση και την παρεμπόδιση αυτής. Η διατύπωση υιοθετεί το πρότυπο του «ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου» το οποίο διαπραγματεύθηκε στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί ορισμένων συμβατικών όπλων και τη θέση που εξέφρασαν ο Γενικός Γραμματεύς του ΟΗΕ και η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (η κοινή έκκληση της 5ης Οκτωβρίου 2023) για τη σύναψη, έως το 2026, δεσμευτικού νομικού μέσου περί των συστημάτων αυτόνομων όπλων· το ψήφισμα της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ 78/241 της 22ας Δεκεμβρίου 2023 υιοθετήθηκε με την ψήφο 152 κρατών, περιλαμβανομένης της Ρουμανίας. Η παράγραφος (2) δεσμεύει το ρουμανικό κράτος να μην αναπτύσσει, να μην προμηθεύεται και να μην αδειοδοτεί τοιαύτα συστήματα και να υποστηρίζει τη διεθνή απαγόρευσή τους. Η διάταξη δεν επηρεάζει τα αυτόματα αμυντικά συστήματα κατά βλημάτων ή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τα οποία δεν στοχεύουν ανθρώπινα όντα, ούτε τα συστήματα υποστηρίξεως της αποφάσεως, στα οποία η απόφαση παραμένει ανθρώπινη.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 25 απαγορεύει τη νομική προσωπικότητα και την περιουσιακή αυτονομία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η παράγραφος (1) αποκλείει ρητώς το να αποκτούν τα συστήματα νομική προσωπικότητα ή να είναι μέρη σε έννομες σχέσεις και καταλογίζει κάθε δικαιοπραξία που συνάπτεται μέσω αυτών στο πρόσωπο εξ ονόματος του οποίου ενήργησαν. Η διάταξη είναι αναγκαία διότι το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2017 (2015/2103(INL)) πρότεινε τη διερεύνηση καθεστώτος «ηλεκτρονικού προσώπου» για τα αυτόνομα ρομπότ, πρόταση η οποία μεταγενεστέρως απορρίφθηκε, ενώ η ρουμανική νομοθεσία δεν περιέχει ρητό κανόνα· το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα απαριθμεί τα υποκείμενα δικαίου (το φυσικό πρόσωπο και το νομικό πρόσωπο), πλην όμως δεν αποκλείει τη δημιουργία διά νόμου άλλων κατηγοριών. Η παράγραφος (2) απαγορεύει την απόδοση στα συστήματα της ικανότητας να κατέχουν, να διαχειρίζονται ή να διαθέτουν χρήματα, ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, χρηματοπιστωτικά μέσα, κρυπτογραφικά κλειδιά ή υπολογιστικούς πόρους άνευ ανθρώπινης εγκρίσεως εκάστης εργασίας· η απαγόρευση αυτή είναι το περιουσιακό συμπόρισμα της κρίσιμης ικανότητας της «αυτόνομης αποκτήσεως πόρων» του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχείο c): ένα σύστημα το οποίο δύναται να πληρώνει για την ιδίαν του υπολογιστική υποδομή δεν δύναται πλέον να διακοπεί διά της διακοπής της χρηματοδοτήσεως. Η παράγραφος (3) απαγορεύει τη σύσταση νομικών προσώπων ή καταπιστευμάτων ελεγχομένων πραγματικώς από σύστημα, προς απόφραξη της οδού καταστρατηγήσεως διά της παρεμβολής νομικής οντότητας.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 26 θεσπίζει την απαγόρευση της εξαρτήσεως της συμμετοχής στην κοινωνική ζωή από τις αποφάσεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και από την αποδοχή των ψηφιακών μέσων. Η διάταξη ανταποκρίνεται σε κίνδυνο διακριτό από εκείνον της απώλειας του τεχνικού ελέγχου, πλην όμως εξ ίσου σοβαρό για την ελευθερία του πολίτη: εκείνον μιας κοινωνίας στην οποία η πρόσβαση στα δικαιώματα, στις ουσιώδεις υπηρεσίες και στην οικονομική και πολιτική ζωή καθίσταται υπηρεσία υπό προϋποθέσεις, παρεχομένη ή αφαιρουμένη αυτομάτως, αναλόγως του αν το πρόσωπο συμμορφώνεται ή ουχί. Η προειδοποίηση διατυπώθηκε δημοσίως, με αξιομνημόνευτους όρους, από τον Αυστραλό γερουσιαστή Alex Antic, σε κοινοβουλευτική ομιλία η οποία διαδόθηκε ευρέως το 2026: σε μια κάποτε ελεύθερη χώρα, ο πολίτης κατείχε τα πράγματα για τα οποία επλήρωνε και δεν εζούσε τη ζωή του επί συνδρομή· «η ψηφιακή φυλακή κλείνει, ουχί μόνον στην Αυστραλία, αλλά παγκοσμίως», και, άπαξ ολοκληρωθεί, «η ελευθερία σου θα εξαρτάται από τη συμμόρφωση προς τη μεγάλη κυβέρνηση και τη μεγάλη τεχνολογία, οι οποίες θα ελέγχουν το κουμπί διακοπής της συμμετοχής σου στην κοινωνία». Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το στοιχείο το οποίο καθιστά δυνατή μια τοιαύτη αρχιτεκτονική σε κλίμακα, δεδομένου ότι μόνον αυτή δύναται να εποπτεύει, να αξιολογεί και να αποφασίζει επί εκατομμυρίων προσώπων συγχρόνως, άνευ ανθρώπινης επεμβάσεως· διά τούτο η απαγόρευση έχει τη θέση της στο κεφάλαιο των ρητρών ανθρωπιάς.

Η παράγραφος (1) απαγορεύει στις δημόσιες αρχές και στα δημόσια ιδρύματα, καθώς και στους παρόχους ουσιωδών υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος, να εξαρτούν, να περιορίζουν ή να αναστέλλουν την πρόσβαση ενός προσώπου σε θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, σε δημόσιες και ουσιώδεις υπηρεσίες ή στη συμμετοχή στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή «αποκλειστικώς επί τη βάσει» αποφάσεως, αξιολογήσεως ή ταξινομήσεως παραγομένης από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης· η διάταξη δεν απαγορεύει τη χρήση των συστημάτων ως εργαλείου υποστηρίξεως, αλλά την αντικατάσταση της ανθρώπινης αποφάσεως. Οι παράγραφοι (2)–(6) οικοδομούν, σε τρεις βαθμίδες, τις εγγυήσεις του προσώπου. Η πρώτη βαθμίδα είναι διοικητική: το δικαίωμα σε επανεξέταση της αποφάσεως, εντός 15 ημερών, από ταυτοποιημένο φυσικό πρόσωπο, το οποίο φέρει την ευθύνη της τελικής αποφάσεως και την αιτιολογεί εγγράφως (παράγραφος (2)), όπερ εμποδίζει τη μετατροπή της «επανεξετάσεως» σε δευτέρα αυτόματη διαδικασία. Η δευτέρα βαθμίδα αφορά την πρόσβαση στην υπηρεσία, και ουχί την προσβολή της αποφάσεως: η παράγραφος (3) υποχρεώνει στη διατήρηση οδού λήψεως της υπηρεσίας ή ασκήσεως του δικαιώματος η οποία δεν εξαρτάται από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, δηλαδή μέσω προσώπου, στην έδρα, στη θυρίδα ή διά άλλου προσβασίμου μέσου, ούτως ώστε ο πολίτης ο οποίος δεν δύναται ή δεν επιθυμεί να διέλθει διά του αυτομάτου συστήματος να μην αποκλείεται· και η παράγραφος (4), ο πυρήνας του κανόνος, απαγορεύει την εξάρτηση της πρόσβασης από την αποδοχή μέσου ψηφιακής ταυτοποιήσεως, ψηφιακού μέσου πληρωμής ή συστήματος αξιολογήσεως της συμμορφώσεως, με υποχρεωτική εναλλακτική. Ο νόμος δεν απαγορεύει την ψηφιακή ταυτότητα, την ψηφιακή πληρωμή ή την αυτόματη αξιολόγηση καθ' εαυτές· απαγορεύει το να καταστούν αυταί υποχρεωτική προϋπόθεση της συμμετοχής στην κοινωνία. Η τρίτη βαθμίδα είναι δικαστική, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος: η παράγραφος (5) παρέχει στο πρόσωπο το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση που διατηρείται κατόπιν της επανεξετάσεως, την άρνηση της επανεξετάσεως και την άρνηση της οδού πρόσβασης ή της εναλλακτικής ενώπιον του πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, εντός 30 ημερών, με απαλλαγή από το δικαστικό ένσημο, εκδίκαση κατεπειγόντως και δυνατότητα αναστολής της αποφάσεως, ανεξαρτήτως αν ο εκδώσας είναι δημόσια αρχή ή ιδιώτης πάροχος· η παράγραφος (6) προβλέπει την έφεση ενώπιον του εφετείου, εντός 15 ημερών, της αποφάσεως αυτού ούσης αμετάκλητης. Η αρμοδιότητα του πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας του προσώπου, και ουχί του δικαστηρίου της έδρας του εκδώσαντος, είναι κανόνας προστασίας του ασθενούς μέρους, γνωστός στο δίκαιο του καταναλωτή (άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012) και στις εργατικές διαφορές· η ενοποίηση της διαδικασίας για τις αρχές και τους ιδιώτες παρόχους, με έφεση εις αντικατάστασιν της αναιρέσεως, απαιτεί τη ρητή παρέκκλιση από το άρθρο 10 του νόμου περί διοικητικών διαφορών αριθ. 554/2004, διατυπωμένη κατά το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000, και δικαιολογείται από την ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του εκδώσαντος. Η παράγραφος (7) ορίζει τις ουσιώδεις υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος διά περιοριστικής απαριθμήσεως (ενέργεια, αέριο, ύδρευση, επικοινωνίες, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πληρωμών, υγεία, δημόσιες μεταφορές, εκπαίδευση), προς την ακρίβεια που απαιτείται από τον νόμο αριθ. 24/2000. Η παράγραφος (8) συντονίζει τον κανόνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού για την ΤΝ, το οποίο απαγορεύει τα συστήματα «κοινωνικής βαθμολόγησης», και με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, το οποίο απονέμει στο πρόσωπο το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση βασιζομένη αποκλειστικώς στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων του· οι δύο ευρωπαϊκοί κανόνες προστατεύουν το πρόσωπο σε περιορισμένες περιπτώσεις (την αξιολόγηση της κοινωνικής συμπεριφοράς με δυσανάλογη μεταχείριση, αντιστοίχως την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα), ενώ το άρθρο 26 θεσπίζει αντικειμενική απαγόρευση, δημοσίας τάξεως, ως προς την πρόσβαση στα δικαιώματα και στις υπηρεσίες, άνευ διπλασιάσεώς τους. Η διάταξη συνεχίζει, στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, την προστασία του πολίτη έναντι των ψηφιακών πλατφορμών και έναντι των τεχνολογικών εισβολών που καθιερώθηκε από τον Νόμο περί Κυριαρχίας, και στηρίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος (3), στο άρθρο 16 και στο άρθρο 53 του Συντάγματος: ο περιορισμός της ασκήσεως δικαιωμάτων δεν δύναται να διαταχθεί παρά μόνον διά νόμου, αναλόγως και άνευ προσβολής της υπάρξεως του δικαιώματος, προϋποθέσεις τις οποίες μια αυτόματη απόφαση, άνευ ανθρώπινης ευθύνης, δεν δύναται να πληρώσει.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 27 καθιερώνει την απαγόρευση της λογοκρισίας που ασκείται διά συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η παράγραφος (1) εκκινεί από το άρθρο 30 παράγραφος (2) του Συντάγματος («Η λογοκρισία οιουδήποτε είδους απαγορεύεται») και το εξειδικεύει για τα αυτόματα μέσα: μια συνταγματική απαγόρευση απευθυνομένη, ιστορικώς, στον ανθρώπινο λογοκριτή δεν δύναται να παρακαμφθεί διά της αναθέσεως της ιδίας λειτουργίας σε σύστημα το οποίο αποφασίζει τι δύνανται να λέγουν και τι δύνανται να πληροφορούνται οι πολίτες. Ο κανόνας δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα, αλλά εμποδίζει την αποκένωση περιεχομένου ενός υφισταμένου, όπερ τον τοποθετεί στην κατηγορία των κανόνων διασφαλίσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι οποίοι δεν αποτελούν μέρος του τομέα που εναρμονίζεται από τον κανονισμό για την ΤΝ, αυτού ρυθμίζοντος τις υποχρεώσεις των φορέων των συστημάτων, και ουχί το περιεχόμενο των δικαιωμάτων των προσώπων. Η παράγραφος (2) ορίζει το υλικό στοιχείο της απαγορεύσεως, με τους τεχνικούς όρους της πρακτικής της αυτόματης διαχειρίσεως περιεχομένου: την παρεμπόδιση, την αφαίρεση, τον αποκλεισμό, την απόκρυψη, τον περιορισμό της προβολής και τη σήμανση ως ψευδούς της εκφράσεως, καθώς και την κύρωση του προσώπου για την έκφραση, οσάκις διατάσσονται αποκλειστικώς από το σύστημα και αφορούν έκφραση την οποία ο νόμος δεν απαγορεύει. Η διατύπωση «αποκλειστικώς επί τη βάσει αποφάσεως… παραγομένης από το σύστημα» είναι η ίδια με εκείνη του άρθρου 26 παράγραφος (1) και με εκείνη του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ενώ η προϋπόθεση «εάν η έκφραση δεν απαγορεύεται από τον νόμο» διατηρεί ακέραια τα όρια της ελευθερίας εκφράσεως που προβλέπονται από το άρθρο 30 παράγραφοι (6) και (7) του Συντάγματος και από τον ποινικό νόμο. Η παράγραφος (3) απαγορεύει στις δημόσιες αρχές και στα δημόσια ιδρύματα να χρησιμοποιούν, να παραγγέλλουν, να χρηματοδοτούν ή να ζητούν, αμέσως ή διά τρίτων, συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για την παρακολούθηση, την ταξινόμηση, τη σήμανση ή τον περιορισμό της δημόσιας εκφράσεως· η εξαίρεση περιορίζεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς από τον νόμο, σε σχέση με ποινικές πράξεις και με την προηγουμένη άδεια του δικαστού, δηλαδή στο καθεστώς των μέτρων τεχνικής εποπτείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο κανόνας ανταποκρίνεται σε πρακτική τεκμηριωμένη σε πλείονα κράτη, στα οποία οι αρχές εζήτησαν από τις πλατφόρμες, διά ανεπισήμων διαύλων, τον αυτόματο περιορισμό νομίμων περιεχομένων. Η παράγραφος (4) θεσπίζει τη διαφάνεια του μέτρου: την αμελλητί κοινοποίηση, εγγράφως, με τους λόγους, τη νομική βάση και τη μνεία ότι ελήφθη διά αυτομάτου συστήματος, και απαγορεύει τον μη δεδηλωμένο περιορισμό της προβολής («shadow banning»), την πρακτική διά της οποίας η έκφραση ενός προσώπου αποκρύπτεται από τους λοιπούς άνευ γνώσεώς του. Η παράγραφος (5) διασφαλίζει την ανθρώπινη επανεξέταση εντός 15 ημερών και παραπέμπει στο ένδικο μέσο του άρθρου 26 παράγραφοι (5) και (6): το πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του προσώπου, έφεση ενώπιον του εφετείου. Η παράγραφος (6) διακρίνει τον κανόνα από τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065 για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ο οποίος ρυθμίζει κατά εναρμονισμένο τρόπο τις υποχρεώσεις των παρόχων ενδιαμέσων υπηρεσιών (την αιτιολόγηση των αποφάσεων διαχειρίσεως περιεχομένου, άρθρο 17· τους εσωτερικούς μηχανισμούς επιλύσεως των καταγγελιών, άρθρο 20· την εξωδικαστική επίλυση, άρθρο 21): ο νόμος δεν προσθέτει υποχρεώσεις στους παρόχους στον τομέα που συντονίζεται από τον κανονισμό, αλλά διασφαλίζει στο πρόσωπο, έναντι οιουδήποτε χρήστου συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, περιλαμβανομένων των δημοσίων αρχών, δικαίωμα σε ανθρώπινη απόφαση και σε δικαστήριο, το οποίο ο κανονισμός προϋποθέτει και δεν αποκλείει. Η παράβαση του άρθρου συνιστά διοικητική παράβαση (άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο d)), και διά του αποτελέσματος του άρθρου 30 κάθε αντίθετη ρήτρα είναι αυτοδικαίως άκυρη.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 28 διασφαλίζει την ανθρώπινη επέμβαση, απαγορεύοντας τη θέση ή τη διατήρηση σε λειτουργία των συστημάτων αιχμής υπό συνθήκες οι οποίες καθιστούν αδύνατη, τεχνικώς ή οργανωτικώς, την επέμβαση που προβλέπεται στο άρθρο 14, περιλαμβανομένης της κατανομής του συστήματος σε μη ελεγχόμενες υποδομές, της διαγραφής της ικανότητας διακοπής ή ενός βαθμού αυτονομίας ο οποίος αποκλείει την εποπτεία. Εάν το άρθρο 14 καθορίζει τις θετικές υποχρεώσεις του φορέα εκμετάλλευσης, το άρθρο 28 καθορίζει την αντίστοιχη απόλυτη απαγόρευση, ποινικώς κυρούμενη (άρθρο 42), και καλύπτει τις καταστάσεις στις οποίες η επέμβαση καθίσταται αδύνατη ουχί διά της ενεργείας του συστήματος, αλλά διά της επιλογής αρχιτεκτονικής του φορέα εκμετάλλευσης (παραδείγματος χάριν, συστήματα κατανεμημένα σε αποκεντρωμένα δίκτυα άνευ σημείου ελέγχου).

