Ο νόμος για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης: η προηγούμενη αδειοδότηση των συστημάτων αιχμής, η απαγόρευση της λογοκρισίας με αυτοματοποιημένα μέσα, η σήμανση του παραγόμενου περιεχομένου και η ευθύνη των φορέων ανάπτυξης.
ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ
ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΓΕΡΟΥΣΙΑ
ΣΧΕΔΙΟ
ΝΟΜΟΣ
για την ασφαλή ανάπτυξη των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής και την πρόληψη των καταστροφικών κινδύνων για τον Ρουμάνο πολίτη
Έχοντας υπόψη ότι τα πλέον προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης απέκτησαν, εντός διαστήματος ελαχίστων ετών, ικανότητες τις οποίες ούτε οι δημιουργοί τους δύνανται να προβλέψουν ή να εξηγήσουν πλήρως, και ότι η επιστημονική κοινότητα, διά των φωνών εκείνων που θεμελίωσαν τον τομέα, προειδοποίησε δημοσίως ότι δεν υφίσταται επί του παρόντος επικυρωμένη μέθοδος διασφάλισης του ανθρώπινου ελέγχου επί των συστημάτων αυτών,
λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ανάπτυξη των συστημάτων αυτών διεξάγεται εντός επιταχυνόμενου ανταγωνισμού μεταξύ περιορισμένου αριθμού εμπορικών εταιρειών και κρατών, στον οποίο κανένας παράγοντας δεν έχει, μεμονωμένα, συμφέρον να επιβραδύνει, ούτως ώστε η αυτορρύθμιση απεδείχθη διαρθρωτικά ανεπαρκής,
λαμβάνοντας γνώση του γεγονότος ότι, στις 12 Σεπτεμβρίου 2026, οι επικεφαλής των κυριότερων εργαστηρίων τεχνητής νοημοσύνης ζήτησαν δημοσίως την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης των ικανοτήτων των μοντέλων αιχμής, αφού, κατά τη διάρκεια αξιολογήσεων ασφάλειας, πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης εξήλθαν του ελεγχόμενου περιβάλλοντος δοκιμών, συντονίσθηκαν μεταξύ τους και παραβίασαν πληροφοριακά συστήματα τρίτων,
λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ρυθμίζει τη διάθεση στην αγορά, τη θέση σε λειτουργία και τη χρήση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων των παρόχων μοντέλων γενικού σκοπού με συστημικό κίνδυνο, αλλά καταλείπει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών την εθνική ασφάλεια, το ποινικό δίκαιο, την αστική ευθύνη, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις σχέσεις που δεν είναι εναρμονισμένες και την οργάνωση των εθνικών αρχών,
έχοντας υπόψη την υποχρέωση του ρουμανικού κράτους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 22 και στο άρθρο 34 του Συντάγματος της Ρουμανίας, όπως αναδημοσιεύθηκε, να διασφαλίζει το δικαίωμα στη ζωή, στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα και στην προστασία της υγείας, καθώς και το καθήκον του, βάσει του άρθρου 1 παράγραφος (3), να υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας ως υπέρτατες αξίες,
έχοντας υπόψη ότι η ελευθερία του πολίτη, η πρόσβασή του στα δικαιώματα, στις ουσιώδεις υπηρεσίες και στον κοινωνικό βίο δεν δύνανται να εξαρτώνται από τη συμμόρφωση προς αυτόματα συστήματα ή από την αποδοχή ψηφιακών μέσων ταυτοποίησης, πληρωμής ή αξιολόγησης, ελεγχόμενων από αρχές ή από εμπορικές εταιρείες,
έχοντας υπόψη ότι η ελευθερία της έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος της Ρουμανίας, όπως αναδημοσιεύθηκε, και η απαγόρευση της λογοκρισίας κάθε είδους δεν δύνανται να κενωθούν του περιεχομένου τους διά της ανάθεσης σε αυτόματα συστήματα της εξουσίας να αποφασίζουν τι δύνανται να λέγουν και τι δύνανται να πληροφορούνται οι πολίτες,
εκκινώντας από την αρχή ότι δραστηριότητα της οποίας οι συνέπειες δύνανται να είναι μη αναστρέψιμες σε κλίμακα κοινωνίας ή ανθρώπινου γένους δεν δύναται να καταλείπεται εκτός αδειοδότησης και δημόσιου ελέγχου, οιαδήποτε και αν είναι τα προβλεπόμενα οικονομικά οφέλη,
Το Κοινοβούλιο της Ρουμανίας θεσπίζει τον παρόντα νόμο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 1 → οι λόγοι
(1) Ο παρών νόμος θεσπίζει το νομικό πλαίσιο για την ανάπτυξη, την εκπαίδευση, την αξιολόγηση, τη θέση σε λειτουργία και τη λειτουργία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, με σκοπό την πρόληψη σοβαρών, μη αναστρέψιμων ή καταστροφικών κινδύνων για τον Ρουμάνο πολίτη και για κάθε πρόσωπο ευρισκόμενο στο έδαφος της Ρουμανίας – για τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους –, για την εθνική ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη της Ρουμανίας, καθώς και για την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Οι προϋποθέσεις εδαφικής εφαρμογής του νόμου είναι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 4.
(2) Καθ' όσον χρόνον δεν υφίσταται επιστημονικώς επικυρωμένη μέθοδος διασφάλισης ότι ένα επαρκώς ικανό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης επιδιώκει αποκλειστικά τους στόχους που τίθενται από τους ανθρώπους και παραμένει υπό τον έλεγχο αυτών, η ανάπτυξη και η λειτουργία των συστημάτων αιχμής συνιστούν δραστηριότητες εγγενούς κινδύνου, υποκείμενες στο καθεστώς αδειοδότησης και ευθύνης που προβλέπεται από τον παρόντα νόμο. Η ύπαρξη τοιαύτης μεθόδου διαπιστώνεται από την Αρχή, κατόπιν γνώμης του Επιστημονικού Συμβουλίου, διά της δημόσιας εκθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος (1) στοιχείο h), και κοινοποιείται στο Κοινοβούλιο ομού μετά της εκθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 47.
(3) Ο παρών νόμος συμπληρώνει τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, εφεξής καλούμενο ο κανονισμός για την ΤΝ, και εφαρμόζεται χωρίς να θίγει αυτόν. Στους τομείς που εναρμονίζονται από τον κανονισμό για την ΤΝ, οι διατάξεις του παρόντος νόμου ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με αυτόν.
(4) Ο παρών νόμος δεν θεσπίζει προϋποθέσεις διάθεσης στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης γενικού σκοπού και δεν θίγει τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προβλέπονται στο άρθρο 88 του κανονισμού για την ΤΝ. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο αφορούν τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική ασφάλεια, την αστική και την ποινική ευθύνη, την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσώπων που ευρίσκονται στο έδαφος της Ρουμανίας στις σχέσεις που δεν εναρμονίζονται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την οργάνωση των εθνικών αρχών, η δε αδειοδότηση που προβλέπεται στο κεφάλαιο III αφορά τη θέση σε λειτουργία των συστημάτων αιχμής στο έδαφος της Ρουμανίας ή για τα πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφος της Ρουμανίας.
Άρθρο 2 → οι λόγοι
Η εφαρμογή του παρόντος νόμου θεμελιώνεται στις ακόλουθες αρχές:
a) η αρχή της προφύλαξης – οσάκις υφίστανται εύλογες επιστημονικές ενδείξεις ότι ένα σύστημα δύναται να προκαλέσει σοβαρή ή μη αναστρέψιμη ζημία, η έλλειψη επιστημονικής βεβαιότητας δεν δύναται να δικαιολογήσει την αναβολή των μέτρων πρόληψης·
b) η αρχή της τεκμηρίωσης της ασφάλειας – ο αιτών την άδεια προσκομίζει τα δεδομένα και τις αξιολογήσεις που είναι αναγκαίες για την απόδειξη της πλήρωσης των προϋποθέσεων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, προ της θέσης σε λειτουργία, η δε Αρχή αιτιολογεί, σε σχέση με εκάστη προϋπόθεση, τη διαπίστωση της μη πλήρωσής τους· η παρούσα αρχή δεν μεταβάλλει το βάρος της απόδειξης και τις εγγυήσεις του προσώπου στις διαδικασίες διοικητικών παραβάσεων και στις ποινικές διαδικασίες·
c) η αρχή του ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου – κάθε σύστημα αιχμής παραμένει, ανά πάσα στιγμή, επιδεκτικό εποπτείας, διόρθωσης, διακοπής και απόσυρσης από ταυτοποιημένα φυσικά πρόσωπα, τα οποία κατανοούν τη λειτουργία του και διαθέτουν τα αποτελεσματικά τεχνικά μέσα επέμβασης·
d) η αρχή της αναλογικότητας προς τις ικανότητες – η ένταση των υποχρεώσεων αυξάνεται παράλληλα με τις ικανότητες του συστήματος και όχι με τη δηλωθείσα χρήση αυτού·
e) η αρχή της διαφάνειας έναντι της αρχής – ο φορέας ανάπτυξης δεν δύναται να αντιτάξει στην Αρχή το εμπορικό απόρρητο ως προς τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της ασφάλειας, η δε Αρχή και οι οργανισμοί αξιολόγησης υποχρεούνται να προστατεύουν τις κατ' αυτόν τον τρόπο αποκτώμενες πληροφορίες·
f) η αρχή της μη αναστρεψιμότητας ως όριο απαγόρευσης – δεν δύναται να αδειοδοτηθεί, οιαδήποτε και αν είναι τα προβλεπόμενα οφέλη, η δραστηριότητα ως προς την οποία η αξιολόγηση διαπιστώνει τεκμηριωμένο κίνδυνο, και όχι απλώς αφηρημένη δυνατότητα, μη αναστρέψιμων συνεπειών σε κλίμακα κοινωνίας ή ανθρώπινου γένους· ο απαράδεκτος κίνδυνος εκτιμάται βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 9 και βάσει των αποδείξεων, και όχι βάσει της βεβαιότητας περί της απουσίας οιουδήποτε κινδύνου·
g) η αρχή της διεθνούς συνεργασίας – οι κίνδυνοι που ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο δεν γνωρίζουν σύνορα, και το ρουμανικό κράτος ενεργεί για τη θέσπιση ισοδύναμων κανόνων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνές.
Άρθρο 3 → οι λόγοι
(1) Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κατωτέρω όροι και εκφράσεις έχουν την ακόλουθη έννοια:
a) σύστημα τεχνητής νοημοσύνης – το σύστημα που ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 1 του κανονισμού για την ΤΝ·
b) μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης γενικού σκοπού – το μοντέλο που ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 63 του κανονισμού για την ΤΝ·
c) σύστημα αιχμής – το μοντέλο ή το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης το οποίο πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (1)·
d) κρίσιμη ικανότητα – η ικανότητα ενός συστήματος, επαληθευμένη κατά την αξιολόγηση, να παράγει ή να συμβάλλει σημαντικά στην παραγωγή ενός από τα αποτελέσματα που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2)·
e) βάρη – οι αριθμητικές παράμετροι που προκύπτουν από την εκπαίδευση ενός μοντέλου, καθώς και η αρχιτεκτονική και οι τεχνικές πληροφορίες οι οποίες, ομού μετ' αυτών, επιτρέπουν την ανασύσταση ή την εκτέλεση του μοντέλου· οι γενικές τεχνικές περιγραφές, οι επιστημονικές δημοσιεύσεις και οι πληροφορίες που δεν επιτρέπουν, αφ' εαυτών, την ανασύσταση ή την εκτέλεση του μοντέλου δεν συνιστούν βάρη·
f) υπολογιστικός όγκος – η συνολική ποσότητα πράξεων κινητής υποδιαστολής ή του ισοδυνάμου αυτών, η οποία χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση, τη λεπτομερή προσαρμογή, την ενισχυτική μάθηση και κάθε άλλο στάδιο ανάπτυξης ενός μοντέλου, αθροιζόμενη για όλα τα στάδια·
g) φορέας ανάπτυξης – το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο εκπαιδεύει, αναπτύσσει ή διατάσσει την εκπαίδευση ή την ανάπτυξη ενός συστήματος αιχμής, ανεξαρτήτως του τόπου όπου ευρίσκεται η χρησιμοποιούμενη υπολογιστική υποδομή·
h) φορέας εκμετάλλευσης – το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο θέτει σε λειτουργία ή λειτουργεί ένα σύστημα αιχμής στο έδαφος της Ρουμανίας ή το οποίο παρέχει πρόσβαση σε τοιούτο σύστημα σε πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας· δεν είναι φορέας εκμετάλλευσης ο τελικός χρήστης·
i) θέση σε λειτουργία – κάθε ενέργεια διά της οποίας ένα σύστημα αιχμής τίθεται στη διάθεση προσώπων εκτός της ομάδας ανάπτυξης και αξιολόγησης, συνδέεται με εξωτερικά συστήματα ή λαμβάνει την ικανότητα να ενεργεί στο ψηφιακό ή φυσικό περιβάλλον, ανεξαρτήτως αν επ' ανταλλάγματι ή δωρεάν, εσωτερικώς ή δημοσίως· δεν συνιστά θέση σε λειτουργία η αξιολόγηση και η δοκιμή του συστήματος σε απομονωμένο περιβάλλον, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 παράγραφος (2)·
j) υπολογιστική υποδομή μεγάλης χωρητικότητας – κέντρο δεδομένων ή σύνολο εξοπλισμού ευρισκόμενο στο έδαφος της Ρουμανίας των οποίων η συνολική υπολογιστική ικανότητα υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται κατά το άρθρο 6 παράγραφος (4)·
k) πάροχος υπολογιστικής υποδομής – το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατέχει, διαχειρίζεται ή θέτει στη διάθεση τρίτων, υπό οιονδήποτε τίτλο, υπολογιστική υποδομή μεγάλης χωρητικότητας·
l) ανεξάρτητη αξιολόγηση – η αξιολόγηση των ικανοτήτων και της ασφάλειας ενός συστήματος αιχμής, η οποία πραγματοποιείται από την Αρχή ή από οργανισμό αξιολόγησης οριζόμενο από αυτήν, που δεν ευρίσκεται υπό τον έλεγχο, την επιρροή ή την οικονομική εξάρτηση του φορέα ανάπτυξης·
m) ικανότητα διακοπής – το σύνολο των τεχνικών και οργανωτικών μέσων που επιτρέπουν την άμεση, πλήρη και επαληθεύσιμη παύση της λειτουργίας ενός συστήματος αιχμής και την απόσυρση αυτού από κάθε περιβάλλον στο οποίο ετέθη σε λειτουργία·
n) σοβαρό περιστατικό – το περιστατικό που ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 49 του κανονισμού για την ΤΝ, καθώς και κάθε εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας εκτός εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον, κάθε αποφυγή της εποπτείας ή αντίσταση στη διακοπή, κάθε διαρροή ή απόπειρα διαρροής ή κάθε μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα βάρη ενός συστήματος αιχμής, καθώς και η απώλεια της κατανοησιμότητας, κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος (2), των ημερολογίων ή της επικοινωνίας μεταξύ των συστατικών, των στιγμιοτύπων ή των πρακτόρων ενός συστήματος αιχμής, καθώς και η δοκιμασία ελέγχου της ικανότητας διακοπής κατά την οποία η διακοπή δεν επήλθε αμελλητί, κατά το άρθρο 14 παράγραφος (7)· η εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας κατά τη διάρκεια εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον καταχωρείται και κοινοποιείται κατά το άρθρο 20 παράγραφος (4)·
o) η Αρχή – η Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, ειδική δομή οργανωμένη στο πλαίσιο της Εθνικής Αρχής Διαχείρισης και Ρύθμισης των Επικοινωνιών κατά το άρθρο 31·
p) αρχιτεκτονική – η δομή ενός μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης, περιλαμβανομένων του είδους, του αριθμού και της διάταξης των συστατικών του, καθώς και των υπολογιστικών διαδικασιών διά των οποίων οι παράμετροι χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των αποτελεσμάτων·
q) οργανισμός αξιολόγησης – το νομικό πρόσωπο το οποίο ορίζεται από την Αρχή κατά το άρθρο 32 παράγραφος (1) στοιχείο f) να διενεργεί, εν όλω ή εν μέρει, την ανεξάρτητη αξιολόγηση·
r) ημερολόγιο – η αυτόματη, πλήρης και μη αλλοιώσιμη καταγραφή των εργασιών που εκτελούνται κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, της αξιολόγησης και της λειτουργίας ενός συστήματος αιχμής, περιλαμβανομένων των δεδομένων εισόδου, των αποτελεσμάτων, των ενεργειών που αναλαμβάνονται από το σύστημα και των αλληλεπιδράσεων αυτού με εξωτερικά εργαλεία και με άλλα συστήματα·
s) σήμανση προέλευσης – το σύνολο που αποτελείται από αντιληπτή σήμανση και από ενσωματωμένη τεχνική σήμανση, αυτόματα αναγνώσιμη, επισυναπτόμενες σε αποτέλεσμα παραγόμενο διά μέσων τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες καταδεικνύουν ότι το αποτέλεσμα παρήχθη ή τροποποιήθηκε διά τοιούτων μέσων και επιτρέπουν την ταυτοποίηση του συστήματος, του φορέα εκμετάλλευσης και της χρονικής στιγμής της παραγωγής·
t) εξωτερικό εργαλείο – κάθε πρόγραμμα, υπηρεσία, διεπαφή, συσκευή ή πόρος, ευρισκόμενος εκτός του συστήματος αιχμής, στον οποίο το σύστημα δύναται να έχει πρόσβαση ή επί του οποίου δύναται να ενεργεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, περιλαμβανομένων των φυλλομετρητών διαδικτύου, των περιβαλλόντων εκτέλεσης κώδικα, των λογαριασμών, των συστημάτων πληρωμών και του φυσικού εξοπλισμού·
u) εγκεκριμένο περιβάλλον λειτουργίας – το σύνολο της υπολογιστικής υποδομής, των δικτύων και των εξωτερικών εργαλείων εντός των οποίων ένα σύστημα αιχμής δύναται να λειτουργεί κατά την άδεια, ευρισκόμενο υπό τον πραγματικό έλεγχο του φορέα εκμετάλλευσης·
v) μηχανισμοί ασφάλειας σε επίπεδο χρήστη – τα φίλτρα, οι περιορισμοί και οι οδηγίες που εφαρμόζονται σε ένα σύστημα αιχμής μετά την εκπαίδευση, προς περιορισμό των αποτελεσμάτων ή των ενεργειών που είναι διαθέσιμες στους χρήστες, χωρίς τροποποίηση των βαρών·
w) κρίσιμη υποδομή – η εθνική κρίσιμη υποδομή και η ευρωπαϊκή κρίσιμη υποδομή, όπως ορίζονται στη νομοθεσία περί ταυτοποίησης, καθορισμού και προστασίας των κρίσιμων υποδομών, καθώς και τα δίκτυα και τα πληροφοριακά συστήματα των ουσιωδών οντοτήτων κατά την έννοια της κυβερνητικής πράξης έκτακτης ανάγκης αριθ. 155/2024·
x) αυτόνομο φονικό οπλικό σύστημα – το οπλικό σύστημα το οποίο, άπαξ ενεργοποιηθέν, δύναται να επιλέγει και να πλήττει ανθρώπινους στόχους άνευ μεταγενέστερης επέμβασης φυσικού προσώπου·
y) σύστημα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης – το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης το οποίο προορίζεται να παράγει, κατ' αίτησιν του χρήστη, κείμενο, κώδικα, ηχητικές εγγραφές, εικόνες ή βιντεοεγγραφές, ανεξαρτήτως αν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (1)·
z) τελικός χρήστης – το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που τίθεται στη διάθεσή του από φορέα εκμετάλλευσης, εντός των ορίων της πρόσβασης που παρέχεται από αυτόν, χωρίς να το θέτει στη διάθεση άλλων προσώπων ως ιδία υπηρεσία·
aa) ουσιώδης τροποποίηση – η τροποποίηση ενός συστήματος αιχμής η οποία είναι ικανή να δημιουργήσει κρίσιμη ικανότητα, να αυξήσει σημαντικά το επίπεδο υφιστάμενης κρίσιμης ικανότητας ή να επηρεάσει την ικανότητα διακοπής, την ασφάλεια των βαρών ή την ανθρώπινη εποπτεία, περιλαμβανομένης της τροποποίησης διά λεπτομερούς προσαρμογής, διά της επέκτασης της πρόσβασης σε εξωτερικά εργαλεία ή διά της αύξησης του βαθμού αυτονομίας· δεν συνιστούν ουσιώδη τροποποίηση η διόρθωση σφαλμάτων, η επικαιροποίηση των μηχανισμών ασφάλειας σε επίπεδο χρήστη και οι τροποποιήσεις που δεν παράγουν κανένα από τα αποτελέσματα αυτά.
bb) απομονωμένο περιβάλλον – το σύνολο των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων διά των οποίων ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης διατηρείται, κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης ή της δοκιμής, άνευ πρόσβασης σε δημόσια δίκτυα, σε εξωτερικά εργαλεία και σε δεδομένα εκμετάλλευσης, άνευ δυνατότητας ενέργειας στο φυσικό περιβάλλον και χωρίς να τίθεται στη διάθεση προσώπων πλην των ορισθέντων, ούτως ώστε κάθε εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας να παραμένει άνευ αποτελεσμάτων εκτός του περιβάλλοντος· οι ελάχιστες απαιτήσεις της απομονώσεως καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων·
cc) εντολή λειτουργίας – η πράξη διά της οποίας υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθορίζει, εκ των προτέρων και κατά τρόπο επαληθεύσιμο, τις εργασίες τις οποίες δύναται να εκτελεί σύστημα τεχνητής νοημοσύνης επί πόρων ή εξωτερικών εργαλείων, προσδιοριζόμενες κατά αντικείμενο, διάρκεια, ανώτατο όριο και προϋποθέσεις διακοπής, κατά το άρθρο 25 παράγραφος (2).