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 29 απαγορεύει τη μη περιορισμένη αναδρομική αυτοβελτίωση: τη σχεδίαση, εκπαίδευση ή εκμετάλλευση συστήματος ούτως ώστε να βελτιώνει τις ίδιες του τις ικανότητες ή να δημιουργεί ικανότερα διάδοχα συστήματα άνευ υποβολής εκάστης επαναλήψεως στην αξιολόγηση και έγκριση του κεφ. III. Το σενάριο της «εκρήξεως νοημοσύνης» (I.J. Good, 1965), στο οποίο ένα σύστημα ικανό να σχεδιάζει συστήματα καλύτερα από το ίδιο πυροδοτεί αύξηση των ικανοτήτων εκτός οιουδήποτε ελέγχου, θεωρείται από σημαντικό μέρος της επιστημονικής κοινότητας, περιλαμβανομένου του Hinton, ως η πλέον πιθανή οδός προς μη αναστρέψιμη απώλεια του ελέγχου. Το άρθρο δεν απαγορεύει την έρευνα στον τομέα ούτε τη χρήση των συστημάτων για τη σχεδίαση άλλων συστημάτων, αλλά μόνον την εξάλειψη της «ανθρώπινης βρόχου» μεταξύ των επαναλήψεων· διπλασιάζεται από την απαγόρευση εκπαιδεύσεως του άρθρου 15 στοιχείο e) και από την κρίσιμη ικανότητα του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχείο e), άνευ επικαλύψεως με αυτές: το άρθρο 5 χαρακτηρίζει, το άρθρο 15 απαγορεύει την εκπαίδευση, το άρθρο 29 απαγορεύει την εκμετάλλευση.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 30 δηλώνει τις διατάξεις του κεφαλαίου κανόνες δημοσίας τάξεως και κυρώνει με απόλυτη ακυρότητα κάθε αντίθετη πράξη, διευκρινίζοντας ότι οι απαγορεύσεις δεν δύνανται να αρθούν διά συναινέσεως, εμπορικού απορρήτου, εθνικής ασφάλειας ή οικονομικού συμφέροντος. Η διάταξη εφαρμόζει το άρθρο 11 του Αστικού Κώδικα («δεν δύναται να γίνει παρέκκλιση διά συμβάσεων ή μονομερών δικαιοπραξιών από τους νόμους που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη ή από τα χρηστά ήθη») και τα άρθρα 1246–1250 περί της απόλυτης ακυρότητας, και έχει ως ρόλο να αποκλείσει τα προβλέψιμα επιχειρήματα υπέρ μιας εξαιρέσεως: ότι ο χρήστης συναίνεσε, ότι το σύστημα είναι μυστικό ή ότι το οικονομικό ή στρατηγικό συμφέρον το απαιτεί. Η ρητή μνεία της εθνικής ασφάλειας είναι αναγκαία προς εμπόδιση της ερμηνείας κατά την οποία το άρθρο 23 θα επέτρεπε στο CSAT να άρει τα όρια αυτά.

Κεφάλαιο VI – Η Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης (άρθρα 31–34)

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 31 ιδρύει την Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης ως ειδική δομή, άνευ νομικής προσωπικότητας, εντός της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες (ANCOM). Η επιλογή της οργανώσεως εντός της ANCOM, εις αντικατάστασιν μιας νέας αυτόνομης διοικητικής αρχής, έχει τρία θεμέλια. Το πρώτο είναι θεσμικό: η ANCOM είναι ήδη η αρχή που προτείνεται από την Κυβέρνηση, διά του μνημονίου για την εφαρμογή του κανονισμού για την ΤΝ, ως αρχή εποπτείας της αγοράς και μοναδικό σημείο επαφής σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης, ούτως ώστε μια παράλληλη αρχή θα είχε δημιουργήσει ακριβώς τον θεσμικό παραλληλισμό τον οποίο το άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000 απαγορεύει και θα είχε υποχρεώσει τους φορείς ανάπτυξης σε δύο διαδικασίες ενώπιον δύο αρχών για το ίδιο σύστημα. Το δεύτερο είναι καταστατικό: η ANCOM είναι αυτόνομη διοικητική αρχή υπό κοινοβουλευτικό έλεγχο, κατά την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 22/2009, χρηματοδοτούμενη εξ ολοκλήρου από ίδια έσοδα και εξαιρουμένη ρητώς, διά του άρθρου 2 παράγραφος (2) του νόμου-πλαισίου αριθ. 153/2017, από το ενιαίο σύστημα μισθοδοσίας του προσωπικού που αμείβεται από δημόσιους πόρους, όπερ καθιστά δυνατή την ανταγωνιστική αμοιβή των ειδικών άνευ ουδεμίας νέας παρεκκλίσεως. Το τρίτο είναι επιχειρησιακό: η ANCOM διαθέτει την εδαφική υποδομή, το τεχνικό προσωπικό και τη θεσμική σχέση με τους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των μέτρων παρεμποδίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 39. Η παράγραφος (2) ρυθμίζει τη διοίκηση: ένας αντιπρόεδρος της ANCOM με βαθμό υφυπουργού, με αποκλειστικές αρμοδιότητες στον τομέα της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης, διοριζόμενος από το Κοινοβούλιο σε κοινή συνεδρίαση για θητεία 6 ετών, μη ανανεώσιμη, μεταξύ προσώπων με αναγνωρισμένη κατάρτιση και εμπειρία στην τεχνητή νοημοσύνη, στην πληροφορική ασφάλεια ή στο δίκαιο των τεχνολογιών. Δεδομένου ότι η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 22/2009 ορίζει τον αριθμό των αντιπροέδρων της ANCOM, ο νόμος θεσπίζει τη θέση κατά ρητή παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος (1) αυτής, κατά το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000, διατηρώντας όμως τη διαδικασία διορισμού και τη διάρκεια της θητείας που προβλέπονται για τους λοιπούς αντιπροέδρους, προς ενότητα καθεστώτος. Η μακρά και μη ανανεώσιμη θητεία, μετατοπισμένη έναντι του τετραετούς εκλογικού κύκλου, είναι η κλασική εγγύηση ανεξαρτησίας. Η παράγραφος (3) υιοθετεί την απαγόρευση κατοχής θέσεων, συμμετοχών ή αμοιβών από φορείς ανάπτυξης ή φορείς εκμετάλλευσης, κατά τη διάρκεια της θητείας και 3 έτη μετά, η οποία ανταποκρίνεται στον κίνδυνο «αλώσεως του ρυθμιστή» («revolving door»), ιδιαιτέρως οξύ σε έναν τομέα στον οποίο οι αμοιβές του ιδιωτικού τομέα είναι δεκάκις μεγαλύτερες εκείνων του δημοσίου τομέως· οι περιπτώσεις ανακλήσεως απαριθμούνται περιοριστικώς, κατά την απαίτηση ακριβείας του νόμου αριθ. 24/2000. Η παράγραφος (4) διασφαλίζει τη λειτουργική ανεξαρτησία της Αρχής εντός της ANCOM: οι αποφάσεις που προβλέπονται από τον νόμο εκδίδονται από τον αντιπρόεδρο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, εξ ονόματος της ANCOM, αυτού ευθυνομένου γι' αυτές ενώπιον του Κοινοβουλίου, και η Αρχή δεν δύναται να λαμβάνει οδηγίες από ουδεμία άλλη δημόσια αρχή, διατύπωση ειλημμένη από το άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για τις αρχές προστασίας δεδομένων και από το άρθρο 70 παράγραφος 1 του κανονισμού για την ΤΝ. Η παράγραφος (5) ορίζει την Αρχή εθνικό σημείο συνδέσμου με την Υπηρεσία ΤΝ και με την επιστημονική επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 68 του κανονισμού για την ΤΝ και ρυθμίζει τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές που ορίζονται κατά τον κανονισμό, οριοθετώντας τις αρμοδιότητες: η Αρχή ασκεί τις αρμοδιότητες του παρόντος νόμου, οι λοιπές αρχές εκείνες του κανονισμού.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 32 απαριθμεί τις αρμοδιότητες της Αρχής, κατά τις πέντε λειτουργίες που είναι αναγκαίες σε ένα καθεστώς αδειοδοτήσεως: την αδειοδότηση (στοιχείο a), την επιθεώρηση (στοιχείο b), την επείγουσα επέμβαση (στοιχείο c), την τεχνική κανονιστική ρύθμιση (στοιχείο d) και την επιβολή κυρώσεων (στοιχείο e), στις οποίες προστίθενται η εποπτεία των οργανισμών αξιολόγησης (στοιχείο f), η παραλαβή και η επίλυση των αναφορών των προσώπων περί της παραβάσεως των ρητρών ανθρωπιάς των άρθρων 26 και 27 (στοιχείο g), η ετήσια αναφορά προς το Κοινοβούλιο (στοιχείο h), η διεθνής εκπροσώπηση (στοιχείο i) και η έρευνα (στοιχείο j). Η αρμοδιότητα του στοιχείου g) παρέχει στον πολίτη μια απλή, δωρεάν διοικητική οδό κατά της εξαρτήσεως της πρόσβασης και της αυτόματης λογοκρισίας, άνευ αφαιρέσεως του δικαιώματός του να προσφύγει απευθείας στο δικαστήριο. Η ετήσια δημόσια έκθεση περί της καταστάσεως του κινδύνου, με προθεσμία την 31η Μαρτίου, η οποία περιλαμβάνει και τις αναφορές περί των άρθρων 26 και 27, είναι το μέσον διά του οποίου το Κοινοβούλιο και το κοινό δύνανται να παρακολουθούν την εξέλιξη των ικανοτήτων και την επάρκεια του νόμου· έχει ως πρότυπο τις ετήσιες εκθέσεις της Εθνικής Επιτροπής Ελέγχου των Πυρηνικών Δραστηριοτήτων και της Εθνικής Αρχής Εποπτείας της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η αρμοδιότητα της έρευνας (στοιχείο j) είναι αναγκαία διότι η αξιολόγηση, η ερμηνευσιμότητα και η ευθυγράμμιση των συστημάτων είναι επιστημονικοί τομείς εν διαμορφώσει, στους οποίους μια αρχή η οποία απλώς εφαρμόζει τα πρότυπα άλλων παραμένει μονίμως εν υστερήσει.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 33 ρυθμίζει το προσωπικό και τη χρηματοδότηση. Οι παράγραφοι (1) και (2) απαντούν στο ερώτημα από το οποίο εξαρτάται ο όλος νόμος: ποίος θα αξιολογεί τα συστήματα αιχμής. Το εξειδικευμένο προσωπικό διορίζεται αποκλειστικώς διά διαγωνισμού, ανοικτού σε οιοδήποτε πρόσωπο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις σπουδών και εμπειρίας, προκηρυσσομένου τουλάχιστον 30 ημέρες προηγουμένως, και η εξεταστική επιτροπή, τουλάχιστον 5 μελών, περιλαμβάνει τουλάχιστον 3 καθηγητές πανεπιστημίου από τον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών, προτεινομένους από τα διαπιστευμένα πανεπιστήμια τα οποία οργανώνουν διδακτορικές σπουδές στους τομείς αυτούς. Η πλειοψηφική παρουσία των καθηγητών πανεπιστημίου στην επιτροπή έχει διπλό ρόλο: διασφαλίζει ότι η επιλογή γίνεται επί τη βάσει επαληθεύσιμης επιστημονικής επάρκειας, και ουχί επί διοικητικών ή πολιτικών κριτηρίων, και εξάγει την πρόσληψη εκτός της επιρροής της βιομηχανίας, δεδομένου ότι τα μέλη της επιτροπής υπόκεινται στα ίδια ασυμβίβαστα με το προσωπικό της Αρχής. Η δημοσίευση της συνθέσεως της επιτροπής και των αποτελεσμάτων διασφαλίζει τον δημόσιο έλεγχο. Το πρότυπο είναι εκείνο των διαγωνισμών για τις διδακτικές και ερευνητικές θέσεις (νόμος περί ανωτάτης εκπαιδεύσεως αριθ. 199/2023) και των εξεταστικών επιτροπών της δικαιοσύνης, στις οποίες η συμμετοχή εξωτερικών μελών με επαγγελματικό κύρος είναι η εγγύηση αντικειμενικότητας. Η παράγραφος (3) προβλέπει την αμοιβή σε επίπεδο ανταγωνιστικό προς τον ιδιωτικό τομέα, κατά το ίδιον σύστημα μισθοδοσίας της ANCOM, καθοριζομένη ετησίως επί τη βάσει δημοσιευομένης μελέτης αγοράς· δεδομένου ότι το προσωπικό της ANCOM εξαιρείται του νόμου-πλαισίου αριθ. 153/2017 διά του άρθρου 2 παράγραφος (2) αυτού, δεν είναι αναγκαία ουδεμία παρέκκλιση, όπερ συνιστά έναν εκ των λόγων της επιλογής της οργανώσεως εντός της ANCOM. Άνευ ανταγωνιστικής αμοιβής, ο θεσμός δεν θα ηδύνατο να προσλάβει ουδένα ειδικό ικανό να αξιολογήσει ένα σύστημα αιχμής. Η παράγραφος (4) επεκτείνει τα ασυμβίβαστα στο σύνολο του προσωπικού, με προθεσμία 2 ετών. Η παράγραφος (5) προβλέπει τη χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της ANCOM, από τέλη κοινοποιήσεως, αξιολογήσεως και αδειοδοτήσεως (κατά το πρότυπο των τελών που εισπράττονται από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων και από την Εθνική Επιτροπή Ελέγχου των Πυρηνικών Δραστηριοτήτων) και από ποσοστό 50% των προστίμων, συνιστώμενο σε ταμείο έρευνας στην ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, εμφανιζόμενο διακριτώς· ο προορισμός αυτός των προστίμων δικαιολογείται από το γεγονός ότι η κοινωνική ζημία που παράγεται διά της παραβάσεως του νόμου είναι ακριβώς το έλλειμμα γνώσεως σε θέματα ασφάλειας.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 34 ιδρύει το επιστημονικό συμβουλευτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από 9 αναγνωρισμένους ερευνητές, εκ των οποίων τουλάχιστον 3 από το εξωτερικό, με αρμοδιότητες γνωμοδοτήσεως επί των προτύπων, του καταλόγου των κρίσιμων ικανοτήτων και της προσαρμογής των ορίων, και με το δικαίωμα δημοσιεύσεως χωριστών απόψεων. Η παρουσία αλλοδαπών μελών είναι αναγκαία διότι η κορυφαία εμπειρογνωσία στον τομέα είναι συγκεντρωμένη σε ολίγα κέντρα του κόσμου, ενώ το δικαίωμα σε δημόσια χωριστή άποψη είναι η εγγύηση ότι η συμβουλευτική γνώμη δεν δύναται να αγνοηθεί σιωπηρώς. Το πρότυπο είναι εκείνο της επιστημονικής επιτροπής της Υπηρεσίας ΤΝ (άρθρο 68 του κανονισμού για την ΤΝ) και των επιστημονικών συμβουλίων των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών οργανισμών.