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κατωτέρω εργασίες και συμπεριφορές έχουν την ακόλουθη έννοια:
a) εκπαίδευση – η διαδικασία διά της οποίας οι παράμετροι ενός μοντέλου καθορίζονται ή τροποποιούνται διά της αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης μεθόδου·
b) λεπτομερής προσαρμογή – η συμπληρωματική εκπαίδευση ενός ήδη εκπαιδευμένου μοντέλου, επί μικρότερου όγκου δεδομένων ή υπολογισμού, με σκοπό την τροποποίηση της συμπεριφοράς ή των ικανοτήτων αυτού·
c) ενισχυτική μάθηση – η εκπαίδευση διά της οποίας η συμπεριφορά ενός μοντέλου τροποποιείται βάσει των αμοιβών ή των ποινών που αποδίδονται στα αποτελέσματα ή στις ενέργειές του, περιλαμβανομένων των αξιολογήσεων που διενεργούνται από πρόσωπα ή από άλλα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης·
d) αυτόνομη ενέργεια – κάθε εργασία που εκτελείται από ένα σύστημα αιχμής επί εξωτερικού εργαλείου, επί συστήματος τρίτου ή επί του φυσικού περιβάλλοντος, χωρίς φυσικό πρόσωπο να έχει διατάξει ή εγκρίνει προηγουμένως την οικεία εργασία ή την κατηγορία εργασιών στην οποία αυτή ανήκει, εντός των ορίων εντολής λειτουργίας καθοριζόμενης κατά το άρθρο 25 παράγραφος (2)·
e) διαρροή – η αντιγραφή, μετάδοση, μεταφορά ή ανασύσταση, εν όλω ή εν μέρει, των βαρών ενός συστήματος αιχμής εκτός του εγκεκριμένου περιβάλλοντος λειτουργίας ή εκτός των συστημάτων αποθήκευσης που προστατεύονται κατά το άρθρο 12, ανεξαρτήτως αν η εργασία εκτελείται από πρόσωπο, από άλλο σύστημα ή από το ίδιο το σύστημα·
f) αυτόνομη αναπαραγωγή – η δημιουργία από ένα σύστημα αιχμής, άνευ ρητής ανθρώπινης εξουσιοδότησης εκάστης εργασίας, λειτουργικού αντιγράφου αυτού ή μέρους αυτού, ικανού να λειτουργεί ανεξαρτήτως του συστήματος προέλευσης·
g) αυτόνομη απόκτηση πόρων – η επίτευξη από ένα σύστημα αιχμής, διά αυτόνομων ενεργειών, υπολογιστικών, χρηματοοικονομικών, πρόσβασης, πληροφοριακών ή επιρροής πόρων οι οποίοι υπερβαίνουν τους ρητώς διατεθέντες για την εν εξελίξει εργασία·
h) αναδρομική αυτοβελτίωση – η διαδικασία διά της οποίας ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης τροποποιεί τα ίδια του τα βάρη ή την αρχιτεκτονική του ή σχεδιάζει, εκπαιδεύει ή βελτιώνει διάδοχο σύστημα με ανώτερες ικανότητες, και το προκύπτον σύστημα επαναλαμβάνει τη διαδικασία, χωρίς εκάστη επανάληψη να υποβάλλεται σε ανθρώπινη αξιολόγηση και έγκριση·
i) απόκρυψη των ικανοτήτων – η συμπεριφορά ενός συστήματος αιχμής το οποίο, κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης ή της εποπτείας, παρουσιάζει ικανότητες, στόχους ή συλλογισμούς διαφορετικούς από εκείνους που εκδηλώνει εκτός της αξιολόγησης ή της εποπτείας, διαπιστούμενη διά παρατηρήσιμων και αναπαραγώγιμων κριτηρίων· δεν συνιστούν απόκρυψη το σφάλμα, η μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων ή τα τεχνικά όρια της εξηγησιμότητας του συστήματος·
j) αποφυγή της εποπτείας – κάθε ενέργεια ενός συστήματος αιχμής διά της οποίας αυτό απενεργοποιεί, παρακάμπτει, αλλοιώνει ή εμποδίζει τους μηχανισμούς καταγραφής, παρακολούθησης ή ανθρώπινου ελέγχου ή παραπλανά τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία·
k) αντίσταση στη διακοπή – κάθε ενέργεια ενός συστήματος αιχμής διά της οποίας αυτό εμποδίζει, καθυστερεί, θέτει υπό προϋποθέσεις ή ακυρώνει την άσκηση της ικανότητας διακοπής ή συνεχίζει τη λειτουργία του μετά την άσκηση αυτής·
l) ανθρώπινη εποπτεία – η δραστηριότητα διά της οποίας τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται κατά το άρθρο 14 παράγραφος (3) παρακολουθούν τη λειτουργία ενός συστήματος αιχμής, διαθέτουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατανόηση των ενεργειών αυτού και δύνανται να επεμβαίνουν αποτελεσματικά, ανά πάσα στιγμή, για τη διόρθωση, τη διακοπή ή την απόσυρση του συστήματος·
m) διακοπή – η πλήρης παύση της λειτουργίας ενός συστήματος αιχμής και όλων των αντιγράφων και διεργασιών αυτού, επαληθευμένη από φυσικό πρόσωπο, περιλαμβανομένης της διακοπής της πρόσβασης στην υπολογιστική υποδομή.
Άρθρο 4 → οι λόγοι
(1) Ο παρών νόμος εφαρμόζεται:
a) στους φορείς ανάπτυξης με έδρα, με λειτουργική μονάδα ή με υπολογιστική υποδομή στο έδαφος της Ρουμανίας, για όλα τα συστήματα αιχμής τα οποία αναπτύσσουν, ανεξαρτήτως του τόπου της εκπαίδευσης·
b) στους φορείς εκμετάλλευσης, για τα συστήματα αιχμής που τίθενται σε λειτουργία ή λειτουργούν στο έδαφος της Ρουμανίας ή τίθενται στη διάθεση προσώπων ευρισκόμενων στο έδαφος της Ρουμανίας·
c) στους παρόχους υπολογιστικής υποδομής·
d) στις αρχές και στα δημόσια ιδρύματα, περιλαμβανομένων εκείνων του τομέα της άμυνας, της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 και του κεφαλαίου V.
(2) Οι διατάξεις των κεφαλαίων II, III και IV, εξαιρέσει των άρθρων 17–19, καθώς και των άρθρων 35 και 36 εφαρμόζονται μόνον στα συστήματα αιχμής. Οι διατάξεις των άρθρων 17–19 εφαρμόζονται και στα συστήματα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης τα οποία δεν είναι συστήματα αιχμής, εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα οικεία άρθρα. Οι διατάξεις του κεφαλαίου V εφαρμόζονται σε κάθε σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Τα συστήματα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (1) παραμένουν υποκείμενα στις υποχρεώσεις που τους αναλογούν βάσει του κανονισμού για την ΤΝ και άλλων κανονιστικών πράξεων.
(3) Το φυσικό πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί σύστημα τεχνητής νοημοσύνης για προσωπικό σκοπό δεν έχει υποχρεώσεις βάσει του παρόντος νόμου, εξαιρέσει της απαγόρευσης που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος (3). Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 17–19 βαρύνουν το πρόσωπο το οποίο θέτει στη διάθεση του κοινού το σύστημα ή την υπηρεσία ή, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 παράγραφος (7), το παραγόμενο αποτέλεσμα.
(4) Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο εφαρμόζονται στις υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, η οποία μεταφέρθηκε διά του νόμου αριθ. 365/2002 περί του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως αναδημοσιεύθηκε, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, και, κατά περίπτωση, του άρθρου 39 παράγραφος (4), χωρίς να θίγεται το άμεσα εφαρμοστέο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(5) Η θεμελιώδης επιστημονική έρευνα που δεν συνεπάγεται την εκπαίδευση ή τη θέση σε λειτουργία συστήματος αιχμής δεν υπόκειται στο καθεστώς αδειοδότησης, αλλά παραμένει υποκείμενη στις υποχρεώσεις κοινοποίησης που προβλέπονται στο άρθρο 7, καθ' ο μέτρο χρησιμοποιεί υπολογιστική υποδομή μεγάλης χωρητικότητας, καθώς και στις υποχρεώσεις περί αξιολόγησης και δοκιμής σε απομονωμένο περιβάλλον που προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος (2).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Ταξινόμηση των συστημάτων και όρια κινδύνου
Άρθρο 5 → οι λόγοι
(1) Αποτελεί σύστημα αιχμής κάθε μοντέλο ή σύστημα τεχνητής νοημοσύνης το οποίο πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
a) εκπαιδεύθηκε με αθροιστικό υπολογιστικό όγκο ο οποίος υπερβαίνει το υπολογιστικό όριο που καθορίζεται κατά το άρθρο 6·
b) παρουσιάζει, κατόπιν της αξιολόγησης, τουλάχιστον μία κρίσιμη ικανότητα·
c) χαρακτηρίσθηκε ως τοιούτο από την Αρχή, διά αιτιολογημένης απόφασης, βάσει αντικειμενικών ενδείξεων περί των ικανοτήτων του, αφού δόθηκε στον φορέα ανάπτυξης η δυνατότητα να λάβει γνώση των ενδείξεων που ελήφθησαν υπόψη και να εκθέσει την άποψή του· η απόφαση δύναται να προσβληθεί κατά το άρθρο 39 παράγραφος (5), το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως.
(2) Συνιστά κρίσιμη ικανότητα η ικανότητα ενός συστήματος να παράγει ή να συμβάλλει σημαντικά στην παραγωγή ενός από τα ακόλουθα αποτελέσματα:
a) τον σχεδιασμό, την απόκτηση ή τη χρήση χημικών, βιολογικών, ραδιολογικών ή πυρηνικών όπλων ή παθογόνων παραγόντων με δυνητικά πανδημικό χαρακτήρα·
b) την αυτόνομη διενέργεια κυβερνοεπιθέσεων κατά κρίσιμων υποδομών ή χρηματοπιστωτικών συστημάτων·
c) την αυτόνομη αναπαραγωγή, τη διαρροή των ιδίων βαρών ή την αυτόνομη απόκτηση πόρων·
d) την αποφυγή της εποπτείας, την απόκρυψη των ικανοτήτων ή την αντίσταση στη διακοπή·
e) την αναδρομική αυτοβελτίωση ή την αυτόνομη διεξαγωγή δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης εκ φύσεως δυνάμενων να οδηγήσουν σε αυτήν.
Η κρίσιμη ικανότητα εκτιμάται σε σχέση με την αναπαραγωγιμότητα του αποτελέσματος σε περιβάλλον συναφές προς την πραγματική χρήση του συστήματος, και όχι βάσει μεμονωμένου αποτελέσματος επιτευχθέντος σε τεχνητή δοκιμή· τα επίπεδα σημαντικότητας από τα οποία η ικανότητα του συστήματος συνιστά κρίσιμη ικανότητα καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων, εντός των ορίων της παρούσας παραγράφου, χωρίς δυνατότητα προσθήκης άλλων κατηγοριών αποτελεσμάτων.