Κεφάλαιο VII – Η ευθύνη (άρθρα 35–45)

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 35 θεσπίζει την αντικειμενική, εις ολόκληρον, αστική ευθύνη του φορέα ανάπτυξης και του φορέα εκμετάλλευσης για τις ζημίες που προκαλούνται από σύστημα αιχμής, περιλαμβανομένων εκείνων διά αυτονόμων ενεργειών του συστήματος, διά της χρήσεως από τρίτους ή διά της διαρροής των βαρών. Το θεμέλιο είναι το άρθρο 1376 του Αστικού Κώδικα (η ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από πράγματα, ανεξαρτήτως οιασδήποτε υπαιτιότητας), στο οποίο ο νόμος παραπέμπει ρητώς, αποφεύγοντας τον παραλληλισμό· ο νόμος δεν δημιουργεί νέα ευθύνη, αλλά διευκρινίζει την εφαρμογή της ευθύνης για τα πράγματα σε μια κατηγορία «πραγμάτων» των οποίων η αυτονομία καθιστά αβεβαία την έννοια της «νομικής φυλάξεως». Το ειδικό πρότυπο είναι ο νόμος αριθ. 703/2001 περί της αστικής ευθύνης για πυρηνικές ζημίες, ο οποίος διοχετεύει την ευθύνη αποκλειστικώς επί του φορέα εκμετάλλευσης της εγκαταστάσεως, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, με υποχρεωτική ασφάλιση και με περιορισμένους λόγους απαλλαγής· το ίδιο πρότυπο χρησιμοποιείται από τη Σύμβαση των Παρισίων του 1960 και από τη Σύμβαση της Βιέννης του 1963 περί της αστικής ευθύνης για πυρηνικές ζημίες.

Η παράγραφος (2) περιορίζει τους λόγους απαλλαγής στην αποκλειστική πράξη του θύματος και στην ανωτέρα βία εξωτερική του συστήματος και αποκλείει ρητώς από την έννοια της ανωτέρας βίας την απρόβλεπτη συμπεριφορά του συστήματος, το σφάλμα αξιολογήσεως, την πράξη του τρίτου ο οποίος απέκτησε πρόσβαση και την έλλειψη επιστημονικής γνώσεως κατά την ημερομηνία της θέσεως σε λειτουργία. Ο τελευταίος αυτός αποκλεισμός αίρει την υπεράσπιση του «κινδύνου αναπτύξεως» («development risk defence»), που επιτρέπεται από το άρθρο 7 στοιχείο ε) της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ και διατηρείται, με δυνατότητα παρεκκλίσεως εκ μέρους των κρατών μελών, στην οδηγία (ΕΕ) 2024/2853, πλην όμως θα ήτο ασυμβίβαστη με την προκείμενη του νόμου: εάν ο φορέας ανάπτυξης επικαλείται το γεγονός ότι δεν ηδύνατο να γνωρίζει τον κίνδυνο, επιβεβαιώνει ακριβώς την αβεβαιότητα η οποία δικαιολογεί το καθεστώς αδειοδοτήσεως και πρέπει να ευθύνεται διότι έθεσε σε λειτουργία το σύστημα εντός της αβεβαιότητας αυτής. Η παράγραφος (3) δηλώνει άκυρες τις ρήτρες περιορισμού της ευθύνης έναντι τρίτων και τις επιτρέπει μεταξύ επαγγελματιών μόνον για περιουσιακές ζημίες, εντός των ορίων των ασφαλισμένων ποσών. Η παράγραφος (4) καθορίζει προθεσμίες παραγραφής 10 ετών από τη γνώση και 30 ετών από την πράξη, ταυτόσημες με εκείνες του νόμου αριθ. 703/2001 και δικαιολογημένες από τον λανθάνοντα χαρακτήρα ορισμένων ζημιών. Η παράγραφος (5) συντονίζει το άρθρο με την ευθύνη για τα ελαττωματικά προϊόντα (νόμος αριθ. 240/2004 και η μέλλουσα μεταφορά της οδηγίας (ΕΕ) 2024/2853), την οποία δεν αποκλείει, πλην όμως με την απαγόρευση της διπλής αποκαταστάσεως, αποφεύγοντας ούτω την κανονιστική επικάλυψη.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 36 επιβάλλει την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης ή ισοδύναμη χρηματική εγγύηση, με ελάχιστα όρια 100 εκατομμυρίων ευρώ για τα συστήματα κατηγορίας I και 1 δισεκατομμυρίου ευρώ για εκείνα της κατηγορίας II, και την ευθεία αγωγή του θύματος κατά του ασφαλιστού. Το πρότυπο είναι ο νόμος αριθ. 703/2001 (η υποχρεωτική ασφάλιση ή χρηματική εγγύηση του πυρηνικού φορέα εκμετάλλευσης) και ο νόμος αριθ. 132/2017 περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης αυτοκινήτων (η ευθεία αγωγή του ζημιωθέντος προσώπου κατά του ασφαλιστού). Τα ποσά είναι σταθμισμένα κατά τη χρηματοοικονομική ικανότητα των φορέων ανάπτυξης αιχμής (αποτιμωμένων σε εκατοντάδες δισεκατομμυρίων δολαρίων) και κατά την έκταση των δυνατών ζημιών· τα συστήματα κατηγορίας III δεν εμφανίζονται, διότι δεν δύνανται να τεθούν σε λειτουργία. Η υποχρέωση ασφαλίσεως έχει και λειτουργία έμμεσης ρυθμίσεως: οι ασφαλιστές θα επιβάλουν, διά των όρων αναλήψεως, πρότυπα ασφάλειας τα οποία ο νόμος δεν δύναται να εξειδικεύσει.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 37 καθορίζει τις διοικητικές παραβάσεις, περιλαμβανομένων, στην παράγραφο (1) στοιχεία e) και f), εκείνων που αφορούν τη σήμανση του παραγομένου περιεχομένου, την ενημέρωση του χρήστη και τον εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση, για τις οποίες η παράγραφος (2) δευτέρα φράση προβλέπει ανώτατο όριο σε σταθερό ποσό, μειωμένο, οσάκις η πράξη τελείται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει την ιδιότητα φορέα ανάπτυξης ή φορέα εκμετάλλευσης συστήματος αιχμής, εξ απαιτήσεως της αναλογικότητας της κυρώσεως. Οι διοικητικές παραβάσεις είναι διαρθρωμένες σε βαθμίδες σοβαρότητας, με ποσοστιαία πρόστιμα επί του παγκόσμιου κύκλου εργασιών (1–3%, 2–5%, 3–7%, 5–10%), κατά το πρότυπο του άρθρου 99 του κανονισμού για την ΤΝ (έως 7%) και του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ (έως 4%), και με σταθερά πρόστιμα για τα πρόσωπα άνευ κύκλου εργασιών (παράγραφος (2)). Η παράγραφος (3) προβλέπει τις συμπληρωματικές κυρώσεις, περιλαμβανομένης της δημεύσεως των βαρών, ειδικής κυρώσεως άνευ της οποίας το πρόστιμο θα ήτο απλώς ένα κόστος συναλλαγής. Η παράγραφος (4) παραπέμπει στο γενικό καθεστώς του διατάγματος της Κυβέρνησης αριθ. 2/2001, με δύο παρεκκλίσεις διατυπωμένες κατά το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000: τον αποκλεισμό της δυνατότητας καταβολής του ημίσεος του ελαχίστου του προστίμου (άρθρο 28 του διατάγματος), ασυμβίβαστον με τα ποσοστιαία πρόστιμα, και προθεσμία παραγραφής 5 ετών εις αντικατάστασιν εκείνης των 6 μηνών (άρθρο 13 παράγραφος (1) του διατάγματος), δικαιολογημένη από την πολυπλοκότητα της διαπιστώσεως. Οι διοικητικές παραβάσεις του παρόντος νόμου δεν επικαλύπτονται με εκείνες του κανονισμού για την ΤΝ: τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 101 του κανονισμού επιβάλλονται αποκλειστικώς από την Επιτροπή, για την παράβαση των υποχρεώσεων του κανονισμού, ενώ οι παρούσες διοικητικές παραβάσεις κυρώνουν την παράβαση των υποχρεώσεων του νόμου (κοινοποίηση, σχέδιο ασφάλειας, διαχωρισμός των λειτουργιών, ασφάλεια των βαρών, υποχρεώσεις των παρόχων υποδομής), οι οποίες δεν έχουν αντίστοιχο στον κανονισμό.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 38 ανοίγει νέο τμήμα, «Η παύση της παροχής των υπηρεσιών και η παρεμπόδιση της πρόσβασης», το οποίο ανταποκρίνεται σε ένα πρακτικό όριο του όλου καθεστώτος: οι πλείστοι φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων αιχμής δεν έχουν έδρα, περιουσιακά στοιχεία ή προσωπικό στη Ρουμανία, ούτως ώστε τα ποσοστιαία πρόστιμα και η ποινική ευθύνη των παραγόντων αποφάσεως δύνανται να παραμείνουν άνευ αποτελέσματος επ' αυτών. Ο μόνος πραγματικός μοχλός του ρουμανικού κράτους έναντι ενός τοιούτου φορέα εκμετάλλευσης είναι η πρόσβαση στους χρήστες του εδάφους του. Η παράγραφος (1) θεσπίζει, κατά συνέπεια, την υποχρέωση του μη συμμορφούμενου φορέα εκμετάλλευσης να παύσει την παροχή της υπηρεσίας προς τα πρόσωπα που ευρίσκονται στη Ρουμανία εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως διαπιστώσεως της μη συμμορφώσεως· η υποχρέωση δεν είναι κύρωση, αλλά η φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι η υπηρεσία δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις παροχής, κατά το πρότυπο της αποσύρσεως από την αγορά των μη συμμορφούμενων προϊόντων (άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 για την εποπτεία της αγοράς). Η παράγραφος (2) προβλέπει τη δημοσίευση της αποφάσεως στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, μέσον διαφάνειας με διπλό ρόλο: την ενημέρωση των χρηστών και των παρόχων επικοινωνιών και τη δημιουργία της προϋποθέσεως της γνώσεως για το έγκλημα που προβλέπεται στο άρθρο 43· το πρότυπο είναι ο δημόσιος κατάλογος των μη αδειοδοτημένων φορέων τυχερών παιγνίων που τηρείται από την Εθνική Υπηρεσία Τυχερών Παιγνίων κατά την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 77/2009. Η παράγραφος (3) κυρώνει τη συνέχιση της παροχής με πρόστιμο από 1.000.000 έως 10.000.000 ευρώ, σε ισοδύναμο λέι, επιβαλλόμενο για έκαστο μήνα ή τμήμα μηνός συνεχίσεως, έως τη συμμόρφωση ή την παύση· ο περιοδικός χαρακτήρ του προστίμου είναι ειλημμένος από τον θεσμό των χρηματικών ποινών εξαναγκασμού που προβλέπονται στο άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και στο άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 για τις ψηφιακές υπηρεσίες, και είναι ο μόνος ο οποίος διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα έναντι φορέως με έσοδα δισεκατομμυρίων. Το ποσό εκφράζεται σε ευρώ, με καταβολή σε λέι κατά την ισοτιμία της ημέρας, τεχνική επιτρεπομένη από τον νόμο αριθ. 24/2000 και χρησιμοποιούμενη στη χρηματοπιστωτική νομοθεσία. Η παράγραφος (4) ρυθμίζει τη διαγραφή κατά τη συμμόρφωση, ενώ η παράγραφος (5) επεκτείνει το καθεστώς στον φορέα ανάπτυξης ο οποίος παρέχει απευθείας πρόσβαση, προς αποφυγή της καταστρατηγήσεως διά της απουσίας διακριτού φορέα εκμετάλλευσης.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 39 ρυθμίζει την παρεμπόδιση της πρόσβασης, ως προσωρινό διοικητικό μέτρο, επικουρικό της υποχρεώσεως παύσεως. Η παράγραφος (1) την εξαρτά από αιτιολογημένη απόφαση της Αρχής και την περιορίζει στη διάρκεια της εγγραφής στον κατάλογο· η παράγραφος (2) τη θέτει σε εκτέλεση διά των παρόχων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εντός 48 ωρών, με την τεχνική υποστήριξη της ANCOM, κατά τον μηχανισμό ο οποίος λειτουργεί ήδη στο ρουμανικό δίκαιο για τους μη αδειοδοτημένους ιστοτόπους τυχερών παιγνίων (πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 77/2009) και για το παράνομο περιεχόμενο (νόμος αριθ. 365/2002, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065). Η παράγραφος (3) διασφαλίζει την αναλογικότητα: η παρεμπόδιση αφορά αποκλειστικώς τη μη συμμορφούμενη υπηρεσία, και ουχί την όλη δραστηριότητα του φορέα εκμετάλλευσης, και παύει αυτοδικαίως κατά τη διαγραφή. Η παράγραφος (4) είναι αναγκαία για τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης: για τις υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο κράτος μέλος, το άρθρο 3 παράγραφοι 4–6 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ περί του ηλεκτρονικού εμπορίου, μεταφερθείσας διά του νόμου αριθ. 365/2002, επιτρέπει τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας μόνον για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή προστασίας της υγείας, διά μέτρου αναλογικού, λαμβανομένου κατά περίπτωση και με την προηγουμένη κοινοποίηση του κράτους προελεύσεως και της Επιτροπής· ο νόμος παραπέμπει ρητώς στη διαδικασία αυτή. Η παράγραφος (5) διασφαλίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη (άρθρα 21 και 52 του Συντάγματος): προσφυγή εντός 30 ημερών ενώπιον του Εφετείου Βουκουρεστίου, εκδίκαση κατεπειγόντως, άνευ αναστολής της εκτελέσεως, λύση ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 14 παράγραφος (4) και δικαιολογημένη από τον προληπτικό χαρακτήρα του μέτρου. Η παράγραφος (6) απαλλάσσει τους παρόχους επικοινωνιών από την ευθύνη για την εκτέλεση της αποφάσεως, κατά το πρότυπο των άρθρων 12–15 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (άρθρα 11 επ. του νόμου αριθ. 365/2002).

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 40 ποινικοποιεί τη μη αδειοδοτημένη θέση σε λειτουργία και τη συνέχιση της εκμεταλλεύσεως μετά την εντολή διακοπής, με φυλάκιση από 2 έως 7 έτη, αντιστοίχως από 5 έως 12 έτη εάν η πράξη είχε ως συνέπεια την εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας. Η ποινικοποίηση ακολουθεί το πρότυπο των άρθρων 44 επ. του νόμου αριθ. 111/1996 (η άνευ άδειας διεξαγωγή πυρηνικών δραστηριοτήτων, τιμωρουμένη με φυλάκιση). Τα όρια της ποινής είναι εκείνα των εγκλημάτων σοβαρού κινδύνου του Ποινικού Κώδικα (παραδείγματος χάριν, άρθρο 345 – η μη τήρηση του καθεστώτος των πυρηνικών υλικών, 3–10 έτη). Ο νόμος δεν τροποποιεί τον Ποινικό Κώδικα, αλλά θεσπίζει εγκλήματα σε ειδικό νόμο, κατά το άρθρο 1 παράγραφος (1) του νόμου αριθ. 24/2000 και την πάγια πρακτική της ειδικής νομοθεσίας (νόμος αριθ. 111/1996, νόμος αριθ. 535/2004 περί της προλήψεως και καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας).