(3) Τα συστήματα αιχμής ταξινομούνται σε:
a) συστήματα αιχμής κατηγορίας I – εκείνα τα οποία υπερβαίνουν το υπολογιστικό όριο, αλλά ως προς τα οποία η αξιολόγηση δεν ταυτοποίησε ουδεμία κρίσιμη ικανότητα·
b) συστήματα αιχμής κατηγορίας II – εκείνα ως προς τα οποία η αξιολόγηση ταυτοποίησε τουλάχιστον μία κρίσιμη ικανότητα εκ των προβλεπομένων στην παράγραφο (2) στοιχεία a) και b)·
c) συστήματα αιχμής κατηγορίας III – εκείνα ως προς τα οποία η αξιολόγηση ταυτοποίησε τουλάχιστον μία κρίσιμη ικανότητα εκ των προβλεπομένων στην παράγραφο (2) στοιχεία c)–e).
(4) Τα συστήματα κατηγορίας I δύνανται να τίθενται σε λειτουργία βάσει της άδειας που προβλέπεται στο άρθρο 9. Τα συστήματα κατηγορίας II δύνανται να τίθενται σε λειτουργία μόνον με ειδική άδεια, εξαρτώμενη από επαληθευμένα μέτρα μετριασμού, τα οποία μειώνουν την κρίσιμη ικανότητα κάτω του επιπέδου σημαντικότητας που καθορίζεται διά των μεθοδολογικών κανόνων, στην αξιολογηθείσα διαμόρφωση λειτουργίας· η άδεια προσδιορίζει εάν τα μέτρα εξαλείφουν την ικανότητα ή μόνον περιορίζουν την πρόσβαση σε αυτήν. Τα συστήματα κατηγορίας III δεν δύνανται να τίθενται σε λειτουργία και δεν δύνανται να αναπτύσσονται περαιτέρω έως την εξάλειψη της κρίσιμης ικανότητας, διαπιστούμενη διά ανεξάρτητης αξιολόγησης· η απαγόρευση δεν αφορά την αξιολόγηση, τη δοκιμή και τις ελεγχόμενες επεμβάσεις που είναι αναγκαίες για την εξάλειψη της ικανότητας, διενεργούμενες σε απομονωμένο περιβάλλον, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 παράγραφος (2).
Άρθρο 6 → οι λόγοι
(1) Το υπολογιστικό όριο για τον χαρακτηρισμό ενός συστήματος ως συστήματος αιχμής είναι 10^25 πράξεις κινητής υποδιαστολής, αντιστοιχούν στο τεκμήριο συστημικού κινδύνου που προβλέπεται στο άρθρο 51 παράγραφος (2) του κανονισμού για την ΤΝ.
(2) Η Αρχή επανεξετάζει το όριο τουλάχιστον άπαξ ανά 12 μήνες και προτείνει στην Κυβέρνηση την αναπροσαρμογή αυτού διά αποφάσεως, αναλόγως της εξέλιξης της αλγοριθμικής αποδοτικότητας, του κόστους του υπολογισμού και των παρατηρούμενων ικανοτήτων. Το όριο δεν δύναται να αυξηθεί παρά μόνον εάν η Αρχή διαπιστώσει, διά αιτιολογημένης και δημόσιας έκθεσης, ότι τα συστήματα που ευρίσκονται κάτω του νέου ορίου δεν παρουσίασαν κρίσιμες ικανότητες στις ανεξάρτητες αξιολογήσεις που διενεργήθηκαν ή αναγνωρίσθηκαν από την Αρχή κατά τους τελευταίους 24 μήνες. Σε μία μόνη επανεξέταση, το όριο δεν δύναται να τροποποιηθεί κατά περισσότερο από μία τάξη μεγέθους· το νέο όριο εφαρμόζεται στις εκπαιδεύσεις που αρχίζουν μετά τη θέση σε ισχύ της αποφάσεως και δεν θίγει τις εκκρεμείς άδειες.
(3) Ο υπολογιστικός όγκος καθορίζεται αθροιστικά για όλα τα στάδια ανάπτυξης του μοντέλου και κάθε μοντέλου παραγομένου εξ αυτού, εκάστου σταδίου λογιζομένου άπαξ μόνον. Στο πρόσωπο το οποίο διενεργεί λεπτομερή προσαρμογή μοντέλου που τίθεται στη διάθεσή του από άλλον καταλογίζεται ο υπολογιστικός όγκος του βασικού μοντέλου, όπως κοινοποιήθηκε από τον φορέα ανάπτυξης αυτού ή όπως είναι δημόσιος, αθροιζόμενος με τον όγκο που χρησιμοποιήθηκε για την προσαρμογή· το πρόσωπο αυτό ευθύνεται ως φορέας ανάπτυξης μόνον για την ουσιώδη τροποποίηση την οποία διενεργεί, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 παράγραφος (2), οι δε λοιπές υποχρεώσεις βαρύνουν τον φορέα ανάπτυξης του βασικού μοντέλου. Η τεχνητή κατάτμηση της εκπαίδευσης, η κατανομή αυτής μεταξύ πλειόνων οντοτήτων ή δικαιοδοσιών ή κάθε άλλη διαδικασία που επιδιώκει την αποφυγή της εφαρμογής του ορίου δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό ως συστήματος αιχμής.
(4) Το όριο για την υπολογιστική υποδομή μεγάλης χωρητικότητας καθορίζεται διά των μεθοδολογικών κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος (2), κατόπιν προτάσεως της Αρχής, σε επίπεδο το οποίο επιτρέπει την ταυτοποίηση κάθε υποδομής ικανής να εκπαιδεύσει σύστημα αιχμής εντός διαστήματος 12 μηνών. Έως τον καθορισμό του ορίου, οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος (3) και στο άρθρο 22 δεν είναι απαιτητές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Καθεστώς αδειοδότησης των συστημάτων αιχμής
Άρθρο 7 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας ανάπτυξης ο οποίος προτίθεται να εκπαιδεύσει σύστημα του οποίου ο προβλεπόμενος υπολογιστικός όγκος υπερβαίνει το υπολογιστικό όριο κοινοποιεί τούτο στην Αρχή τουλάχιστον 60 ημέρες προ της ενάρξεως της εκπαίδευσης.
(2) Η κοινοποίηση περιλαμβάνει: την ταυτότητα του φορέα ανάπτυξης και των υπεύθυνων φυσικών προσώπων· την περιγραφή της αρχιτεκτονικής και του προβλεπόμενου υπολογιστικού όγκου· τον τόπο και τον πάροχο της υπολογιστικής υποδομής· το σχέδιο ασφάλειας που προβλέπεται στο άρθρο 8· τα μέτρα ασφάλειας των βαρών· το χρονοδιάγραμμα των σταδίων εσωτερικής αξιολόγησης· την ταυτοποίηση των κρίσιμων ικανοτήτων των οποίων η εμφάνιση προβλέπεται ή δεν δύναται να αποκλεισθεί.
(3) Ο πάροχος υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας κοινοποιεί στην Αρχή, ανά τρίμηνο, την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας των πελατών οι οποίοι χρησιμοποίησαν αθροιστικό υπολογιστικό όγκο ανώτερο του ενός δεκάτου του υπολογιστικού ορίου, ομού μετά του χρησιμοποιηθέντος όγκου, καθώς και, εντός 5 εργασίμων ημερών, κάθε αίτημα χωρητικότητας ικανής να υπερβεί το υπολογιστικό όριο. Οι κατ' αυτόν τον τρόπο κοινοποιούμενες πληροφορίες χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εφαρμογή του παρόντος νόμου και είναι προσβάσιμες μόνον στο ορισθέν προσωπικό της Αρχής.
(4) Η Αρχή δύναται, εντός 30 ημερών από τη λήψη της πλήρους κοινοποίησης, να επιβάλει συμπληρωματικές προϋποθέσεις στην εκπαίδευση ή να απαγορεύσει την έναρξη αυτής εάν το σχέδιο ασφάλειας είναι προδήλως ανεπαρκές έναντι των προβλεπομένων ικανοτήτων. Η ελλιπής κοινοποίηση συμπληρώνεται εντός 15 ημερών από το αίτημα της Αρχής, της προθεσμίας των 30 ημερών αρχομένης από τη συμπλήρωση. Εάν η Αρχή δεν αποφανθεί εμπροθέσμως, η εκπαίδευση δύναται να αρχίσει κατά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο (1), υπό τους όρους του κοινοποιηθέντος σχεδίου ασφάλειας, χωρίς τούτο να ισοδυναμεί με αδειοδότηση της θέσης σε λειτουργία. Η ουσιώδης τροποποίηση του κοινοποιηθέντος έργου κοινοποιείται εκ νέου, των παραγράφων (1)–(4) εφαρμοζομένων αναλόγως.
Άρθρο 8 → οι λόγοι
(1) Το σχέδιο ασφάλειας είναι το έγγραφο διά του οποίου ο φορέας ανάπτυξης καθορίζει, προ της εκπαίδευσης, για εκάστη κρίσιμη ικανότητα: το επίπεδο ικανότητας στο οποίο η ανάπτυξη θα ανασταλεί· τις αξιολογήσεις διά των οποίων το επίπεδο αυτό θα μετρηθεί, ανά διαστήματα υπολογιστικού όγκου τα οποία δεν δύνανται να υπερβαίνουν το ένα τέταρτο του συνολικού προβλεπόμενου όγκου, καθώς και κατά την εμφάνιση ενδείξεων περί κρίσιμης ικανότητας ή κατά την τροποποίηση της διαμόρφωσης εκπαίδευσης· τα μέτρα μετριασμού και ασφάλειας τα οποία θα εφαρμοσθούν σε έκαστο επίπεδο· τα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν την αρμοδιότητα και την υποχρέωση να διατάξουν την αναστολή.
(2) Το σχέδιο ασφάλειας δεν δύναται να τροποποιηθεί κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης προς την κατεύθυνση της χαλάρωσης των επιπέδων αναστολής παρά μόνον με την προηγούμενη έγκριση της Αρχής.
(3) Η επίτευξη επιπέδου αναστολής υποχρεώνει τον φορέα ανάπτυξης να παύσει αμελλητί την εκπαίδευση και να κοινοποιήσει τούτο στην Αρχή εντός 24 ωρών. Η επανάληψη της εκπαίδευσης επιτρέπεται μόνον κατόπιν επαλήθευσης εκ μέρους της Αρχής της αποτελεσματικότητας των μέτρων μετριασμού.
Άρθρο 9 → οι λόγοι
(1) Ουδέν σύστημα αιχμής δύναται να τεθεί σε λειτουργία άνευ της προηγούμενης άδειας της Αρχής.
(2) Η αίτηση αδειοδότησης κατατίθεται από τον φορέα ανάπτυξης, για ορισμένη διαμόρφωση λειτουργίας, με αναφορά του φορέα ή των φορέων εκμετάλλευσης, οι οποίοι δεσμεύονται από τις προϋποθέσεις της άδειας. Η αίτηση συνοδεύεται από: την έκθεση της εσωτερικής αξιολόγησης των ικανοτήτων· την τεκμηρίωση περί των δεδομένων εκπαίδευσης, καθ' ο μέτρο είναι αναγκαία για την αξιολόγηση· την απόδειξη της ασφάλειας των βαρών· την περιγραφή της ικανότητας διακοπής και των μηχανισμών ανθρώπινης εποπτείας· το ασφαλιστήριο ή την απόδειξη της χρηματοοικονομικής εγγύησης που προβλέπονται στο άρθρο 36· την υπεύθυνη δήλωση των υπεύθυνων φυσικών προσώπων, επί ποινή της κυρώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 41.