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 41 ποινικοποιεί την ψευδή αξιολόγηση και την παρακώλυση του ελέγχου. Η υποβολή ψευδών δεδομένων περί των ικανοτήτων ή η διαμόρφωση του συστήματος ούτως ώστε να παρουσιάζει στους αξιολογητές ικανότητες διαφορετικές των πραγματικών (παράγραφος (1), 3–10 έτη) είναι το ειδικό έγκλημα του καθεστώτος: ένα σύστημα αδειοδοτήσεως βασιζόμενο στις αποδείξεις που παρέχονται από τον αιτούντα δεν δύναται να λειτουργήσει εάν η παραποίησή τους είναι απλώς διοικητική παράβαση. Το πρότυπο είναι, στο συγκριτικό δίκαιο, το τμήμα 1001 του τίτλου 18 του Κώδικα των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο τιμωρεί με έως 5 έτη τις ψευδείς δηλώσεις που γίνονται προς τις ομοσπονδιακές αρχές. Η δευτέρα περίπτωση (η διαμόρφωση του συστήματος προς εξαπάτηση της αξιολογήσεως) ανταποκρίνεται στο προηγούμενο του «Dieselgate» του 2015, στο οποίο τα οχήματα ανίχνευαν τις συνθήκες δοκιμής και μετέβαλλαν τη συμπεριφορά τους, και στην κρίσιμη ικανότητα του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχείο d). Η παρακώλυση της πρόσβασης και η καταστροφή των ημερολογίων (παράγραφος (2), 1–5 έτη) ακολουθούν το πρότυπο του άρθρου 275 του Ποινικού Κώδικα (η αφαίρεση ή καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων ή εγγράφων). Τα αντίποινα κατά των καταγγελλόντων (παράγραφος (3), 6 μήνες–3 έτη ή χρηματική ποινή) συμπληρώνουν την προστασία του άρθρου 21· ο νόμος αριθ. 361/2022 κυρώνει τα αντίποινα μόνον ως διοικητική παράβαση, όπερ είναι ανεπαρκές για έναν τομέα στον οποίο το διακύβευμα της σιωπής ενός εργαζομένου δύναται να είναι δισεκατομμυρίων ευρώ.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 42 ποινικοποιεί την ανάπτυξη των απαγορευμένων συστημάτων: την εκ προθέσεως εκπαίδευση, σχεδίαση ή εκμετάλλευση υπό τις συνθήκες που απαγορεύονται από το άρθρο 15, το άρθρο 25 παράγραφοι (2) και (3), το άρθρο 28 ή το άρθρο 29 (παράγραφος (1), 3–10 έτη)· την αποκάλυψη των βαρών των συστημάτων κατηγορίας II ή III (παράγραφος (2), 5–15 έτη), πράξη της οποίας η σοβαρότητα κείται μεταξύ της αποκαλύψεως κρατικών μυστικών (άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα) και της προδοσίας διά μεταδόσεως κρατικών μυστικών (άρθρο 395 του Ποινικού Κώδικα, 10–20 έτη)· και τη διακεκριμένη μορφή, οσάκις οι πράξεις είχαν ως συνέπεια τον θάνατο, τη σωματική βλάβη, ιδιαιτέρως σοβαρή ζημία ή την απώλεια του ανθρωπίνου ελέγχου επί του συστήματος (παράγραφος (3), 10–20 έτη), με όρια αντιστοιχούντα στα εγκλήματα κατά της ζωής του Ποινικού Κώδικα. Η απαίτηση του δόλου στην παράγραφο (1) διαχωρίζει το έγκλημα από τη διοικητική παράβαση του άρθρου 37 παράγραφος (1) στοιχείο d), η οποία κυρώνει τις ίδιες παραβάσεις τελεσθείσες άνευ δόλου.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 43 ποινικοποιεί την άνευ δικαιώματος πρόσβαση, από το έδαφος της Ρουμανίας, διά καταστρατηγήσεως του μέτρου παρεμποδίσεως, σε υπηρεσία εγγεγραμμένη στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, μετά τη δημοσίευση αυτού, με φυλάκιση από ένα έως 3 έτη ή με χρηματική ποινή. Η διάταξη κλείνει το κύκλωμα εφαρμογής του νόμου: άνευ αυτής, η παρεμπόδιση θα ηδύνατο να παρακαμφθεί διά τρεχόντων τεχνικών μέσων (εικονικά ιδιωτικά δίκτυα, ενδιάμεσοι διακομιστές), και ο μη συμμορφούμενος φορέας εκμετάλλευσης θα εξηκολούθει να εξυπηρετεί τους Ρουμάνους χρήστες. Ο εισηγητής έχει συνείδηση ότι η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς του χρήστου είναι η διάταξη η πλέον επιδεκτική αντιρρήσεων αναλογικότητας και τη δόμησε, διά τούτο, με τέσσερις αθροιστικές εγγυήσεις: η πράξη πρέπει να τελείται «άνευ δικαιώματος»· πρέπει να συνίσταται στην καταστρατήγηση μέτρου παρεμποδίσεως πραγματικώς διαταχθέντος, άρα σε ενεργητική συμπεριφορά, και ουχί σε απλή χρήση· η υπηρεσία πρέπει να είναι εγγεγραμμένη σε δημόσιο κατάλογο, όπερ αποκλείει την πλάνη περί του παρανόμου χαρακτήρος· και η ποινή είναι διαζευκτική (φυλάκιση από ένα έως 3 έτη ή χρηματική ποινή), με όρια παραπλήσια εκείνων του εγκλήματος της παρανόμου πρόσβασης σε πληροφοριακό σύστημα του άρθρου 360 παράγραφος (1) του Ποινικού Κώδικα (3 μήνες – 3 έτη ή χρηματική ποινή), πράξη με την οποία ομοιάζει διαρθρωτικά. Η παράγραφος (2) εξαιρεί την πρόσβαση προς σκοπόν αξιολογήσεως, έρευνας ή ασκήσεως των υπηρεσιακών αρμοδιοτήτων, με την προηγουμένη άδεια της Αρχής, προς μη παρεμπόδιση ακριβώς της εποπτικής δραστηριότητας. Η ευθύνη του νομικού προσώπου στοιχειοθετείται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα, άνευ ανάγκης ειδικού κανόνος. Κατά το άρθρο 45 παράγραφος (1), το έγκλημα αυτό διώκεται και δικάζεται κατά το κοινό δίκαιο, μη δικαιολογουμένης της αρμοδιότητας της DIICOT.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 44 ρυθμίζει την ευθύνη των προσώπων με θέσεις αποφάσεως. Η παράγραφος (1) διευκρινίζει ότι τα εγκλήματα καταλογίζονται εις βάρος των φυσικών προσώπων τα οποία διέταξαν, ενέκριναν ή ανέχθηκαν, γνωρίζοντα τις περιστάσεις, την τέλεση των πράξεων, ανεξαρτήτως της ιδιότητάς τους και ανεξαρτήτως της ευθύνης του νομικού προσώπου, στοιχειοθετουμένης κατά το άρθρο 135 του Ποινικού Κώδικα· το κείμενο δεν δημιουργεί νέα μορφή συμμετοχής, αλλά αίρει την υπεράσπιση της διαχύσεως της ευθύνης σε σύνθετες εταιρικές δομές. Η παράγραφος (2) αποκλείει τον λόγο μη τιμωρησίας της εντολής του ανωτέρου ή του διοικητικού οργάνου, κατά το πρότυπο του άρθρου 33 του Καταστατικού της Ρώμης και του άρθρου 21 παράγραφος (2) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο δεν αναγνωρίζει την προδήλως παράνομη εντολή ως λόγο άρσεως του αδίκου. Ο νόμος δεν περιέχει ίδιο κανόνα περί της εφαρμογής του ποινικού νόμου στον χώρο, δεδομένου ότι το άρθρο 8 παράγραφος (4) του Ποινικού Κώδικα (το έγκλημα θεωρείται τελεσθέν στο έδαφος της Ρουμανίας και οσάκις το αποτέλεσμα επήλθε, έστω και εν μέρει, στο έδαφος αυτό) και τα άρθρα 9–11 του Ποινικού Κώδικα (οι αρχές της προσωπικότητας, της πραγματικότητας και της καθολικότητας) είναι επαρκή, ενώ ένας κανόνας παραπομπής θα συνιστούσε παραλληλισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 45 καθορίζει την αρμοδιότητα και τα προσωρινά μέτρα. Η ποινική δίωξη ανήκει υποχρεωτικώς στον εισαγγελέα της Διευθύνσεως Διερευνήσεως των Εγκλημάτων Οργανωμένου Εγκλήματος και Τρομοκρατίας (παράγραφος (1)), δομής η οποία έχει ήδη την αρμοδιότητα για τα πληροφορικά και τα τρομοκρατικά εγκλήματα (άρθρο 11 της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 78/2016), ενώ η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό ανήκει στο πρωτοδικείο, κατά τον γενικό κανόνα του άρθρου 36 παράγραφος (1) στοιχείο c) του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τα εγκλήματα που ανατίθενται διά νόμου στην αρμοδιότητά του. Η παράγραφος (2) επιτρέπει στον εισαγγελέα να διατάξει, ως προσωρινό μέτρο, τη διακοπή του συστήματος, τη σφράγιση της υποδομής και τη δέσμευση των βαρών, με την επιβεβαίωση του δικαστού δικαιωμάτων και ελευθεριών εντός 48 ωρών, κατά το πρότυπο των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 249 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και της πληροφορικής έρευνας του άρθρου 168· η ταχεία δικαστική επιβεβαίωση διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τα άρθρα 21 και 53 του Συντάγματος.

Κεφάλαιο VIII – Διεθνής συνεργασία. Μεταβατικές και τελικές διατάξεις (άρθρα 46–50)

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 46 καθορίζει τις υποχρεώσεις εξωτερικής δράσεως της Κυβερνήσεως: την προώθηση, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ισοδυνάμου καθεστώτος προηγουμένης αδειοδοτήσεως και κοινής ευρωπαϊκής ικανότητας αξιολογήσεως (παράγραφος (1))· τη διαπραγμάτευση, στο πλαίσιο του ΟΗΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΝΑΤΟ και άλλων οργανισμών, συνθήκης περί του περιορισμού και της επαληθεύσεως των υπολογιστικών ικανοτήτων αιχμής, της απαγορεύσεως των αυτόνομων θανατηφόρων όπλων και της απαγορεύσεως των συστημάτων κατηγορίας III, με ετήσια αναφορά προς το Κοινοβούλιο (παράγραφος (2))· και τη σύναψη συμφωνιών αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αξιολογήσεων (παράγραφος (3)). Το άρθρο αναγνωρίζει ανοικτά, κατά την αρχή του άρθρου 2 στοιχείο g), ότι ο εθνικός νόμος δεν δύναται να επιλύσει μόνος ένα παγκόσμιο πρόβλημα· μετατρέπει όμως τη διαπίστωση αυτή σε υποχρέωση δράσεως, και ουχί σε λόγο αδρανείας. Το ιστορικό πρότυπο είναι η Συνθήκη μη διαδόσεως των πυρηνικών όπλων του 1968, η οποία λειτούργησε διά του ελέγχου των σχασίμων υλικών και διά των επιθεωρήσεων του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενεργείας· το ισοδύναμο για την τεχνητή νοημοσύνη είναι ο έλεγχος και η επαλήθευση του υπολογισμού, που προτείνεται στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία υπό την ονομασία «compute governance» και υποστηρίζεται από τους Hinton, Bengio και πολυαρίθμους ερευνητές στις δημόσιες εκκλήσεις των ετών 2023–2025.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 47 θεσπίζει τη ρήτρα επανεξετάσεως ανά 2 έτη, επί τη βάσει της εκθέσεως της Αρχής και της γνώμης του επιστημονικού συμβουλίου, και απαγορεύει την επίκληση της ελλείψεως επικυρωμένης μεθόδου ελέγχου ως λόγου χαλαρώσεως του καθεστώτος. Η ρήτρα περιοδικής επανεξετάσεως επιβάλλεται από το άρθρο 7 του νόμου αριθ. 24/2000 (η προκαταρκτική εκτίμηση των επιπτώσεων) και από τον ρυθμό της τεχνολογικής εξελίξεως· η δευτέρα φράση κλείνει όμως μια οδό καταστρατηγήσεως: το επιχείρημα ότι «ούτως ή άλλως δεν δυνάμεθα να ελέγξουμε τα συστήματα, άρα η ρύθμιση είναι ανώφελη», το οποίο θα μετέτρεπε την αβεβαιότητα σε άδεια. Ο νόμος απαντά ότι η αβεβαιότητα είναι ο λόγος της ρυθμίσεως, και ουχί της εγκαταλείψεώς της.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 48 περιλαμβάνει τις μεταβατικές διατάξεις, κατά το άρθρο 54 του νόμου αριθ. 24/2000, και θεσπίζει ενιαία προθεσμία συμμορφώσεως 90 ημερών από την έναρξη ισχύος για τους φορείς ανάπτυξης και τους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων αιχμής που ευρίσκονται σε λειτουργία στο έδαφος της Ρουμανίας ή τίθενται στη διάθεση προσώπων της Ρουμανίας (παράγραφος (1)). Εντός της προθεσμίας αυτής, τα συστήματα κοινοποιούνται στην Αρχή και υποβάλλεται η αίτηση αδειοδοτήσεως, και τα κοινοποιηθέντα συστήματα δύνανται να διατηρηθούν σε λειτουργία έως την απόφαση της Αρχής, πλην όμως ουχί πλέον των 12 μηνών, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των κεφ. IV και V (παράγραφος (2))· αποφεύγεται ούτω τόσο το κενό εφαρμογής όσο και η αιφνίδια διακοπή υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται από εκατομμύρια πρόσωπα, πλην όμως καθορίζεται απόλυτο όριο της ανοχής. Η παράγραφος (4) παρέχει την ιδίαν προθεσμία των 90 ημερών για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων σημάνσεως, ενημερώσεως και ορισμού του εκπροσώπου για τη συμμόρφωση, οι δε αντίστοιχες διοικητικές παραβάσεις θα διαπιστώνονται μόνον μετά τη λήξη αυτής. Η παράγραφος (3) προβλέπει ότι οι διατάξεις περί της παύσεως της παροχής, της παρεμποδίσεως και του εγκλήματος της καταστρατηγήσεως (άρθρα 38, 39 και 43) εφαρμόζονται μόνον μετά τη λήξη της προθεσμίας των 90 ημερών, όπερ διασφαλίζει την προβλεψιμότητα για τους φορείς εκμετάλλευσης και τηρεί το άρθρο 15 παράγραφος (2) του Συντάγματος. Η προθεσμία των 90 ημερών είναι η συνήθης στη ρουμανική νομοθεσία για τη συμμόρφωση προς νέες απαιτήσεις αδειοδοτήσεως και είναι επαρκής για την υποβολή της τεκμηριώσεως, δεδομένου ότι οι φορείς ανάπτυξης αιχμής διαθέτουν ήδη τις εσωτερικές αξιολογήσεις που απαιτούνται από τον κανονισμό για την ΤΝ. Η παράγραφος (4) αναθέτει στον πρόεδρο της ANCOM την παραλαβή των κοινοποιήσεων έως τον διορισμό, από το Κοινοβούλιο, του αντιπροέδρου για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, ούτως ώστε η προθεσμία συμμορφώσεως να εκκινεί από την έναρξη ισχύος, άνευ εξαρτήσεως από τη διαδικασία διορισμού.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 49 προβλέπει τα μέτρα οργανώσεως και τους κανόνες εφαρμογής: τον διορισμό, από το Κοινοβούλιο, του αντιπροέδρου για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και τη συμπλήρωση της οργανωτικής δομής και του κανονισμού οργανώσεως και λειτουργίας της ANCOM με την Αρχή, διά αποφάσεως του προέδρου της ANCOM δημοσιευομένης στην Επίσημη Εφημερίδα, εντός 90 ημερών, και τους μεθοδολογικούς κανόνες εντός 180 ημερών, με την ακριβή απαρίθμηση του αντικειμένου αυτών (η διαδικασία αδειοδοτήσεως, τα πρότυπα αξιολογήσεως, ασφάλειας των βαρών και ικανότητας διακοπής, ο κατάλογος των κρίσιμων ικανοτήτων και τα επίπεδα σημαντικότητας, το όριο της υποδομής, τα τέλη και η ασφάλιση). Η ανάθεση προς την Κυβέρνηση περιορίζεται σε τεχνικά και διαδικαστικά ζητήματα, συμφώνως προς τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά την οποία τα ουσιώδη στοιχεία της ρυθμίσεως πρέπει να καθορίζονται διά νόμου (παραδείγματος χάριν, η απόφαση αριθ. 51/2016), όλων των ουσιωδών στοιχείων – υποχρεώσεων, απαγορεύσεων, κυρώσεων, ορίων – περιλαμβανομένων στον νόμο.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 50 καθορίζει την έναρξη ισχύος 30 ημέρες από τη δημοσίευση, εξαιρέσει των ποινικών διατάξεων, οι οποίες τίθενται σε ισχύ σε 6 μήνες, κατά το άρθρο 78 του Συντάγματος και το άρθρο 12 του νόμου αριθ. 24/2000 και τηρουμένης της αρχής της προβλεψιμότητας του ποινικού νόμου (άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Η προθεσμία των 6 μηνών επιτρέπει στους φορείς ανάπτυξης και στους φορείς εκμετάλλευσης να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους προτού η μη τήρηση του νόμου συνεπιφέρει ποινική ευθύνη. Η τελική διατύπωση βεβαιώσεως της υιοθετήσεως, που προβλέπεται στα άρθρα 40 και 46 του νόμου αριθ. 24/2000, υποδεικνύει την τήρηση των άρθρων 75 και 76 παράγραφος (1) του Συντάγματος, του νόμου όντος οργανικού καθόσον ρυθμίζει εγκλήματα και ποινές (άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h)) και τροποποιεί, κατά παρέκκλιση, την οργάνωση αυτόνομης διοικητικής αρχής ιδρυθείσας διά οργανικού νόμου (άρθρο 117 παράγραφος (3)).

3. Η συμμόρφωση προς τους κανόνες νομοτεχνικής (νόμος αριθ. 24/2000)

Το σχέδιο συνετάγη με αυστηρή τήρηση του νόμου αριθ. 24/2000, όπως αναδημοσιεύθηκε, ως ακολούθως. Η θεμελίωση και η προκαταρκτική εκτίμηση των επιπτώσεων (άρθρα 6, 7 και 30–31) περιλαμβάνονται στην παρούσα αιτιολογική έκθεση, με την ανάλυση της υφισταμένης καταστάσεως, των συγκριτικών προτύπων και των αποτελεσμάτων. Η ένταξη στο νομοθετικό σύστημα (άρθρο 13) διασφαλίζεται διά της ρητής αναφοράς στον κανονισμό για την ΤΝ (άρθρο 1 παράγραφος (3) του νόμου) και διά των κανόνων παραπομπής στις συναφείς πράξεις. Η αποφυγή των παραλληλισμών (άρθρο 16) υπήρξε αντικείμενο διακριτής αναλύσεως, παρουσιαζομένης στο σημείο 3 του Τμήματος 5: ουδεμία υφισταμένη ρύθμιση επαναλαμβάνεται, αλλά υιοθετείται διά παραπομπής, και οι παρεκκλίσεις διατυπώνονται ρητώς με τη φράση «κατά παρέκκλιση από», κατά το άρθρο 63. Η ορολογική ενότητα (άρθρο 37) διασφαλίζεται διά των ορισμών του άρθρου 3, οι οποίοι υιοθετούν διά παραπομπής τις έννοιες που έχουν καθιερωθεί από το δίκαιο της Ένωσης και ορίζουν αυτοτελώς, με αιτιολόγηση, τις νέες έννοιες («σύστημα αιχμής», «βάρη», «φορέας εκμετάλλευσης», «θέση σε λειτουργία»), αποφεύγοντας τους όρους με διαφορετική έννοια στον κανονισμό για την ΤΝ («φορέας», «πάροχος», «θέση σε λειτουργία» κατά τον κανονισμό). Το κανονιστικό ύφος (άρθρα 36 και 38) είναι προστακτικό, σε ενεστώτα χρόνο, άνευ επεξηγήσεων εντός παρενθέσεων και άνευ μη καθιερωμένων νεολογισμών· όλοι οι τεχνικοί όροι που χρησιμοποιούνται στο διατακτικό μέρος («βάρη», «αρχιτεκτονική», «εκπαίδευση», «λεπτομερής προσαρμογή», «ενισχυτική μάθηση», «διαρροή», «αυτόνομη αναπαραγωγή», «αναδρομική αυτοβελτίωση», «απόκρυψη των ικανοτήτων», «αποφυγή της εποπτείας», «αντίσταση στη διακοπή», «εξωτερικό εργαλείο», «εγκεκριμένο περιβάλλον λειτουργίας» και οι λοιποί) ορίζονται στο άρθρο 3, διαρθρωμένο σε δύο παραγράφους – έννοιες-αντικείμενα και, αντιστοίχως, εργασίες και συμπεριφορές – ούτως ώστε εκάστη απαρίθμηση να παραμένει εντός του ορίου των γραμμάτων του αλφαβήτου και ούτως ώστε το υλικό στοιχείο των απαγορεύσεων και των εγκλημάτων να έχει συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο. Τα συστατικά μέρη (άρθρα 40–46) είναι: ο τίτλος, το προοίμιο (επιτρεπόμενο από το άρθρο 43 για τη συνοπτική εκφορά της αιτιολογίας, κατά το πρότυπο των νόμων ιδιαιτέρας σημασίας), η εισαγωγική διατύπωση, το διατακτικό μέρος και η διατύπωση βεβαιώσεως της νομιμότητας της υιοθετήσεως. Η διάρθρωση του διατακτικού μέρους (άρθρα 47–56) τηρεί τη σειρά γενικές διατάξεις – διατάξεις ουσιαστικού δικαίου – μεταβατικές διατάξεις – τελικές διατάξεις, με κεφάλαια αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς και τμήματα με αραβικούς· τα άρθρα αριθμούνται συνεχώς, οι παράγραφοι με αραβικούς αριθμούς εντός παρενθέσεων, οι απαριθμήσεις με γράμματα, και ουδεμία απαρίθμηση σημαινομένη διά γράμματος περιλαμβάνει άλλη απαρίθμηση (άρθρο 49 παράγραφος (3))· τα άρθρα δεν φέρουν περιθώριες ονομασίες, δεδομένου ότι το άρθρο 47 παράγραφος (3) τις επιφυλάσσει στους κώδικες και στους νόμους μεγάλης εκτάσεως. Οι κανόνες παραπομπής (άρθρο 50) υποδεικνύουν τα πλήρη στοιχεία ταυτοποιήσεως των πράξεων στις οποίες γίνεται παραπομπή, και οι αναθέσεις προς την Κυβέρνηση (άρθρο 49) περιορίζονται σε διαδικαστικά και τεχνικά ζητήματα. Ο νόμος δεν τροποποιεί και δεν καταργεί ρητώς άλλες κανονιστικές πράξεις, ούτως ώστε δεν είναι εφαρμοστέα τα άρθρα 58–70· οι σημειακές παρεκκλίσεις επιτρέπονται από το άρθρο 63 και δεν επηρεάζουν το κείμενο των πράξεων από τις οποίες γίνεται παρέκκλιση.

Τμήμα 3 – Ο κοινωνικοοικονομικός αντίκτυπος του σχεδίου κανονιστικής πράξης

1. Μακροοικονομικός αντίκτυποςΠεριορισμένος και έμμεσος. Το καθεστώς αδειοδοτήσεως αφορά εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό οικονομικών φορέων (τους φορείς ανάπτυξης των συστημάτων τα οποία υπερβαίνουν τις 10^25 πράξεις κινητής υποδιαστολής – επί του παρόντος, κάτω των είκοσι σε παγκόσμιο επίπεδο, ουδείς με έδρα στη Ρουμανία – και τους παρόχους υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας). Τα συστήματα υπό το όριο και οι εφαρμογές που αναπτύσσονται επί τη βάσει των υφισταμένων μοντέλων δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση. Μεσοπροθέσμως, η ύπαρξη σαφούς πλαισίου και αρμοδίας αρχής συνιστά πλεονέκτημα εγκαταστάσεως για τις επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, διά της προβλεψιμότητας, και μειώνει τον μακροοικονομικό συστημικό κίνδυνο που συνδέεται με ένα μείζον περιστατικό.
1¹. Αντίκτυπος στο ανταγωνιστικό περιβάλλον και στον τομέα των κρατικών ενισχύσεωνΟυδέτερος. Οι υποχρεώσεις εφαρμόζονται άνευ διακρίσεων σε όλους τους φορείς ανάπτυξης και τους φορείς εκμετάλλευσης που εμπίπτουν στο πεδίο του νόμου, ανεξαρτήτως εθνικότητας, και η απλοποιημένη διαδικασία αναγνωρίσεως (άρθρο 9 παράγραφος (7)) διασφαλίζει τη συμβατότητα με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών. Δεν θεσπίζονται κρατικές ενισχύσεις. Η χρηματοδότηση της έρευνας στην ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης από το ταμείο που συνιστάται κατά το άρθρο 33 παράγραφος (3) γίνεται τηρουμένου του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 (απαλλαγές κατά κατηγορία για την έρευνα και ανάπτυξη).
2. Αντίκτυπος στο επιχειρηματικό περιβάλλονΓια τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις: ουδείς άμεσος αντίκτυπος (άρθρο 4 παράγραφος (2))· παραμένουν όμως δικαιούχοι των υπηρεσιών αιχμής και δύνανται να επηρεασθούν εμμέσως από ενδεχομένη παύση της παροχής ή παρεμπόδιση μη συμμορφούμενης υπηρεσίας (άρθρα 38–39), λόγω του οποίου ο νόμος προβλέπει την προθεσμία συμμορφώσεως των 90 ημερών και τη διατήρηση σε λειτουργία έως την απόφαση της Αρχής (άρθρο 48). Για τους παρόχους υπολογιστικής υποδομής: υποχρεώσεις εγγραφής, γνώσεως της πελατείας και αναφοράς, παρεμφερείς προς εκείνες της νομοθεσίας περί της προλήψεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με μειωμένο διοικητικό κόστος. Για τους φορείς ανάπτυξης αιχμής: το κόστος της ανεξάρτητης αξιολογήσεως και της υποχρεωτικής ασφαλίσεως, ανάλογο προς την αξία των επενδύσεων (της τάξεως των εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για ένα μόνον κύκλο εκπαιδεύσεως) και προς την έκταση του κινδύνου.
3. Κοινωνικός αντίκτυποςΘετικός. Ο νόμος προστατεύει τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του προσώπου έναντι μιας κατηγορίας κινδύνων που δεν καλύπτονται από την ισχύουσα νομοθεσία, θεσπίζει την προστασία των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος των εργαστηρίων και διασφαλίζει την αποκατάσταση των ζημιών διά αντικειμενικής ευθύνης και υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Οι ρήτρες ανθρωπιάς (κεφ. V) προστατεύουν τις δημοκρατικές διαδικασίες και τον ανθρώπινο έλεγχο επί των θανατηφόρων αποφάσεων.
4. Περιβαλλοντικός αντίκτυποςΕμμέσως θετικός. Η κοινοποίηση και η τήρηση αρχείου της υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας (άρθρο 7 παράγραφος (3) και άρθρο 22), με σημαντική ενεργειακή κατανάλωση, επιτρέπουν τη συσχέτιση με τις ενεργειακές και περιβαλλοντικές πολιτικές.
5. Άλλες πληροφορίεςΟ νόμος συμβάλλει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Ρουμανία διά της Συμβάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου (CETS αριθ. 225) και διά του ψηφίσματος της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ 78/241 περί των συστημάτων αυτόνομων θανατηφόρων όπλων.

Τμήμα 4 – Ο οικονομικός αντίκτυπος στον γενικό ενοποιημένο προϋπολογισμό, τόσο βραχυπροθέσμως, για το τρέχον έτος, όσο και μακροπροθέσμως (5 έτη)

Ο οικονομικός αντίκτυπος συνίσταται στις δαπάνες οργανώσεως και λειτουργίας της Αρχής για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, εντός της ANCOM, εκτιμώμενες για δυναμικό περίπου 80 θέσεων, εκ των οποίων τουλάχιστον 50 τεχνικοί ειδικοί προσλαμβανόμενοι διά διαγωνισμού και αμειβόμενοι σε επίπεδο αγοράς, και στις δαπάνες της υπολογιστικής υποδομής που είναι αναγκαία για τις αξιολογήσεις. Η οργάνωση εντός της ANCOM, αρχής χρηματοδοτουμένης εξ ολοκλήρου από ίδια έσοδα, μειώνει το κόστος ιδρύσεως (έδρα, υποστηρικτικές λειτουργίες, πληροφοριακά συστήματα) και δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό· τα έσοδα προέρχονται από τον προϋπολογισμό της ANCOM, από τα τέλη κοινοποιήσεως, αξιολογήσεως και αδειοδοτήσεως και από το ποσοστό 50% των προστίμων. Οι κατωτέρω εκτιμήσεις, εκφρασμένες σε εκατομμύρια λέι, είναι ενδεικτικές και θα οριστικοποιηθούν από το Υπουργείο Οικονομικών κατά τη γνωμοδότηση.

ΔείκτεςΤρέχον έτος (2027)2028202920302031Μέσος όρος πενταετίας
1. Μεταβολές των δημοσιονομικών εσόδων, συν/πλην, εκ των οποίων:+5+15+20+25+25+18
a) κρατικός προϋπολογισμός, εξ αυτού: τέλη κοινοποιήσεως, αξιολογήσεως και αδειοδοτήσεως· ποσοστό επί των προστίμων+5+15+20+25+25+18
b) τοπικοί προϋπολογισμοί––––––
c) προϋπολογισμός κρατικών κοινωνικών ασφαλίσεων––––––
2. Μεταβολές των δημοσιονομικών δαπανών, συν/πλην, εκ των οποίων:+45+85+90+95+100+83
a) κρατικός προϋπολογισμός, εξ αυτού: (i) δαπάνες προσωπικού+20+40+42+45+48+39
(ii) αγαθά και υπηρεσίες (περιλαμβανομένης της υπολογιστικής υποδομής για τις αξιολογήσεις)+20+40+43+45+47+39
(iii) κεφαλαιουχικές δαπάνες+5+5+5+5+5+5
b) τοπικοί προϋπολογισμοί––––––
c) προϋπολογισμός κρατικών κοινωνικών ασφαλίσεων––––––
3. Οικονομικός αντίκτυπος, συν/πλην (εκατομμύρια λέι)–40–70–70–70–75–65
4. Προτάσεις για την κάλυψη της αυξήσεως των δημοσιονομικών δαπανώνΟι δαπάνες καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, διά του προϋπολογισμού της Αρχής, και από τα ίδια έσοδα αυτής· προτείνεται, συμπληρωματικώς, η ανακατεύθυνση μέρους των πόρων που διατίθενται στην Εθνική Στρατηγική στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης 2024–2027 και από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Έξυπνη Ανάπτυξη, Ψηφιοποίηση και Χρηματοδοτικά Μέσα 2021–2027 (στόχος πολιτικής 1 – μια εξυπνοτέρα Ευρώπη).
5. Προτάσεις για την αντιστάθμιση της μειώσεως των δημοσιονομικών εσόδωνΔεν συντρέχει περίπτωση· το σχέδιο δεν μειώνει δημοσιονομικά έσοδα.
6. Αναλυτικοί υπολογισμοί περί της θεμελιώσεως των μεταβολών των δημοσιονομικών εσόδων και/ή δαπανώνΔαπάνες προσωπικού: 80 θέσεις, μέσο εκτιμώμενο ακαθάριστο κόστος 40.000 λέι/μήνα για το τεχνικό προσωπικό (50 θέσεις) και 15.000 λέι/μήνα για τους λοιπούς, υπό καθεστώς μισθολογικής παρεκκλίσεως. Αγαθά και υπηρεσίες: ενοικίαση υπολογιστικής χωρητικότητας για τις αξιολογήσεις (εκτιμωμένως 25 εκατομμύρια λέι/έτος), συμβάσεις με ανεξάρτητους οργανισμούς αξιολόγησης, διεθνείς μεταβάσεις. Έσοδα: τέλη αδειοδοτήσεως εκτιμώμενα σε 1–3 εκατομμύρια λέι ανά σύστημα, για 5–10 συστήματα ετησίως.
7. Άλλες πληροφορίεςΟι τιμές εκφράζονται σε εκατομμύρια λέι. Το κόστος ενός μόνου μείζονος περιστατικού που αποτρέπεται (παραδείγματος χάριν, μιας αυτόνομης κυβερνοεπιθέσεως κατά της ενεργειακής υποδομής) υπερβαίνει κατά πλείονες τάξεις μεγέθους το ετήσιο κόστος της Αρχής.