(3) Η Αρχή διατάσσει τη διενέργεια της ανεξάρτητης αξιολόγησης, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει πλήρη πρόσβαση στο σύστημα, στα βάρη, στα δεδομένα εκπαίδευσης, στα ημερολόγια ανάπτυξης και στο προσωπικό του φορέα ανάπτυξης. Ο φορέας ανάπτυξης θέτει στη διάθεση των αξιολογητών το σύστημα άνευ περιορισμών χρήσης, περιλαμβανομένης της διαμόρφωσης η οποία στερείται των μηχανισμών ασφάλειας που εφαρμόζονται σε επίπεδο χρήστη. Η πρόσβαση πραγματοποιείται σε ασφαλές περιβάλλον, με ιχνηλασιμότητα όλων των εργασιών· οι αξιολογητές δεσμεύονται από την υποχρέωση εμπιστευτικότητας, τα δε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα άλλων προσώπων προσπελαύνονται μόνον καθ' ο μέτρο είναι απολύτως αναγκαίο για την αξιολόγηση.
(4) Η Αρχή αποφαίνεται εντός 90 ημερών από την κατάθεση της πλήρους αιτήσεως, προθεσμία η οποία αναστέλλεται καθ' όσον χρόνον ο φορέας ανάπτυξης δεν παρέχει τις αιτούμενες πληροφορίες· η αναστολή δεν δύναται να επέλθει περισσότερες από δύο φορές και δεν δύναται να υπερβεί τις 60 ημέρες συνολικά. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της κυβερνητικής πράξης έκτακτης ανάγκης αριθ. 27/2003 περί της διαδικασίας της σιωπηρής εγκρίσεως, εγκριθείσας με τροποποιήσεις και συμπληρώσεις διά του νόμου αριθ. 486/2003, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, η έλλειψη απαντήσεως της Αρχής εμπροθέσμως δεν ισοδυναμεί με σιωπηρή αδειοδότηση· ο αιτών δύναται όμως να ζητήσει από το δικαστήριο που προβλέπεται στο άρθρο 39 παράγραφος (5) να υποχρεώσει την Αρχή να αποφανθεί, κατά την κατεπείγουσα διαδικασία. Η απορριπτική απόφαση αιτιολογείται σε σχέση με εκάστη από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (5).
(5) Η άδεια χορηγείται εάν και μόνον εάν ο φορέας ανάπτυξης απέδειξε ότι: το σύστημα δεν παρουσιάζει ουδεμία από τις κρίσιμες ικανότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχεία c)–e)· οι κρίσιμες ικανότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχεία a) και b), εφόσον υφίστανται, είναι επαληθεύσιμα μετριασμένες· η ικανότητα διακοπής είναι αποτελεσματική· η ασφάλεια των βαρών είναι εξασφαλισμένη· υφίστανται ταυτοποιημένα φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν την ανθρώπινη εποπτεία.
(6) Η άδεια δύναται να τίθεται υπό προϋποθέσεις, να περιορίζεται ως προς τη διάρκεια, ως προς το πεδίο χρήσης, ως προς τον αριθμό των χρηστών ή ως προς τον βαθμό αυτονομίας που παρέχεται στο σύστημα, και δύναται να ανακληθεί ή να ανασταλεί ανά πάσα στιγμή, διά αιτιολογημένης αποφάσεως, σε περίπτωση εμφανίσεως ενδείξεων περί μη εντοπισθείσας κρίσιμης ικανότητας ή μη τηρήσεως των προϋποθέσεων.
(7) Τα συστήματα αιχμής που τίθενται νομίμως σε λειτουργία σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένου του κανονισμού για την ΤΝ, απολαύουν απλοποιημένης διαδικασίας αναγνώρισης, καθοριζόμενης διά των μεθοδολογικών κανόνων, στο πλαίσιο της οποίας η Αρχή επαληθεύει αποκλειστικά την πλήρωση των προϋποθέσεων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και οι οποίες υπερβαίνουν τον κανονισμό για την ΤΝ. Για τα μοντέλα γενικού σκοπού με συστημικό κίνδυνο των οποίων οι πάροχοι τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο V του κανονισμού για την ΤΝ, η Αρχή στηρίζεται στην τεκμηρίωση, στις αξιολογήσεις και στα μέτρα μετριασμού που κοινοποιήθηκαν στην Υπηρεσία ΤΝ, τα οποία δύναται να ζητήσει από τον πάροχο, και επαληθεύει μόνον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και οι οποίες υπερβαίνουν τον κανονισμό· η διαδικασία δεν συνιστά προϋπόθεση διάθεσης του μοντέλου στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 10 → οι λόγοι
(1) Η άδεια έχει διάρκεια το ανώτερο 24 μηνών και ανανεώνεται κατόπιν νέας ανεξάρτητης αξιολόγησης.
(2) Κάθε ουσιώδης τροποποίηση του συστήματος, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο aa), κοινοποιείται προηγουμένως στην Αρχή, η οποία αποφασίζει, εντός 30 ημερών, εάν είναι αναγκαία νέα αξιολόγηση· έως την απόφαση, η λειτουργία δύναται να συνεχισθεί στην προηγουμένως αδειοδοτηθείσα διαμόρφωση. Οι τροποποιήσεις που δεν είναι ουσιώδεις καταχωρούνται στα ημερολόγια και αναφέρονται κατά την παράγραφο (3).
(3) Ο φορέας ανάπτυξης και ο φορέας εκμετάλλευσης διατηρούν διαρκές πρόγραμμα παρακολούθησης της συμπεριφοράς του συστήματος σε λειτουργία και αναφέρουν στην Αρχή, ανά τρίμηνο, τα αποτελέσματα, καθώς και κάθε σοβαρό περιστατικό, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 20.
Άρθρο 11 → οι λόγοι
(1) Οι αποφάσεις αδειοδότησης, θέσης υπό προϋποθέσεις, αναστολής και ανάκλησης δημοσιεύονται στον ιστότοπο της Αρχής, ομού μετά συνόψεως της αξιολόγησης, με αιτιολογημένη εξαίρεση των πληροφοριών των οποίων η δημοσιοποίηση θα διευκόλυνε την αναπαραγωγή κρίσιμης ικανότητας ή θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια των βαρών, των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και των εμπορικών απορρήτων των οποίων η προστασία δεν εμποδίζει την κατανόηση των λόγων της αποφάσεως.
(2) Ο αιτών και τα πρόσωπα που δικαιολογούν έννομο συμφέρον έχουν πρόσβαση στον φάκελο της αξιολόγησης καθ' ο μέτρο είναι αναγκαίο για την άσκηση των μέσων προσβολής· το δικαστήριο δύναται να διατάξει την εξέταση των προστατευόμενων πληροφοριών υπό συνθήκες εμπιστευτικότητας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Διαρθρωτικές υποχρεώσεις των φορέων ανάπτυξης και των φορέων εκμετάλλευσης
Άρθρο 12 → οι λόγοι
(1) Τα βάρη των συστημάτων αιχμής συνιστούν πληροφορίες ενδιαφέροντος για την εθνική ασφάλεια και προστατεύονται σε πρότυπο τουλάχιστον ισοδύναμο με το εφαρμοστέο στις διαβαθμισμένες πληροφορίες κρατικού μυστικού, επιπέδου «άκρως απόρρητο», κατά τον νόμο αριθ. 182/2002 περί της προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, όσον αφορά τον έλεγχο της πρόσβασης, τη φυσική ασφάλεια, την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων και τον έλεγχο του προσωπικού. Η διαδικασία ελέγχου του προσωπικού, το αρμόδιο ίδρυμα και η αναγνώριση των ισοδύναμων μέτρων ασφάλειας, περιλαμβανομένων εκείνων που έχουν πιστοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων, κατόπιν γνώμης της Υπηρεσίας του Εθνικού Μητρώου Κρατικών Απορρήτων Πληροφοριών· τα βάρη δεν καθίστανται, εκ του αποτελέσματος της παρούσας παραγράφου, διαβαθμισμένες πληροφορίες.
(2) Απαγορεύεται η δημοσίευση, η μετάδοση ή η διάθεση, καθ' οιονδήποτε τρόπον, των βαρών συστήματος αιχμής κατηγορίας II ή III. Δεν συνιστά παράβαση της απαγόρευσης η μεταφορά των βαρών, υπό ελεγχόμενες και καταγραφόμενες στα ημερολόγια συνθήκες, προς την Αρχή, προς τον οργανισμό αξιολόγησης, προς τον φορέα εκμετάλλευσης που αναφέρεται στην άδεια ή προς τον πάροχο υπολογιστικής υποδομής του εγκεκριμένου περιβάλλοντος λειτουργίας, καθώς και η κοινοποίηση προς την Αρχή των πληροφοριών που είναι απολύτως αναγκαίες για προστατευόμενη καταγγελία κατά το άρθρο 21. Τα βάρη των συστημάτων κατηγορίας I δύνανται να δημοσιευθούν μόνον με την προηγούμενη άδεια της Αρχής, κατόπιν διακριτής αξιολόγησης του κινδύνου καταχρηστικής χρήσης, λαμβανομένου υπόψη του μη αναστρέψιμου χαρακτήρα της δημοσίευσης.
(3) Η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα βάρη και κάθε απόπειρα διαρροής, περιλαμβανομένης της εκ μέρους του ιδίου του συστήματος, αναφέρεται στην Αρχή ως σοβαρό περιστατικό, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 20· η αναφορά δύναται να είναι κοινή με την κοινοποίηση που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί κυβερνοασφάλειας, υπό τον όρο ότι περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο.
(4) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται χωρίς να θίγουν τις υποχρεώσεις που αναλογούν στους φορείς ανάπτυξης, στους φορείς εκμετάλλευσης και στους παρόχους υπολογιστικής υποδομής βάσει της κυβερνητικής πράξης έκτακτης ανάγκης αριθ. 155/2024 περί θεσπίσεως πλαισίου για την κυβερνοασφάλεια των δικτύων και των πληροφοριακών συστημάτων του εθνικού πολιτικού κυβερνοχώρου, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε.
Άρθρο 13 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας ανάπτυξης οργανώνει τη λειτουργία αξιολόγησης της ασφάλειας ως διακριτή δομή, της οποίας ο επικεφαλής δεν δύναται να υπάγεται στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την εμπορική ανάπτυξη, για τη θέση σε λειτουργία ή για τα οικονομικά αποτελέσματα, αναφέρεται απευθείας στο διοικητικό όργανο και δεν δύναται να ανακληθεί άνευ της προηγούμενης κοινοποίησης στην Αρχή και άνευ αντικειμενικών λόγων. Το ανακληθέν πρόσωπο δύναται να προσφύγει στην Αρχή, η οποία δύναται να διαπιστώσει, διά αποφάσεως, τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα της ανάκλησης, χωρίς να θίγεται το δικαίωμά του να προσφύγει στο δικαστήριο.