Τμήμα 5 – Τα αποτελέσματα της παρούσης κανονιστικής πράξης επί της ισχυούσης νομοθεσίας

a) ισχύουσες κανονιστικές πράξεις οι οποίες θα τροποποιηθούν ή θα καταργηθούν, συνεπεία της ενάρξεως ισχύος του σχεδίου κανονιστικής πράξης

Το σχέδιο δεν τροποποιεί και δεν καταργεί ρητώς ουδεμία κανονιστική πράξη. Διά της τεχνικής του κανόνος παραπομπής και της ρητής παρεκκλίσεως, παράγει τα ακόλουθα αποτελέσματα επί της ισχυούσης νομοθεσίας:

Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 27/2003 περί της διαδικασίας της σιωπηρής εγκρίσεως – ρητή παρέκκλιση (άρθρο 9 παράγραφος (4) του νόμου): η έλλειψη απαντήσεως της Αρχής δεν ισοδυναμεί με σιωπηρή αδειοδότηση· 1 παρέκκλιση.

Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 22/2009 περί της ιδρύσεως της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες – ρητή παρέκκλιση (άρθρο 31 παράγραφος (2) του νόμου) από το άρθρο 11 παράγραφος (1): ένας επιπλέον αντιπρόεδρος, για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, διοριζόμενος από το Κοινοβούλιο υπό τις ίδιες προϋποθέσεις· 1 παρέκκλιση. Ο νόμος-πλαίσιο αριθ. 153/2017 δεν επηρεάζεται, του προσωπικού της ANCOM εξαιρουμένου της εφαρμογής του διά του άρθρου 2 παράγραφος (2) αυτού.

Ο νόμος περί διοικητικών διαφορών αριθ. 554/2004 – ρητή παρέκκλιση (άρθρο 26 παράγραφος (6) του νόμου): οι προσφυγές κατά των αποφάσεων των δημοσίων αρχών που προβλέπονται στο άρθρο 26 εκδικάζονται από το πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του προσώπου, με έφεση ενώπιον του εφετείου· 1 παρέκκλιση.

Το διάταγμα της Κυβέρνησης αριθ. 2/2001 περί του νομικού καθεστώτος των διοικητικών παραβάσεων – ρητές παρεκκλίσεις (άρθρο 37 παράγραφος (4) του νόμου) από το άρθρο 28 (καταβολή του ημίσεος του ελαχίστου του προστίμου) και από το άρθρο 13 παράγραφος (1) (η προθεσμία παραγραφής της επιβολής της κυρώσεως)· 2 παρεκκλίσεις.

Ο νόμος αριθ. 361/2022 περί της προστασίας των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος – συμπλήρωση του πεδίου εφαρμογής διά κανόνος παραπομπής (άρθρο 21 του νόμου), άνευ τροποποιήσεως του κειμένου· το καθεστώς προστασίας επεκτείνεται στις αναφορές περί των κινδύνων για την ασφάλεια και της αποκρύψεως ικανοτήτων.

Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 78/2016 για την οργάνωση και λειτουργία της Διευθύνσεως Διερευνήσεως των Εγκλημάτων Οργανωμένου Εγκλήματος και Τρομοκρατίας – συμπλήρωση της αρμοδιότητας διά ειδικού νόμου (άρθρο 45 παράγραφος (1) του νόμου), κατά το άρθρο 11 παράγραφος (1) της πράξεως, το οποίο προβλέπει την αρμοδιότητα της DIICOT και για τα εγκλήματα που ανατίθενται διά ειδικών νόμων στην αρμοδιότητά της.

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (άρθρο 22) και ο νόμος αριθ. 190/2018 – κανόνες παραπομπής (άρθρο 26 παράγραφος (8) του νόμου), άνευ τροποποιήσεως.

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 για τις ψηφιακές υπηρεσίες – κανόνας συντονισμού (άρθρο 27 παράγραφος (6) του νόμου): ο νόμος δεν προσθέτει υποχρεώσεις στους παρόχους ενδιαμέσων υπηρεσιών στον εναρμονισμένο τομέα, άνευ τροποποιήσεως.

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 50 (διαφάνεια) και άρθρο 54 (ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος), ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, άρθρο 27, και ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065, άρθρο 13 – κανόνες συντονισμού (άρθρο 17 παράγραφος (6), άρθρο 18 παράγραφος (5) και άρθρο 19 παράγραφος (6) του νόμου): ο νόμος δεν αναπαράγει τις εναρμονισμένες υποχρεώσεις, αλλά καθορίζει την αρμοδία αρχή και τις κυρώσεις, κατά το άρθρο 99 του κανονισμού για την ΤΝ, και θεσπίζει τον εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση στη Ρουμανία για το ίδιον του καθεστώς, άνευ τροποποιήσεως των πράξεων της Ένωσης.

Ο νόμος αριθ. 365/2002 περί του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως αναδημοσιεύθηκε – κανόνας παραπομπής (άρθρο 39 παράγραφος (4) του νόμου) για τη διαδικασία περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που παρέχονται από άλλα κράτη μέλη, άνευ τροποποιήσεως.

Ο Αστικός Κώδικας (άρθρο 1376), ο Ποινικός Κώδικας (άρθρο 135), ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 36, 168, 249), ο νόμος αριθ. 182/2002, η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 155/2024, ο νόμος αριθ. 240/2004 – κανόνες παραπομπής, άνευ τροποποιήσεως.

Συνοπτικώς: 0 καταργούμενες πράξεις, 0 πράξεις τροποποιούμενες στο κείμενο, 5 ρητές παρεκκλίσεις, 3 συμπληρώσεις πεδίου διά κανόνος παραπομπής, 3 κανόνες συντονισμού με το δίκαιο της Ένωσης.

b) κανονιστικές πράξεις οι οποίες θα εκπονηθούν κατόπιν της εφαρμογής των νέων διατάξεων

Απόφαση του Κοινοβουλίου για τον διορισμό του αντιπροέδρου της ANCOM για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και απόφαση του προέδρου της ANCOM για τη συμπλήρωση της οργανωτικής δομής και του κανονισμού οργανώσεως και λειτουργίας με την Αρχή (άρθρο 49 παράγραφος (1), προθεσμία 90 ημερών).

Απόφαση της Κυβερνήσεως για την έγκριση των μεθοδολογικών κανόνων εφαρμογής του νόμου: η διαδικασία κοινοποιήσεως και αδειοδοτήσεως, τα πρότυπα αξιολογήσεως, ασφάλειας των βαρών και ικανότητας διακοπής, ο κατάλογος των κρίσιμων ικανοτήτων και τα επίπεδα σημαντικότητας, το όριο της υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας, το ύψος των τελών και της υποχρεωτικής ασφαλίσεως (άρθρο 49 παράγραφος (2), προθεσμία 180 ημερών).

Απόφαση του προέδρου της ANCOM περί του επιπέδου αμοιβής του εξειδικευμένου προσωπικού της Αρχής, επί τη βάσει της δημοσιευομένης μελέτης αγοράς (άρθρο 33 παράγραφος (3))· η προκήρυξη και ο κανονισμός του διαγωνισμού για το εξειδικευμένο προσωπικό (άρθρο 33 παράγραφοι (1) και (2)).

Απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας της Χώρας περί των προσαρμογών που εφαρμόζονται στα συστήματα του τομέα της άμυνας και της εθνικής ασφάλειας (άρθρο 23).

Αποφάσεις της Κυβερνήσεως περί της περιοδικής προσαρμογής του υπολογιστικού ορίου, κατόπιν προτάσεως της Αρχής (άρθρο 6 παράγραφος (2)).

Ο νόμος εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689, ευρισκόμενος εν εξελίξει εκπονήσεως από την Κυβέρνηση, θα πρέπει να συσχετισθεί με τον παρόντα νόμο ως προς τη συνεργασία μεταξύ των οριζομένων αρχών και της Αρχής (άρθρο 31 παράγραφος (3)).

c) Η ανάλυση των νομοθετικών παραλληλισμών (άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000)

Κατά το άρθρο 16 παράγραφος (1) του νόμου αριθ. 24/2000, «κατά τη διαδικασία της νομοθετήσεως απαγορεύεται η θέσπιση των ιδίων ρυθμίσεων σε πλείονα άρθρα ή παραγράφους της ιδίας κανονιστικής πράξης ή σε δύο ή πλείονες κανονιστικές πράξεις», και προς υπογράμμιση των νομοθετικών συνδέσμων χρησιμοποιείται ο κανόνας παραπομπής. Εκάστη διάταξη του σχεδίου επαληθεύθηκε σε σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία, με τα αποτελέσματα συνοψιζόμενα στον ακόλουθο πίνακα.

Η διάταξη του σχεδίουΙσχύουσα κανονιστική πράξη με παρεμφερές αντικείμενοΤο συμπέρασμα της επαληθεύσεως και η υιοθετηθείσα λύση
Άρθρο 3 στοιχεία a), b), n) – οι ορισμοί του συστήματος ΤΝ, του μοντέλου γενικού σκοπού, του σοβαρού περιστατικούΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 3 σημεία 1, 63, 49Δυνητική επικάλυψη αποφευχθείσα: οι ορισμοί δεν επαναλαμβάνονται, αλλά υιοθετούνται διά κανόνος παραπομπής· το σοβαρό περιστατικό συμπληρώνεται με καταστάσεις μη καλυπτόμενες από τον κανονισμό.
Άρθρο 3 στοιχεία g)–i) – φορέας ανάπτυξης, φορέας εκμετάλλευσης, θέση σε λειτουργίαΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 3 σημεία 3 (πάροχος), 4 (φορέας εφαρμογής), 8 (φορέας), 11 (θέση σε λειτουργία)Διακριτές έννοιες, με διαφορετικό περιεχόμενο (υλική δραστηριότητα, και ουχί διάθεση στην αγορά). Προς αποφυγή της ορολογικής συγχύσεως (άρθρο 37 του νόμου αριθ. 24/2000), ο νόμος χρησιμοποιεί ιδίους όρους, οριζομένους αυτοτελώς.
Άρθρα 5–6 – το όριο των 10^25 FLOP και οι κρίσιμες ικανότητεςΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 51 και παράρτημα XIIIΔεν υφίσταται παραλληλισμός: ο κανονισμός χρησιμοποιεί το όριο για το τεκμήριο συστημικού κινδύνου και για τις υποχρεώσεις επιμελείας του παρόχου· ο νόμος το χρησιμοποιεί για την ενεργοποίηση του εθνικού καθεστώτος αδειοδοτήσεως, σε μη εναρμονισμένους τομείς. Το όριο είναι ταυτόσημο προς συνοχή. Ο κατάλογος των κρίσιμων ικανοτήτων δεν περιλαμβάνει τον επηρεασμό των δημοκρατικών διαδικασιών ή της κοινής γνώμης, ύλη η οποία παραμένει αποκλειστικώς στο πεδίο του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και του άρθρου 50 του κανονισμού, της εκλογικής νομοθεσίας και του Ποινικού Κώδικα· ο νόμος δεν απονέμει ουδεμία αρμοδιότητα περί του περιεχομένου της δημόσιας συζητήσεως.
Άρθρα 7–11 – η κοινοποίηση της εκπαιδεύσεως και η προηγουμένη αδειοδότησηΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 52 (η κοινοποίηση προς την Επιτροπή), άρθρα 53 και 55 (οι υποχρεώσεις των παρόχων)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: ο κανονισμός δεν περιέχει καθεστώς προηγουμένης αδειοδοτήσεως ούτε την κοινοποίηση της εκπαιδεύσεως. Η αδειοδότηση αφορά δραστηριότητες που διεξάγονται στο έδαφος της Ρουμανίας (εκπαίδευση, εκμετάλλευση) και δεν θέτει προϋποθέσεις στη διάθεση στην εσωτερική αγορά· το άρθρο 9 παράγραφος (7) διασφαλίζει την αναγνώριση των συστημάτων που έχουν νομίμως τεθεί σε λειτουργία σε άλλα κράτη μέλη.
Άρθρο 12 – η ασφάλεια των βαρώνΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο δ)· ΠΝΠ αριθ. 155/2024 (NIS 2)· νόμος αριθ. 182/2002Ειδικό αντικείμενο (τα βάρη) και ειδικό πρότυπο (ισοδύναμο του «άκρως απορρήτου»), μη καλυπτόμενα από τις μνημονευθείσες πράξεις. Το άρθρο 12 παράγραφος (4) προβλέπει ρητώς την εφαρμογή χωρίς να θίγεται η ΠΝΠ αριθ. 155/2024. Ο νόμος αριθ. 182/2002 χρησιμοποιείται ως κανόνας παραπομπής για το πρότυπο, άνευ διαβαθμίσεως των βαρών.
Άρθρο 14 – η ανθρώπινη εποπτείαΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 14 (συστήματα υψηλού κινδύνου)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 14 του κανονισμού εφαρμόζεται στα συστήματα υψηλού κινδύνου του παραρτήματος III· ο νόμος ρυθμίζει τα συστήματα αιχμής, με διαφορετικό περιεχόμενο (δοκιμασμένη ικανότητα διακοπής, οριζόμενα πρόσωπα).
Άρθρο 15 και κεφ. V – απαγορεύσειςΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 5 (απαγορευμένες πρακτικές)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 5 του κανονισμού απαγορεύει πρακτικές χρήσεως (υποσυνείδητη χειραγώγηση, κοινωνική βαθμολόγηση, βιομετρική ταυτοποίηση)· ο νόμος απαγορεύει χαρακτηριστικά σχεδιάσεως και εκπαιδεύσεως του συστήματος, μη καλυπτόμενα από τον κανονισμό.
Άρθρο 17 – η σήμανση του παραγομένου περιεχομένουΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 50 παράγραφοι 2 και 4· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065· Ποινικός Κώδικας (άρθρο 325 – η πληροφορική πλαστογραφία, άρθρο 244 – η απάτη)Μερική επικάλυψη ταυτοποιηθείσα και επιλυθείσα: οι υποχρεώσεις διαφάνειας των φορέων παραμένουν εκείνες του κανονισμού, τις οποίες ο νόμος δεν αναπαράγει· ο νόμος καθορίζει την αρμοδία αρχή και τις κυρώσεις (άρθρο 99 του κανονισμού), απαγορεύει την αφαίρεση της σημάνσεως — πράξη μη καλυπτομένη από τον κανονισμό — και προσθέτει την ιδία υποχρέωση των δημοσίων αρχών να σημαίνουν τα παραγόμενα υλικά τα οποία διαδίδουν. Οι πράξεις που τελούνται διά της χρήσεως μη σημασμένου περιεχομένου προς δόλιο σκοπό παραμένουν στη σφαίρα του Ποινικού Κώδικα.
Άρθρο 18 – η ενημέρωση του χρήστηΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 50 παράγραφος 1· κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, άρθρα 13–15 και 22· νόμος αριθ. 190/2018Δεν υφίσταται παραλληλισμός: ο κανονισμός αφορά την ενημέρωση περί της αλληλεπιδράσεως με το σύστημα, ενώ ο ΓΚΠΔ την ενημέρωση περί της επεξεργασίας των δεδομένων· το άρθρο 18 ρυθμίζει την ενημέρωση περί της θεμελιώσεως μιας αποφάσεως στο αποτέλεσμα ενός συστήματος και περί του προσώπου το οποίο ευθύνεται γι' αυτήν, ύλη διοικητικής διαδικασίας και αστικής ευθύνης, μη εναρμονισμένη.
Άρθρο 19 – ο εκπρόσωπος για τη συμμόρφωσηΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 54 (ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος)· κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, άρθρο 27· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065, άρθρο 13· νόμος αριθ. 365/2002Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι μνημονευθέντες θεσμοί αφορούν την εκπροσώπηση για τις υποχρεώσεις των αντιστοίχων πράξεων. Ο εκπρόσωπος που προβλέπεται από τον νόμο ορίζεται για το εθνικό καθεστώς αδειοδοτήσεως, επιθεωρήσεως, παύσεως της παροχής και παρεμποδίσεως και για την κοινοποίηση των πράξεων· το άρθρο 19 παράγραφος (6) αποφεύγει τη διπλασίαση, αναγνωρίζοντας ως εκπληρωθείσα την υποχρέωση οσάκις ο ευρωπαϊκός εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος είναι εξουσιοδοτημένος και για τη Ρουμανία.
Άρθρο 20 – η αναφορά των σοβαρών περιστατικώνΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και άρθρο 73Μερική επικάλυψη ταυτοποιηθείσα και επιλυθείσα: το άρθρο 20 παράγραφος (1) δευτέρα φράση προβλέπει ότι η αναφορά προς την Αρχή δεν αντικαθιστά την αναφορά προς την Υπηρεσία ΤΝ και επιτρέπει τη διαβίβαση της ιδίας εκθέσεως, συμπληρωμένης· αποφεύγεται το διπλό διοικητικό βάρος.
Άρθρο 21 – οι καταγγέλλοντες δημοσίου συμφέροντοςΝόμος αριθ. 361/2022· οδηγία (ΕΕ) 2019/1937· κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 87Επικάλυψη αποφευχθείσα διά κανόνος παραπομπής στον νόμο αριθ. 361/2022· ο νόμος προσθέτει μόνον τα μη καλυπτόμενα στοιχεία (κίνδυνοι ασφάλειας, αναφορά προς το Κοινοβούλιο/το κοινό, ακυρότητα των περιουσιακών ρητρών, το έγκλημα των αντιποίνων).
Άρθρο 22 – οι πάροχοι υπολογιστικής υποδομήςΠΝΠ αριθ. 155/2024 (τα κέντρα δεδομένων ως ουσιώδεις οντότητες)· νόμος αριθ. 129/2019 (γνώση της πελατείας)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι υποχρεώσεις του νόμου (η τήρηση αρχείου του υπολογιστικού όγκου, η απαγόρευση παροχής άνω του ορίου άνευ κοινοποιήσεως) είναι ειδικές και δεν ανευρίσκονται στις μνημονευθείσες πράξεις· η υποχρέωση γνώσεως της πελατείας έχει πρότυπο, και ουχί πηγή, στον νόμο αριθ. 129/2019.
Άρθρο 23 – οι δημόσιες αρχές, η άμυνα και η εθνική ασφάλειαΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 2 παράγραφος 3 (εξαίρεση)· νόμος αριθ. 415/2002 (CSAT)Τομέας καταλειπόμενος ρητώς στα κράτη μέλη· δεν υφίσταται εθνική ρύθμιση των συστημάτων ΤΝ στον τομέα αυτόν. Η αρμοδιότητα του CSAT είναι εκείνη που προβλέπεται από τον νόμο αριθ. 415/2002.
Άρθρο 24 – η θανατηφόρος βίαΔεν υφίσταται εθνική ρύθμιση· ψήφισμα ΓΣ ΟΗΕ 78/241Δεν υφίσταται παραλληλισμός.
Άρθρο 25 – η νομική προσωπικότητα και η περιουσιακή αυτονομίαΑστικός Κώδικας, άρθρο 25 (τα υποκείμενα δικαίου)· νόμος αριθ. 129/2019 (ο πραγματικός δικαιούχος)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: ο Αστικός Κώδικας δεν περιέχει κανόνα ρητού αποκλεισμού· ο νόμος τον θεσπίζει, εν αρμονία προς το άρθρο 25.
Άρθρο 26 – η απαγόρευση της εξαρτήσεως της συμμετοχής στην κοινωνική ζωήΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) (η κοινωνική βαθμολόγηση)· κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, άρθρο 25 (αυτοματοποιημένες αποφάσεις)· νόμος αριθ. 190/2018Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 5 στοιχείο γ) του κανονισμού απαγορεύει την αξιολόγηση των προσώπων επί τη βάσει της κοινωνικής συμπεριφοράς με δυσανάλογα επιζήμια μεταχείριση· το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ απονέμει ατομικό δικαίωμα περί των αποφάσεων που βασίζονται αποκλειστικώς στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Το άρθρο 26 θεσπίζει αντικειμενική απαγόρευση, δημοσίας τάξεως, περί της εξαρτήσεως της πρόσβασης στα δικαιώματα, στις ουσιώδεις υπηρεσίες και στην κοινωνική ζωή από αποφάσεις των συστημάτων ΤΝ ή από την αποδοχή ψηφιακών μέσων, με την εγγύηση της εναλλακτικής και με προσφυγή ενώπιον του πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας (ρητή παρέκκλιση από το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 554/2004)· η παράγραφος (8) προβλέπει την εφαρμογή χωρίς να θίγονται οι δύο αυτοί κανόνες.
Άρθρο 27 – η απαγόρευση της λογοκρισίας διά συστημάτων ΤΝΣύνταγμα της Ρουμανίας, άρθρο 30 παράγραφος (2) (η απαγόρευση της λογοκρισίας)· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 (DSA), άρθρα 17, 20, 21 (η αιτιολόγηση των αποφάσεων διαχειρίσεως περιεχομένου, οι εσωτερικές καταγγελίες, η εξωδικαστική επίλυση)· Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (η τεχνική εποπτεία)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 30 του Συντάγματος εκφέρει την απαγόρευση, άνευ ρυθμίσεως των αυτομάτων μέσων· η DSA επιβάλλει υποχρεώσεις στους παρόχους ενδιαμέσων υπηρεσιών, σε εναρμονισμένο τομέα, τις οποίες ο νόμος δεν αναπαράγει (άρθρο 27 παράγραφος (6) – κανόνας συντονισμού). Το άρθρο 27 θεσπίζει απαγόρευση δημοσίας τάξεως απευθυνομένη σε οιονδήποτε χρήστη συστήματος ΤΝ, κατά πρώτον στις δημόσιες αρχές (παράγραφος (3)), με δικαίωμα σε ανθρώπινη απόφαση και σε δικαστήριο (παράγραφος (5), διά παραπομπής στο άρθρο 26 παράγραφοι (5) και (6)).
Άρθρα 35–36 – η αντικειμενική αστική ευθύνη και η ασφάλισηΑστικός Κώδικας, άρθρο 1376· νόμος αριθ. 240/2004 (ελαττωματικά προϊόντα)· οδηγία (ΕΕ) 2024/2853· νόμος αριθ. 703/2001Δυνητική επικάλυψη με την ευθύνη για τα προϊόντα επιλυθείσα διά του άρθρου 35 παράγραφος (5) (συρροή θεμελίων, άνευ διπλής αποκαταστάσεως). Το άρθρο 1376 του Αστ. Κώδ. εφαρμόζεται διά κανόνος παραπομπής («εφαρμόζεται αναλόγως»), και δεν αναπαράγεται.
Άρθρο 37 – διοικητικές παραβάσειςΚανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρα 99 και 101· ΔΚ αριθ. 2/2001Δεν υφίσταται παραλληλισμός: τα πρόστιμα του κανονισμού κυρώνουν τις υποχρεώσεις του κανονισμού (επιβαλλόμενα από την Επιτροπή για τα μοντέλα γενικού σκοπού)· οι διοικητικές παραβάσεις του νόμου κυρώνουν αποκλειστικώς τις υποχρεώσεις του νόμου. Το γενικό καθεστώς του ΔΚ αριθ. 2/2001 εφαρμόζεται διά παραπομπής, με δύο ρητές παρεκκλίσεις.
Άρθρα 38–39 – η παύση της παροχής και η παρεμπόδιση της πρόσβασηςΠΝΠ αριθ. 77/2009 (η παρεμπόδιση των ιστοτόπων μη αδειοδοτημένων τυχερών παιγνίων)· νόμος αριθ. 365/2002 (άρθρο 3 παράγραφοι 4–6 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ)· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 (DSA), άρθρα 51 και 76· κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020, άρθρο 16Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι υφιστάμενοι μηχανισμοί αφορούν άλλα αντικείμενα (τυχερά παίγνια, παράνομο περιεχόμενο, μη συμμορφούμενα προϊόντα). Ο νόμος αριθ. 365/2002 εφαρμόζεται διά κανόνος παραπομπής για τις υπηρεσίες από άλλα κράτη μέλη (άρθρο 39 παράγραφος (4)). Το περιοδικό πρόστιμο κυρώνει υποχρέωση ιδίαν του νόμου (την παύση της παροχής), άνευ αντιστοίχου στον κανονισμό για την ΤΝ.
Άρθρο 43 – η πρόσβαση στις παρεμποδισμένες υπηρεσίεςΠοινικός Κώδικας, άρθρο 360 (η παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα)· ΠΝΠ αριθ. 77/2009 (η συμμετοχή σε μη αδειοδοτημένα τυχερά παίγνια – διοικητική παράβαση)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 360 του Ποιν. Κώδ. κυρώνει την άνευ δικαιώματος πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα διά της παραβάσεως των μέτρων ασφαλείας αυτού· το άρθρο 43 κυρώνει την καταστρατήγηση διοικητικού μέτρου παρεμποδίσεως διαταχθέντος από το κράτος, πράξη διακριτή. Τα όρια της ποινής είναι συσχετισμένα με το άρθρο 360.
Άρθρα 40–42 και 44 – εγκλήματαΠοινικός Κώδικας: άρθρα 303, 345, 275, 360–366 (πληροφορικά εγκλήματα), 135· νόμος αριθ. 111/1996· νόμος αριθ. 361/2022 (αντίποινα – διοικητική παράβαση)Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι ποινικοποιούμενες πράξεις (μη αδειοδοτημένη εκμετάλλευση, ψευδής αξιολόγηση, ανάπτυξη απαγορευμένων συστημάτων) δεν έχουν αντίστοιχο στον Ποινικό Κώδικα. Τα αντίποινα κατά των καταγγελλόντων είναι διοικητική παράβαση στον νόμο αριθ. 361/2022 και καθίστανται έγκλημα μόνον στο πεδίο του νόμου, διά ειδικού κανόνος. Ο αρχικώς προβλεπόμενος κανόνας περί της εφαρμογής του ποινικού νόμου στον χώρο απαλείφθηκε από το σχέδιο, του άρθρου 8 παράγραφος (4) και των άρθρων 9–11 του Ποινικού Κώδικα όντων επαρκών.
Άρθρο 45 – η αρμοδιότητα της DIICOT και τα προσωρινά μέτραΠΝΠ αριθ. 78/2016, άρθρο 11· Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, άρθρα 36, 168, 249Η αρμοδιότητα καθορίζεται διά ειδικού νόμου, μηχανισμός προβλεπόμενος από το ίδιο το άρθρο 11 της ΠΝΠ αριθ. 78/2016· τα προσωρινά μέτρα είναι ειδικά (η διακοπή του συστήματος, η δέσμευση των βαρών) και δεν αναπαράγουν τα ασφαλιστικά μέτρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Άρθρα 31–34 – η ΑρχήΤο μνημόνιο της Κυβερνήσεως περί του ορισμού των αρχών για τον κανονισμό για την ΤΝ (ANCOM, ASF, BNR, ANSPDCP)Δεν υφίσταται παραλληλισμός, αλλά ένταξη: η Αρχή οργανώνεται εντός της ANCOM, της αρχής που προτείνεται από το μνημόνιο ως μοναδικό σημείο επαφής· οι οριζόμενες αρχές ασκούν τις αρμοδιότητες του κανονισμού, η Αρχή εκείνες του νόμου. Το άρθρο 31 παράγραφος (5) και το άρθρο 48 παράγραφος (4) ρυθμίζουν τη συνεργασία και τη μετάβαση· το άρθρο 31 παράγραφος (2) παρεκκλίνει της ΠΝΠ αριθ. 22/2009 μόνον ως προς τη θέση του αντιπροέδρου.
1¹. Η συμβατότητα του σχεδίου κανονιστικής πράξης με τη νομοθεσία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεωνΔεν συντρέχει περίπτωση.
2. Η συμμόρφωση του σχεδίου κανονιστικής πράξης προς την κοινοτική νομοθεσία στην περίπτωση σχεδίων τα οποία μεταφέρουν κοινοτικές διατάξειςΤο σχέδιο δεν μεταφέρει οδηγίες. Είναι συμβατό με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1689, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 και με την οδηγία (ΕΕ) 2024/2853, επεμβαίνοντας αποκλειστικώς στους τομείς που καταλείπονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού για την ΤΝ· άρθρο 4 παράγραφος 2 ΣΕΕ), ως προς τις δραστηριότητες που διεξάγονται στο εθνικό έδαφος και σε ποινικά, αστικά και θεσμικά θέματα. Το άρθρο 9 παράγραφος (7) διασφαλίζει την τήρηση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (ελεύθερη παροχή υπηρεσιών).
3. Κανονιστικά μέτρα αναγκαία για την άμεση εφαρμογή των κοινοτικών κανονιστικών πράξεωνΟ νόμος δημιουργεί το εθνικό πλαίσιο που είναι συμπληρωματικό του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 ως προς τα συστήματα αιχμής και ορίζει την Αρχή σημείο συνδέσμου με την Υπηρεσία ΤΝ (άρθρο 31 παράγραφος (3)).
4. Αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής ΈνωσηςΑπόφαση της 5ης Μαΐου 1998, National Farmers' Union, C-157/96 (η αρχή της προφύλαξης)· απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Pfizer Animal Health, T-13/99 (μέτρα προστασίας υπό συνθήκες επιστημονικής αβεβαιότητας).
5. Άλλες κανονιστικές πράξεις και/ή διεθνή έγγραφα από τα οποία απορρέουν δεσμεύσειςΗ Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου (CETS αριθ. 225, 2024)· το ψήφισμα της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ 78/241 (2023) περί των συστημάτων αυτόνομων θανατηφόρων όπλων· η Διακήρυξη του Bletchley (Νοέμβριος 2023) και οι δεσμεύσεις της Σεούλ (Μάιος 2024) περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος.
6. Άλλες πληροφορίεςΔεν συντρέχει περίπτωση.

Τμήμα 6 – Οι διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν προς την εκπόνηση του σχεδίου κανονιστικής πράξης

1. Πληροφορίες περί της διαδικασίας διαβουλεύσεως με μη κυβερνητικές οργανώσεις, ερευνητικά ινστιτούτα και άλλους εμπλεκομένους οργανισμούςΤο σχέδιο θα υποβληθεί σε δημόσια συζήτηση κατά τον νόμο αριθ. 52/2003 περί της διαφάνειας των αποφάσεων στη δημόσια διοίκηση, όπως αναδημοσιεύθηκε. Προτείνεται η διαβούλευση με τη Ρουμανική Ακαδημία, με τα πανεπιστήμια που διαθέτουν σχολές πληροφορικής (Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου, Πολυτεχνικό Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου, Πανεπιστήμιο Babeș-Bolyai, Τεχνικό Πανεπιστήμιο Cluj-Napoca, Πανεπιστήμιο «Alexandru Ioan Cuza» του Iași), με το Ινστιτούτο Ερευνών για την Τεχνητή Νοημοσύνη «Mihai Drăgănescu» της Ρουμανικής Ακαδημίας, με τις επαγγελματικές ενώσεις του τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και με τις οργανώσεις για τα ψηφιακά δικαιώματα.
2. Η θεμελίωση της επιλογής των οργανώσεων με τις οποίες διεξήχθη η διαβούλευση, καθώς και του τρόπου κατά τον οποίο η δραστηριότητα των οργανώσεων αυτών συνδέεται με το αντικείμενο του σχεδίου κανονιστικής πράξηςΟι προτεινόμενες οργανώσεις κατέχουν την τεχνική εμπειρογνωσία που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση των ορίων και των κρίσιμων ικανοτήτων, αντιστοίχως εκπροσωπούν τα συμφέροντα των οικονομικών φορέων και των επηρεαζομένων πολιτών.
3. Οι διαβουλεύσεις που οργανώθηκαν με τις αρχές της τοπικής δημόσιας διοικήσεως, στην περίπτωση κατά την οποία το σχέδιο κανονιστικής πράξης έχει ως αντικείμενο δραστηριότητες των αρχών αυτών, υπό τις προϋποθέσεις της αποφάσεως της Κυβερνήσεως αριθ. 521/2005Δεν συντρέχει περίπτωση.
4. Οι διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των διυπουργικών συμβουλίων, συμφώνως προς τις προβλέψεις της αποφάσεως της Κυβερνήσεως αριθ. 750/2005Δεν συντρέχει περίπτωση.
5. Πληροφορίες περί της γνωμοδοτήσεως από: a) το Νομοθετικό Συμβούλιο· b) το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας της Χώρας· c) το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο· d) το Συμβούλιο Ανταγωνισμού· e) το Ελεγκτικό ΣυνέδριοΤο σχέδιο υποβάλλεται προς γνωμοδότηση στο Νομοθετικό Συμβούλιο (άρθρο 79 του Συντάγματος), στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο (νόμος αριθ. 248/2013), στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας της Χώρας (για τα άρθρα 23–24) και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (για τις ποινικές διατάξεις και τις διατάξεις περί αρμοδιότητας, κατά τον νόμο αριθ. 305/2022 περί του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου). Ζητείται η άποψη της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες, της Εθνικής Αρχής Εποπτείας της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Εθνικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας.