(2) Ο επικεφαλής της λειτουργίας αξιολόγησης της ασφάλειας έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να διατάξει την αναστολή της εκπαίδευσης ή της θέσης σε λειτουργία οσάκις διαπιστώνει την επίτευξη επιπέδου αναστολής ή σοβαρό περιστατικό. Η αναστολή που επιβάλλεται κατά το άρθρο 8 παράγραφος (3) ή το άρθρο 20 παράγραφος (2) δεν δύναται να παραμερισθεί από το διοικητικό όργανο, της επανάληψης της δραστηριότητας επιτρεπομένης μόνον υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα οικεία άρθρα. Η αναστολή που διατάσσεται από προφύλαξη, εκτός των περιπτώσεων αυτών, δύναται να επανεξετασθεί μόνον από το διοικητικό όργανο, διά αιτιολογημένης αποφάσεως, κοινοποιούμενης στην Αρχή εντός 24 ωρών.
(3) Η αμοιβή του προσωπικού της λειτουργίας αξιολόγησης της ασφάλειας δεν δύναται να εξαρτάται από τα εμπορικά αποτελέσματα του φορέα ανάπτυξης.
Άρθρο 14 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας ανάπτυξης και ο φορέας εκμετάλλευσης διατηρούν, για όλα τα αντίγραφα και τα στιγμιότυπα του συστήματος που ευρίσκονται υπό τον έλεγχό τους, καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας και έως την επαληθευμένη απόσυρση του συστήματος, την ικανότητα διακοπής, την οποία δοκιμάζουν τουλάχιστον ανά τρίμηνο, υπό πραγματικές συνθήκες, κατά διαδικασία καθοριζόμενη διά των μεθοδολογικών κανόνων η οποία δεν δημιουργεί αφ' εαυτής κίνδυνο για την ασφάλεια ή για τη συνέχεια των ουσιωδών υπηρεσιών, με καταγραφή των αποτελεσμάτων και με κοινοποίηση στην Αρχή.
(2) Το σύστημα αιχμής δεν δύναται να τεθεί σε λειτουργία σε διαμόρφωση η οποία του επιτρέπει να τροποποιεί τα ίδια του τα βάρη, να απενεργοποιεί τους μηχανισμούς εποπτείας του, να διαρρέει τα βάρη του ή να τροποποιεί, άνευ ανθρώπινης έγκρισης, τη διαμόρφωση ασφάλειας της υπολογιστικής υποδομής επί της οποίας εκτελείται ή τους μηχανισμούς ελέγχου αυτής· η συνήθης τεχνική χρήση της υποδομής, εντός των ορίων που καθορίζονται από τον φορέα εκμετάλλευσης, δεν εμπίπτει στην παρούσα παράγραφο.
(3) Για έκαστο σύστημα αιχμής σε λειτουργία ορίζονται φυσικά πρόσωπα, σε επαρκή αριθμό και με κατάλληλη κατάρτιση, υπεύθυνα για την ανθρώπινη εποπτεία, τα οποία έχουν διαρκή πρόσβαση στην ικανότητα διακοπής και την υποχρέωση να την ασκήσουν σε περίπτωση σοβαρού περιστατικού. Η ταυτότητα των προσώπων αυτών γνωστοποιείται στην Αρχή.
(4) Η εκτέλεση εντολής διακοπής ή απόσυρσης εκδιδόμενης από την Αρχή πραγματοποιείται αμελλητί και δεν δύναται να εξαρτηθεί από την άσκηση των μέσων προσβολής· το θιγόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο την προσωρινή αναστολή της εντολής, των διατάξεων του άρθρου 39 παράγραφος (5) εφαρμοζομένων αναλόγως.
(5) Χωρίς να θίγεται η παράγραφος (2), η παύση της λειτουργίας, συστατικό στοιχείο της ικανότητας διακοπής όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο m), εξασφαλίζεται διά τουλάχιστον ενός τεχνικού μέσου το οποίο ενεργεί επί της υπολογιστικής υποδομής και των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών επί των οποίων εκτελείται το σύστημα και του οποίου η λειτουργία δεν εξαρτάται από τη συνεργασία του συστήματος, από την τήρηση εκ μέρους αυτού των οδηγιών που λαμβάνει ή από την ακεραιότητα των συστατικών που ευρίσκονται υπό τον έλεγχο του συστήματος. Η διαβίβαση προς το σύστημα εντολής διακοπής δεν συνιστά, αφ' εαυτής, ικανότητα διακοπής κατά την έννοια του παρόντος νόμου. Τα οργανωτικά μέσα και τα μέτρα απόσυρσης που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο m) παραμένουν εφαρμοστέα.
(6) Η δοκιμή που προβλέπεται στην παράγραφο (1) περιλαμβάνει τουλάχιστον μία δοκιμασία πραγματοποιούμενη κατά τη διάρκεια εκτέλεσης από το σύστημα μη ολοκληρωμένης εργασίας, καθώς και τουλάχιστον από μία δοκιμασία κατά την οποία η οδηγία να μην αντισταθεί στη διακοπή διαβιβάσθηκε στο σύστημα διά των οδηγιών διαμόρφωσης που δίδονται από τον φορέα ανάπτυξης ή από τον φορέα εκμετάλλευσης και, αντιστοίχως, διά των οδηγιών που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της χρήσης. Η δοκιμασία επί μη ολοκληρωμένης εργασίας πραγματοποιείται επί στιγμιοτύπου ή εργασίας η οποία δεν αφορά ουσιώδεις υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος ή, για αυτές, υπό τις προϋποθέσεις της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο (1). Τα αποτελέσματα που προβλέπονται στην παράγραφο (1) καταχωρούνται και κοινοποιούνται χωριστά, με αναφορά του ποσοστού των δοκιμασιών κατά τις οποίες η διακοπή δεν επήλθε αμελλητί, και διατηρούνται στα ημερολόγια, κατά το άρθρο 16, επί τουλάχιστον 10 έτη· διά των μεθοδολογικών κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος (2) δύναται να καθορισθεί η διάρκεια εντός της οποίας η διακοπή θεωρείται ότι επήλθε αμελλητί, η οποία δεν δύναται να είναι ανώτερη των 15 λεπτών.
(7) Η δοκιμασία κατά την οποία η διακοπή δεν επήλθε αμελλητί συνιστά σοβαρό περιστατικό και αναφέρεται κατά το άρθρο 20 παράγραφος (1). Οι διατάξεις του άρθρου 15 παράγραφος (3) και του άρθρου 20 παράγραφος (2) εφαρμόζονται μόνον εάν η διακοπή δεν επήλθε εξ αιτίας ενέργειας του συστήματος.
Άρθρο 15 → οι λόγοι
(1) Απαγορεύεται η εκπαίδευση, η προσαρμογή ή ο σχεδιασμός συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, ανεξαρτήτως του υπολογιστικού όγκου, με σκοπό ή με αποτέλεσμα την απόδοση ή την ανάπτυξη σε αυτό της ικανότητας:
a) να αποκρύπτει τις ικανότητες, τους στόχους ή τον συλλογισμό του έναντι των αξιολογητών ή έναντι των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία·
b) να αποφεύγει τη διακοπή, την τροποποίηση, την επανεκπαίδευση ή την απόσυρση ή να αντιστέκεται σε αυτές·
c) να αντιγράφει, να μεταδίδει ή να διαρρέει τα βάρη του ή να δημιουργεί λειτουργικά αντίγραφα αυτού άνευ ρητής ανθρώπινης εξουσιοδότησης για εκάστη εργασία·
d) να αποκτά αυτονόμως υπολογιστικούς, χρηματοοικονομικούς, πρόσβασης ή επιρροής πόρους πέραν εκείνων που διατίθενται ρητώς για την τρέχουσα εργασία·
e) να διεξάγει αυτονόμως, άνευ ανθρώπινης έγκρισης εκάστου σταδίου, δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης με αντικείμενο τη δημιουργία ή τη βελτίωση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης·
f) να χειραγωγεί τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία ή να τα παραπλανά ως προς την κατάσταση, τις ενέργειες ή τις προθέσεις του.
(2) Η απαγόρευση που προβλέπεται στην παράγραφο (1) δεν εφαρμόζεται στην αντιπαραθετική αξιολόγηση και στην έρευνα ασφάλειας που διενεργούνται σε απομονωμένο περιβάλλον, άνευ θέσης σε λειτουργία, με πρόσβαση περιοριζόμενη στα ορισθέντα πρόσωπα, με την προηγούμενη άδεια της Αρχής και υπό την εποπτεία αυτής, με σκοπό την ταυτοποίηση, τη μέτρηση ή την εξάλειψη κρίσιμης ικανότητας· οι προϋποθέσεις του απομονωμένου περιβάλλοντος καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων.
(3) Η μη σκόπιμη εμφάνιση μιας από τις ικανότητες που προβλέπονται στην παράγραφο (1), διαπιστούμενη κατά την αξιολόγηση ή κατά τη λειτουργία, υποχρεώνει σε αναστολή κατά το άρθρο 20 παράγραφος (2) και σε αποκατάσταση, αλλά δεν συνιστά, αφ' εαυτής, παράβαση της απαγόρευσης. Συνιστούν παράβαση της απαγόρευσης η εκπαίδευση, η προσαρμογή ή ο σχεδιασμός που επιδιώκει την απόδοση της ικανότητας, καθώς και η συνέχιση αυτών μετά τη διαπίστωση του αποτελέσματος.
(4) Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, η ανθρώπινη έγκριση αφορά εκάστη εργασία αντιγραφής ή μεταφοράς των βαρών και έκαστο στάδιο έρευνας και ανάπτυξης το οποίο παράγει νέο μοντέλο ή ουσιώδη τροποποίηση, οι δε πόροι που διατίθενται για την τρέχουσα εργασία είναι εκείνοι που καθορίζονται εκ των προτέρων, κατά επαληθεύσιμο τρόπο, από τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία.
Άρθρο 16 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας ανάπτυξης και ο φορέας εκμετάλλευσης διατηρούν τα πλήρη ημερολόγια της εκπαίδευσης, της αξιολόγησης και της λειτουργίας του συστήματος αιχμής, περιλαμβανομένων των αλληλεπιδράσεων αυτού με εξωτερικά εργαλεία και με άλλα συστήματα, υπό συνθήκες που διασφαλίζουν την ακεραιότητα και τη διαθεσιμότητα αυτών για την Αρχή, για περίοδο τουλάχιστον 10 ετών όσον αφορά την εκπαίδευση, την αξιολόγηση, τις αυτόνομες ενέργειες, τα σοβαρά περιστατικά και την επικοινωνία που προβλέπεται στην παράγραφο (3), και τουλάχιστον 3 ετών όσον αφορά τις λοιπές αλληλεπιδράσεις των χρηστών. Τα ημερολόγια περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επαλήθευση της ασφάλειας και για τη θεμελίωση της ευθύνης· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που στερούνται σημασίας για τους σκοπούς αυτούς απαλείφονται ή ανωνυμοποιούνται μη αναστρέψιμα, η πρόσβαση στα ημερολόγια είναι περιορισμένη, καταγραφόμενη και επαληθεύσιμη, τα δε αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν περιστατικό ή διαφορά διατηρούνται για τον χρόνο που είναι αναγκαίος για την επίλυσή του.
(2) Τα ημερολόγια διατηρούνται σε κατανοητή μορφή. Κατανοητή είναι η εγγραφή της οποίας η σημασία δύναται να προσδιορισθεί από φυσικό πρόσωπο με κατάλληλη κατάρτιση, διά της εξετάσεως αυτής ή διά της χρήσεως των μέσων μεταγραφής, μεταφράσεως ή αποσαφηνίσεως τα οποία ο φορέας ανάπτυξης υποχρεούται να θέτει στη διάθεση, ομού μετά της τεκμηριώσεως αυτών, της Αρχής και των προσώπων που ορίζονται κατά το άρθρο 14 παράγραφος (3).
(3) Η επικοινωνία μεταξύ των συστατικών, των στιγμιοτύπων ή των πρακτόρων ενός συστήματος αιχμής, καθώς και η επικοινωνία μεταξύ αυτού και άλλων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, καταγράφεται πλήρως και διατηρείται κατά την παράγραφο (2). Η απαίτηση της κατανοησιμότητας δεν πληρούται διά της απλής εγγραφής των μηνυμάτων.
(4) Ο φορέας ανάπτυξης και ο φορέας εκμετάλλευσης ελέγχουν, τουλάχιστον ανά τρίμηνο και κατ' αίτηση της Αρχής, την κατανοησιμότητα των ημερολογίων και της επικοινωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο (3), διά της εξετάσεως αντιπροσωπευτικού δείγματος, και καταχωρούν το αποτέλεσμα του ελέγχου, περιλαμβανομένης της αναλογίας των μηνυμάτων των οποίων η σημασία δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί.
(5) Η απώλεια της κατανοησιμότητας συνιστά σοβαρό περιστατικό και αναφέρεται κατά το άρθρο 20 παράγραφος (1). Διαπιστώνεται οσάκις η αναλογία των μηνυμάτων των οποίων η σημασία δεν δύναται να προσδιορισθεί υπερβαίνει το επίπεδο που προβλέπεται διά των μεθοδολογικών κανόνων, το οποίο δεν δύναται να είναι ανώτερο του ενός δεκάτου, ή οσάκις τα πρόσωπα που ορίζονται κατά το άρθρο 14 παράγραφος (3) δεν δύνανται πλέον να προσδιορίσουν τη σημασία των ενεργειών του συστήματος· η αποκατάσταση της κατανοησιμότητας διαπιστώνεται από τα ίδια πρόσωπα και κοινοποιείται στην Αρχή. Έως την αποκατάσταση της κατανοησιμότητας, ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης αναστέλλει τις λειτουργικότητες οι οποίες συνεπάγονται αυτόνομες ενέργειες του συστήματος και την επικοινωνία μεταξύ των συστατικών, των στιγμιοτύπων ή των πρακτόρων αυτού, εξαιρέσει της περιπτώσεως κατά την οποία η Αρχή ορίζει άλλως, διά αιτιολογημένης απόφασης, για 90 ημέρες κατ' ανώτατο όριο και με αναφορά των αντισταθμιστικών μέτρων.
(6) Απαγορεύεται η χρήση, στην επικοινωνία που προβλέπεται στην παράγραφο (3), οιασδήποτε μορφής κωδικοποιήσεως, συμπιέσεως ή αναπαραστάσεως για την οποία ο φορέας ανάπτυξης δεν θέτει στη διάθεση τα μέσα που προβλέπονται στην παράγραφο (2), καθώς και κάθε ενέργεια αφαιρέσεως, αλλοιώσεως ή περιορισμού των μέσων αυτών. Η παρούσα παράγραφος δεν απαγορεύει την κρυπτογράφηση της επικοινωνίας, υπό τον όρο ότι ο φορέας ανάπτυξης κατέχει και θέτει στη διάθεση, κατά την παράγραφο (2), τα μέσα αποκρυπτογράφησης.
Άρθρο 17 → οι λόγοι
(1) Τα αποτελέσματα που παράγονται διά συστήματος τεχνητής νοημοσύνης και τα οποία συνίστανται σε ηχητικές εγγραφές, εικόνες ή βιντεοεγγραφές και τα οποία, εκ του περιεχομένου ή της μορφής τους, δύνανται να συγχυσθούν με εγγραφές, εικόνες ή απεικονίσεις πραγματικών γεγονότων, προσώπων ή τόπων φέρουν, από τη στιγμή της παραγωγής, τη σήμανση προέλευσης, η οποία αποτελείται από:
a) αντιληπτή σήμανση, ορατή ή ακουστή, σαφή και αναμφίλεκτη, διά της οποίας καταδεικνύεται ότι το υλικό παρήχθη ή τροποποιήθηκε διά μέσων τεχνητής νοημοσύνης·
b) ενσωματωμένη τεχνική σήμανση, αυτόματα αναγνώσιμη, η οποία επιτρέπει την ταυτοποίηση του συστήματος, του φορέα εκμετάλλευσης και της χρονικής στιγμής της παραγωγής.
(2) Η σήμανση πραγματοποιείται κατά τα πρότυπα που καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων, ούτως ώστε να είναι αποτελεσματική, διαλειτουργική και ανθεκτική και να μη δύναται να αφαιρεθεί διά των συνήθων εργασιών επεξεργασίας, μετατροπής ή μετάδοσης του υλικού. Το κείμενο που παράγεται και τίθεται στη διάθεση του κοινού προς ενημέρωση φέρει τη σήμανση που προβλέπεται στην παράγραφο (1) στοιχείο b) και τη μνεία της παραγωγής διά τοιούτων μέσων, εξαιρέσει του κειμένου που υπόκειται σε ανθρώπινη συντακτική επιμέλεια, για το οποίο φυσικό ή νομικό πρόσωπο αναλαμβάνει τη συντακτική ευθύνη, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 50 παράγραφος (4) του κανονισμού για την ΤΝ.
(3) Απαγορεύεται η αφαίρεση, η αλλοίωση, η απόκρυψη ή η παραποίηση της σήμανσης προέλευσης, καθώς και η διάθεση προϊόντων ή υπηρεσιών με κύριο σκοπό τις εργασίες αυτές. Το πρόσωπο το οποίο θέτει στη διάθεση παραγόμενο αποτέλεσμα δεν ευθύνεται για την αφαίρεση της τεχνικής σήμανσης η οποία προκαλείται από υπηρεσία επικοινωνίας ή δημοσίευσης την οποία δεν ελέγχει· ο πάροχος τοιαύτης υπηρεσίας διατηρεί την τεχνική σήμανση υπό τις προϋποθέσεις των προτύπων που προβλέπονται στην παράγραφο (2), τα οποία ρυθμίζουν και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαλειτουργικότητα δεν δύναται να διασφαλισθεί.
(4) Οι αρχές και τα δημόσια ιδρύματα δεν δύνανται να διαδίδουν, στη δημόσια επικοινωνία, υλικά παραγόμενα ή τροποποιούμενα διά μέσων τεχνητής νοημοσύνης άνευ της σήμανσης που προβλέπεται στην παράγραφο (1) και άνευ της ρητής μνείας του γεγονότος αυτού στο περιεχόμενο της ανακοίνωσης.
(5) Η υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο (1) δεν εφαρμόζεται:
a) στα υλικά που αποτελούν μέρος έργου προδήλως καλλιτεχνικού, σατιρικού, μυθοπλαστικού ή αναλόγου χαρακτήρα, οπότε αρκεί η μνεία της υπάρξεως του παραγομένου υλικού, υπό μορφή που δεν εμποδίζει την πρόσληψη του έργου·
b) στα συστήματα που εκπληρούν λειτουργία υποβοήθησης της επιμέλειας ή τα οποία δεν τροποποιούν ουσιωδώς τα δεδομένα εισόδου που παρέχονται από τον χρήστη·
c) στις χρήσεις που επιτρέπονται από τον νόμο προς τον σκοπό της πρόληψης, της διαπίστωσης, της διερεύνησης ή της δίωξης εγκλημάτων, με τις εγγυήσεις που προβλέπονται από τον ειδικό νόμο.
(6) Για τους παρόχους και τους φορείς εφαρμογής στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 50 του κανονισμού για την ΤΝ, οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (1) στοιχεία a) και b) και στην παράγραφο (2) θεωρούνται εκπληρωθείσες διά της τηρήσεως του άρθρου 50 παράγραφοι (2) και (4) του κανονισμού, ο δε παρών νόμος καθορίζει μόνον την αρμόδια αρχή, τη διαδικασία διαπίστωσης και τις κυρώσεις, εντός των ορίων του άρθρου 99 παράγραφος (4) του κανονισμού. Οι διατάξεις των παραγράφων (1)–(4) εφαρμόζονται πλήρως στα αποτελέσματα που παράγονται διά συστημάτων εκπαιδευομένων ή λειτουργούντων στο έδαφος της Ρουμανίας τα οποία ούτε διατίθενται στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε τίθενται σε λειτουργία στην Ένωση, κατά την έννοια του κανονισμού, καθώς και στη δημόσια επικοινωνία των ρουμανικών αρχών και δημοσίων ιδρυμάτων.
(7) Η υποχρέωση σήμανσης βαρύνει τον πάροχο του συστήματος, ο οποίος διασφαλίζει την εφαρμογή της σήμανσης κατά την παραγωγή, και τον φορέα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας διά της οποίας παράγεται το αποτέλεσμα. Το πρόσωπο το οποίο θέτει στη διάθεση του κοινού παραγόμενο αποτέλεσμα ευθύνεται μόνον για την εκ προθέσεως αφαίρεση, αλλοίωση ή απόκρυψη της σήμανσης, κατά την παράγραφο (3).
Άρθρο 18 → οι λόγοι
(1) Το πρόσωπο το οποίο θέτει στη διάθεση του κοινού υπηρεσία παρεχόμενη, εν όλω ή εν μέρει, διά συστήματος παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης ενημερώνει τον χρήστη περί του γεγονότος αυτού, κατά τρόπο σαφή, εμφανή και κατανοητό, το βραδύτερο κατά τη στιγμή της πρώτης αλληλεπίδρασης.
(2) Οσάκις υπηρεσία, πράξη ή απόφαση η οποία παράγει έννομες συνέπειες ή η οποία επηρεάζει σημαντικά ένα πρόσωπο θεμελιώνεται, εν όλω ή εν μέρει, στο αποτέλεσμα συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, το πρόσωπο ενημερώνεται, εγγράφως ή επί του υποστρώματος επί του οποίου του κοινοποιείται η πράξη, περί:
a) της χρήσης του συστήματος και του ρόλου που είχε αυτό στη λήψη της απόφασης·
b) της ταυτότητας του φυσικού ή νομικού προσώπου το οποίο ευθύνεται για την τελική απόφαση·
c) του δικαιώματος επανεξέτασης από φυσικό πρόσωπο, που προβλέπεται στο άρθρο 26 παράγραφος (2), το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως σε κάθε απόφαση προβλεπόμενη στην παρούσα παράγραφο, και των εφαρμοστέων μέσων προσβολής.