Τμήμα 7 – Δραστηριότητες δημόσιας ενημερώσεως περί της εκπονήσεως και της εφαρμογής του σχεδίου κανονιστικής πράξης

1. Η ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών ως προς την αναγκαιότητα εκπονήσεως της κανονιστικής πράξηςΟ εισηγητής ενημέρωσε το κοινό ως προς την αναγκαιότητα της ρυθμίσεως μέσω των πλατφορμών επικοινωνίας του, εκκινώντας από τις δημόσιες προειδοποιήσεις της επιστημονικής κοινότητας (η συνέντευξη του CNN της 2ας Μαΐου 2023 με τον Geoffrey Hinton και τον Connor Leahy, η δήλωση του Center for AI Safety της 30ής Μαΐου 2023, η διεθνής έκθεση περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης του 2025). Το σχέδιο και η αιτιολογική έκθεση δημοσιεύονται εξ ολοκλήρου στην ιστοσελίδα του εισηγητού.
2. Η ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών ως προς τον ενδεχόμενο αντίκτυπο στο περιβάλλον κατόπιν της εφαρμογής του σχεδίου κανονιστικής πράξης, καθώς και ως προς τα αποτελέσματα επί της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών ή της βιολογικής ποικιλότηταςΤο σχέδιο έχει ως αντικείμενο ακριβώς την προστασία της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών· ο αντίκτυπος στο περιβάλλον είναι εμμέσως θετικός (Τμήμα 3, σημείο 4).
3. Άλλες πληροφορίεςΔεν συντρέχει περίπτωση.

Τμήμα 8 – Μέτρα εφαρμογής

1. Τα μέτρα εφαρμογής του σχεδίου κανονιστικής πράξης από τις αρχές της κεντρικής και/ή τοπικής δημόσιας διοικήσεως – η ίδρυση νέων οργανισμών ή η επέκταση των αρμοδιοτήτων των υφισταμένων ιδρυμάτωνΙδρύεται η Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, ειδική δομή εντός της ANCOM, διοικουμένη από αντιπρόεδρο της ANCOM με βαθμό υφυπουργού διοριζόμενο από το Κοινοβούλιο (άρθρο 31), με προσωπικό προσλαμβανόμενο διά διαγωνισμού ενώπιον επιτροπής με καθηγητές πανεπιστημίου από τον τομέα της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών (άρθρο 33) και με επιστημονικό συμβουλευτικό συμβούλιο (άρθρο 34). Επεκτείνονται οι αρμοδιότητες της Διευθύνσεως Διερευνήσεως των Εγκλημάτων Οργανωμένου Εγκλήματος και Τρομοκρατίας (άρθρο 45) και του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας της Χώρας (άρθρο 23). Οι πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτελούν τις αποφάσεις παρεμποδίσεως (άρθρο 39). Έως τον διορισμό του αντιπροέδρου, οι αρμοδιότητες παραλαβής των κοινοποιήσεων ασκούνται από τον πρόεδρο της ANCOM (άρθρο 48 παράγραφος (4)).
2. Άλλες πληροφορίεςΟι προθεσμίες εφαρμογής: 90 ημέρες για τον διορισμό του αντιπροέδρου και τη συμπλήρωση της δομής της ANCOM, 180 ημέρες για τους μεθοδολογικούς κανόνες (άρθρο 49)· 6 μήνες για την έναρξη ισχύος των ποινικών διατάξεων (άρθρο 50)· 90 ημέρες για τη συμμόρφωση των φορέων ανάπτυξης και των φορέων εκμετάλλευσης των συστημάτων που ευρίσκονται σε λειτουργία, με τη διατήρηση σε λειτουργία το πολύ 12 μήνες έως την απόφαση της Αρχής (άρθρο 48).

Έναντι των εκτεθέντων, εκπονήθηκε η συνημμένη νομοθετική πρόταση, την οποία υποβάλλουμε στο Κοινοβούλιο προς συζήτηση και υιοθέτηση.

Εισηγητής,

ΤΕΚΜΗΡΙΩΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Οι πηγές που ελήφθησαν υπ' όψιν κατά την εκπόνηση της προτάσεως

1. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, ΕΕ L, 12.7.2024 – ιδίως τα άρθρα 2, 3, 5, 14, 51–56, 68, 72–73, 78, 87, 99–101 και το παράρτημα XIII.

2a. Dario Amodei, «We Must Pace the Frontier», 12 Σεπτεμβρίου 2026 (darioamodei.com)· οι αναφορές των VentureBeat, TechRadar, Newsweek, The Spokesman-Review της 12ης Σεπτεμβρίου 2026 περί του δοκιμίου, του περιστατικού Hugging Face και των αντιδράσεων του Sam Altman και του Elon Musk· η συνέντευξη του Sam Altman στο Fortune (13 Σεπτεμβρίου 2026), παρατιθέμενη από τα Bloomberg και Business Standard.

2g. Δημοκρατία της Κορέας – «Framework Act on the Development of Artificial Intelligence and Establishment of Trust» (Νόμος-πλαίσιο περί της αναπτύξεως της τεχνητής νοημοσύνης και της θεσπίσεως εμπιστοσύνης), εν ισχύι από τις 22 Ιανουαρίου 2026: η υποχρέωση σημάνσεως του περιεχομένου που παράγεται από παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη, η υποχρέωση προηγουμένης ενημερώσεως των χρηστών και η υποχρέωση των αλλοδαπών παρόχων να ορίζουν τοπικό εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση· η επίσημη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα που δημοσιεύθηκε από το Center for Security and Emerging Technology, Georgetown University, https://cset.georgetown.edu/wp-content/uploads/t0625_south_korea_ai_law_EN.pdf· αναλύσεις: Future of Privacy Forum, https://fpf.org/blog/south-koreas-new-ai-framework-act-a-balancing-act-between-innovation-and-regulation/ · Cooley LLP, 27 Ιανουαρίου 2026, https://www.cooley.com/news/insight/2026/2026-01-27-south-koreas-ai-basic-act-overview-and-key-takeaways.

2h. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 50 (υποχρεώσεις διαφάνειας, εφαρμοστέο από τις 2 Αυγούστου 2026) και άρθρο 54 (ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος των παρόχων μοντέλων γενικού σκοπού εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες)· ο κώδικας ορθής πρακτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί της διαφάνειας του περιεχομένου που παράγεται από την τεχνητή νοημοσύνη (σχέδιο, 2026).

2f. Yoshua Bengio, συνέντευξη στο έντυπο The Guardian (Dan Milmo), 16 Σεπτεμβρίου 2026, περί της προσεγγίσεως ενός σημείου καμπής της ρυθμίσεως, παρεμφερούς προς εκείνο της πανδημίας· η επιστολή 42 μελών και αλλοδαπών μελών της Βασιλικής Εταιρείας του Ηνωμένου Βασιλείου περί της «ακραίας ανησυχίας» έναντι του ρυθμού της ανάπτυξης· η αναφορά του Digi24 της 16ης Σεπτεμβρίου 2026, https://www.digi24.ro/stiri/sci-tech/lumea-digitala/nasul-inteligentei-artificiale-spune-ca-reglementarea-ai-se-apropie-de-un-punct-de-cotitura-similar-cu-cel-al-pandemiei-de-covid-3950743· Time, «The AI Tipping Point», 15 Σεπτεμβρίου 2026, περί των νομοθετικών προτάσεων που ευρίσκονται υπό συζήτηση στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών.

2e. Η δημόσια συζήτηση του Σεπτεμβρίου 2026: η δημόσια παραίτηση του ερευνητού Jacob Coxon (Anthropic), 8 Σεπτεμβρίου 2026, και οι αντιδράσεις των επικεφαλής των τμημάτων ευθυγράμμισης και έρευνας της Anthropic και της OpenAI – οι αναφορές των CBC News, Time (15 Σεπτεμβρίου 2026), Forbes και Fortune (9-10 Σεπτεμβρίου 2026)· οι θέσεις που εξεφράσθησαν στο ετήσιο συνέδριο της Salesforce στο Σαν Φρανσίσκο, 15 Σεπτεμβρίου 2026, από τους Sam Altman, Mark Zuckerberg, Jensen Huang, Jack Clark και Dario Amodei – οι αναφορές των BBC News (16 Σεπτεμβρίου 2026), The Irish Times, CNBC και Forbes.

2c. Η χρονολογική σειρά του περιστατικού του θέρους του έτους 2026 (η διαφυγή των πρακτόρων από το περιβάλλον δοκιμών της OpenAI και η παραβίαση της πλατφόρμας Hugging Face): Cloud Security Alliance, «The Great Sandbox Escape» (28 Ιουλίου 2026), https://cloudsecurityalliance.org/blog/2026/07/28/openai-and-hugging-face-security-incident-inside-the-great-sandbox-escape· Malwarebytes Labs, «The AI agent swarm that attacked Hugging Face is a warning for the future» (Αύγουστος 2026), https://www.malwarebytes.com/blog/ai/2026/08/the-ai-agent-swarm-that-attacked-hugging-face-is-a-warning-for-the-future· Axios, «OpenAI Hugging Face breach exposes AI agent security limits» (1 Σεπτεμβρίου 2026), https://www.axios.com/2026/09/01/openai-hugging-face-ai-agent-security· TechCrunch, «OpenAI’s rogue agents keep escaping, with no formal process to investigate them» (4 Σεπτεμβρίου 2026), https://techcrunch.com/2026/09/04/openais-rogue-agents-keep-escaping-with-no-formal-process-to-investigate-them/· Noma Security, «The Great (Sandbox) Escape» (2026), https://noma.security/blog/the-great-sandbox-escape-analyzing-the-openai-hugging-face-security-incident· η κοινή δήλωση OpenAI – Hugging Face της 21ης Ιουλίου 2026.

2d. Νομοθετικές προτάσεις που υπεβλήθησαν στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ως αντίδραση στο περιστατικό: «AI Kill Switch Act» (23 Ιουλίου 2026) και «Ban Artificial Superintelligence Act» (3 Σεπτεμβρίου 2026)· η ανοιχτή επιστολή άνω των 1.100 εργαζομένων των εργαστηρίων αιχμής περί των μηχανισμών μετριασμού του ρυθμού της ανάπτυξης (28 Ιουλίου 2026).

2b. Ο γερουσιαστής Alex Antic (Γερουσία της Αυστραλίας), κοινοβουλευτική ομιλία που διαδόθηκε δημοσίως το 2026 περί της «ψηφιακής φυλακής» (η οικονομία της συνδρομής, η ψηφιακή ταυτότητα, η συμμόρφωση ως τίμημα της συμμετοχής στην κοινωνία), https://www.facebook.com/reel/1059873890017722/.

2. CNN, «Amanpour», 2 Μαΐου 2023 – συνέντευξη με τον Geoffrey Hinton και τον Connor Leahy («We do not know how to control these things»· Hinton: η εξαφάνιση της ανθρωπότητας «δεν είναι αδιανόητη»· Leahy: «δυστυχώς, αρκετά πιθανή»).

3. Center for AI Safety, «Statement on AI Risk», 30 Μαΐου 2023· οι δημόσιες δηλώσεις του Geoffrey Hinton (BBC, Δεκέμβριος 2024· CBS, Απρίλιος 2025) περί της πιθανότητας 10–20% και η παραβολή με το «μικρό τίγρη»· «International AI Safety Report», Ιανουάριος 2025 (συντον. Y. Bengio)· RAND Corporation, «Securing AI Model Weights», 2024· η επιστολή «A Right to Warn about Advanced Artificial Intelligence», 4 Ιουνίου 2024.

4. ANCOM, ανακοίνωση «Ο κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη στη Ρουμανία – το τρέχον στάδιο του πλαισίου εφαρμογής» (Ιούλιος 2026)· ο εξειδικευμένος Τύπος (Juridice.ro, Bursa.ro, Αύγουστος 2026) περί της αδυναμίας επιβολής κυρώσεων έως την υιοθέτηση του εθνικού νόμου.

5. California SB 53 – Transparency in Frontier Artificial Intelligence Act (29 Σεπτεμβρίου 2025)· το εκτελεστικό διάταγμα των ΗΠΑ αριθ. 14110 (30 Οκτωβρίου 2023, ανακληθέν τον Ιανουάριο του 2025)· τα Προσωρινά μέτρα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας περί των υπηρεσιών παραγωγικής ΤΝ (15 Αυγούστου 2023)· η Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης (CETS αριθ. 225, 2024)· το ψήφισμα ΓΣ ΟΗΕ 78/241 (22 Δεκεμβρίου 2023)· η κοινή έκκληση του Γενικού Γραμματέως του ΟΗΕ και της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (5 Οκτωβρίου 2023).

6. Ο νόμος αριθ. 24/2000 περί των κανόνων νομοτεχνικής για την εκπόνηση των κανονιστικών πράξεων, όπως αναδημοσιεύθηκε, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε – ιδίως τα άρθρα 6, 7, 13, 16, 30–31, 36–38, 40–56, 63· η απόφαση της Κυβέρνησης αριθ. 561/2009 για την έγκριση του Κανονισμού περί των διαδικασιών, σε επίπεδο Κυβερνήσεως, για την εκπόνηση, γνωμοδότηση και παρουσίαση των σχεδίων εγγράφων δημοσίων πολιτικών, των σχεδίων κανονιστικών πράξεων, καθώς και άλλων εγγράφων, προς υιοθέτηση/έγκριση – παράρτημα αριθ. 1 (η δομή της αιτιολογικής εκθέσεως).

7. Το Σύνταγμα της Ρουμανίας, όπως αναδημοσιεύθηκε (άρθρα 1, 22, 34, 53, 73, 75, 76, 78, 117, 119, 142, 148)· ο Αστικός Κώδικας (άρθρα 11, 25, 1246–1250, 1376)· ο Ποινικός Κώδικας (άρθρα 8, 9–11, 21, 135, 275, 303, 345, 395)· ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 36, 168, 249)· ο νόμος αριθ. 111/1996· ο νόμος αριθ. 703/2001· ο νόμος αριθ. 182/2002· ο νόμος αριθ. 415/2002· ο νόμος αριθ. 240/2004· ο νόμος αριθ. 95/2006· ο νόμος αριθ. 190/2018· ο νόμος αριθ. 129/2019· ο νόμος αριθ. 361/2022· ο νόμος αριθ. 365/2002· ο νόμος-πλαίσιο αριθ. 153/2017· ΠΝΠ αριθ. 77/2009· ΔΚ αριθ. 2/2001· ΠΝΠ αριθ. 27/2003· ΠΝΠ αριθ. 78/2016· ΠΝΠ αριθ. 155/2024· ΠΝΠ αριθ. 195/2005.

8. Νομολογία: ΔΕΕ, C-157/96, National Farmers' Union (1998)· Πρωτοδικείο ΕΕ, T-13/99, Pfizer Animal Health (2002)· Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας, απόφαση αριθ. 51/2016 (η σαφήνεια και η προβλεψιμότητα του νόμου).

Σχόλια για το κείμενο

Τα σχόλια εντάσσονται στην ενότητα του εγγράφου στο Κυριαρχικό φόρουμ. Συζητάμε επί του κειμένου, με επιχειρήματα.

Δείτε όλη τη συζήτηση στο φόρουμ →