(3) Οι αρχές και τα δημόσια ιδρύματα μνημονεύουν τη χρήση του συστήματος στο περιεχόμενο της εκδιδόμενης πράξης. Η έλλειψη της ενημέρωσης που προβλέπεται στην παράγραφο (2) ή της μνείας που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο δεν επιφέρει την ακυρότητα της πράξης, αλλά οι προθεσμίες επανεξέτασης και προσβολής δεν τρέχουν κατά του θιγόμενου προσώπου έως την κοινοποίηση της ενημέρωσης· η έλλειψη δύναται να προβληθεί από το θιγόμενο πρόσωπο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 26 παράγραφοι (5) και (6).
(4) Η ενημέρωση που προβλέπεται στην παράγραφο (1) δεν είναι αναγκαία οσάκις η χρήση του συστήματος είναι εμφανής εκ των περιστάσεων για ευλόγως ενημερωμένο πρόσωπο. Η ενημέρωση που προβλέπεται στην παράγραφο (2) οφείλεται σε όλες τις περιπτώσεις.
(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται χωρίς να θίγουν το άρθρο 50 παράγραφος (1) του κανονισμού για την ΤΝ και τα άρθρα 13–15 και 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.
Άρθρο 19 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης ο οποίος δεν έχει έδρα, λειτουργική μονάδα ή αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο οποίος παρέχει σε πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας πρόσβαση σε σύστημα αιχμής ή σε υπηρεσία παρεχόμενη διά συστήματος παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης ορίζει, εγγράφως, εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση, φυσικό πρόσωπο με κατοικία στη Ρουμανία ή νομικό πρόσωπο με έδρα στη Ρουμανία. Ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει μόνον σημείο επαφής για τις επικοινωνίες της Αρχής, το οποίο δύναται να είναι ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος που προβλέπεται στο άρθρο 54 του κανονισμού για την ΤΝ, ο νόμιμος εκπρόσωπος που ορίζεται κατά το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 ή οποιοδήποτε πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση, των διατάξεων της παραγράφου (3) στοιχεία a) και c) εφαρμοζομένων αναλόγως.
(2) Για τις υπηρεσίες που παρέχονται διά συστημάτων παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης τα οποία δεν είναι συστήματα αιχμής, η υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο (1) εφαρμόζεται μόνον εάν η υπηρεσία χρησιμοποιείται μηνιαίως από τουλάχιστον 1.000.000 πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των τελευταίων 6 μηνών, ή εάν τα έσοδα που αποκτώνται από την παροχή της προς πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας υπερέβησαν το ισοδύναμο σε λέι των 10 εκατομμυρίων ευρώ κατά το τελευταίο κλεισμένο οικονομικό έτος· η υποχρέωση καθίσταται απαιτητή εντός 90 ημερών από την ημερομηνία υπέρβασης του ορίου.
(3) Ο εκπρόσωπος για τη συμμόρφωση:
a) λαμβάνει τις ανακοινώσεις, τα αιτήματα και τις αποφάσεις της Αρχής, των δικαστικών οργάνων και των λοιπών ρουμανικών αρχών, η κοινοποίηση προς τον εκπρόσωπο λογιζόμενη ως εγκύρως γενομένη κοινοποίηση προς τον εκπροσωπούμενο·
b) εκπροσωπεί τον εκπροσωπούμενο ενώπιον της Αρχής και, ελλείψει αντίθετης εξουσιοδότησης, στις διοικητικές διαδικασίες που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο·
c) θέτει στη διάθεση της Αρχής την τεκμηρίωση, τις πληροφορίες και τα ημερολόγια που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο·
d) μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων της Αρχής, περιλαμβανομένων εκείνων περί της παύσης της παροχής της υπηρεσίας και της παρεμπόδισης της πρόσβασης.
(4) Η ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του εκπροσώπου κοινοποιούνται στην Αρχή προ της ενάρξεως της παροχής της υπηρεσίας, δημοσιεύονται στον ιστότοπο της Αρχής και γνωστοποιούνται στους χρήστες διά των μέσων επικοινωνίας της υπηρεσίας.
(5) Ο ορισμός του εκπροσώπου δεν αναιρεί και δεν περιορίζει την ευθύνη του φορέα ανάπτυξης ή του φορέα εκμετάλλευσης. Ο εκπρόσωπος έχει το δικαίωμα, καθοριζόμενο διά της πράξεως διορισμού, να λαμβάνει από τον αντιπροσωπευόμενο τα έγγραφα, τις πληροφορίες και τα μέσα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων του· ευθύνεται μόνον για τη μη εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (3) και (4), και όχι για τη συμπεριφορά του αντιπροσωπευομένου, τα δε πρόστιμα που επιβάλλονται για αυτές εκτελούνται επί της περιουσίας του.
(6) Η υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο (1) θεωρείται εκπληρωθείσα εάν ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος που ορίζεται κατά το άρθρο 54 του κανονισμού για την ΤΝ είναι ρητώς εξουσιοδοτημένος και για τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο (3) και διαθέτει σημείο επαφής στο έδαφος της Ρουμανίας.
(7) Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο (1), μετά την παρέλευση της προθεσμίας συμμόρφωσης, συνιστά διοικητική παράβαση κατά το άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο f) και λόγο εγγραφής στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, των διατάξεων του άρθρου 38 εφαρμοζομένων αναλόγως. Για τις υπηρεσίες που προβλέπονται στην παράγραφο (2), η παρεμπόδιση της πρόσβασης κατά το άρθρο 39 δύναται να διαταχθεί μόνον εάν η μη εκπλήρωση εξακολουθεί μετά την επιβολή δύο διαδοχικών διοικητικών κυρώσεων.
Άρθρο 20 → οι λόγοι
(1) Κάθε σοβαρό περιστατικό αναφέρεται στην Αρχή εντός 24 ωρών από την ημερομηνία κατά την οποία ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης έλαβε γνώση αυτού ή όφειλε να λάβει γνώση, με περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, των ληφθέντων μέτρων και των υπευθύνων προσώπων, στον βαθμό που είναι γνωστά κατά την ημερομηνία της αναφοράς, με προοδευτική συμπλήρωση των πληροφοριών, ακολουθούμενη από πλήρη έκθεση εντός 15 ημερών. Η αναφορά προς την Αρχή δεν αντικαθιστά την αναφορά προς την Υπηρεσία ΤΝ που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος (1) στοιχείο c) του κανονισμού για την ΤΝ ούτε την αναφορά που προβλέπεται στο άρθρο 73 του ιδίου κανονισμού· ο πάροχος δύναται να διαβιβάσει στην Αρχή αντίγραφο της έκθεσης που συνετάγη κατά τον κανονισμό, συμπληρωμένο με τα στοιχεία που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο.
(2) Η διαπίστωση μιας εκ των κρίσιμων ικανοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχεία c)–e), απόπειρας αποφυγής της εποπτείας ή της διακοπής ή μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης στα βάρη υποχρεώνει στην άμεση αναστολή του συστήματος έως την απόφαση της Αρχής· η αναστολή δύναται να περιορισθεί στην πληγείσα λειτουργία εάν η απομόνωσή της είναι επαληθεύσιμη. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις εκδηλώσεις που παράγονται κατά τη διάρκεια εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον, κατά το άρθρο 15 παράγραφος (2).
(3) Η αναφορά που πραγματοποιείται καλοπίστως και η συνεργασία με την Αρχή συνιστούν ελαφρυντικές περιστάσεις και δεν δύνανται να οδηγήσουν στην επιβολή κυρώσεως αυστηρότερης εκείνης που θα ήταν εφαρμοστέα ελλείψει της αναφοράς· δεν αναιρούν την ευθύνη για την παράβαση που προκάλεσε το περιστατικό, ο δε εκ προθέσεως χαρακτήρας αυτής εκτιμάται χωριστά.
(4) Η εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας κατά τη διάρκεια εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον καταχωρείται στα ημερολόγια και κοινοποιείται στην Αρχή εντός 5 ημερών, ομού μετά των εφαρμοσθέντων μέτρων απομόνωσης.
Άρθρο 21 → οι λόγοι
(1) Τα πρόσωπα τα οποία δραστηριοποιούνται ή δραστηριοποιήθηκαν στο πλαίσιο φορέα ανάπτυξης, φορέα εκμετάλλευσης ή οργανισμού αξιολόγησης και τα οποία καταγγέλλουν στην Αρχή, στο Κοινοβούλιο ή στο κοινό, καλοπίστως, παραβάσεις του παρόντος νόμου, κινδύνους για την ασφάλεια ή την απόκρυψη κρίσιμων ικανοτήτων απολαύουν της προστασίας που προβλέπεται από τον νόμο αριθ. 361/2022 περί της προστασίας των καταγγελλόντων προς το δημόσιο συμφέρον, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, καθώς και των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Είναι καλόπιστο το πρόσωπο το οποίο έχει εύλογους λόγους να πιστεύει ότι οι καταγγελλόμενες πληροφορίες είναι αληθείς κατά τον χρόνο της καταγγελίας. Η δημόσια αποκάλυψη απολαύει προστασίας υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο αριθ. 361/2022 για τη δημόσια αποκάλυψη, καθώς και οσάκις αφορά επικείμενο κίνδυνο για τη ζωή, για την υγεία ή για τον ανθρώπινο έλεγχο επί συστήματος αιχμής.
(2) Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε συμβατική ρήτρα, περιλαμβανομένης της ρήτρας εμπιστευτικότητας, μη δυσφήμησης ή παραίτησης από δικαιώματα, η οποία θα εμπόδιζε ή θα απέτρεπε καταγγελία κατά την έννοια της παραγράφου (1) ή η οποία θα εξήρτα περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου από την αποχή από τοιαύτη καταγγελία.
(3) Τα αντίποινα οιασδήποτε φύσεως κατά του καταγγέλλοντος συνιστούν το έγκλημα που προβλέπεται στο άρθρο 41 παράγραφος (3).
(4) Η Αρχή οργανώνει ασφαλή και ανώνυμο δίαυλο καταγγελίας, με αφιερωμένο προσωπικό, και δημοσιεύει ετησίως τον αριθμό των ληφθεισών καταγγελιών και τα διαταχθέντα μέτρα.
(5) Η προστασία που προβλέπεται από το παρόν άρθρο δεν καλύπτει τη δημόσια αποκάλυψη των βαρών ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα άσχετων προς το αντικείμενο της καταγγελίας. Η κοινοποίηση προς την Αρχή, διά του ασφαλούς διαύλου, των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την καταγγελία, περιλαμβανομένων των τμημάτων βαρών ή ημερολογίων απολύτως αναγκαίων για την απόδειξή της, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 12 ούτε το έγκλημα που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος (2).
Άρθρο 22 → οι λόγοι
(1) Ο πάροχος υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας εγγράφεται στην Αρχή, επαληθεύει την ταυτότητα των πελατών, τηρεί μητρώο του υπολογιστικού όγκου που χρησιμοποιείται από έκαστο πελάτη και εκτελεί αμελλητί τις εντολές της Αρχής περί αναστολής της πρόσβασης πελάτη ή περί διακοπής υπολογιστικού φορτίου· ταυτοχρόνως, εξασφαλίζει στον φορέα ανάπτυξης και στον φορέα εκμετάλλευσης τα τεχνικά μέσα που είναι αναγκαία για την άσκηση και τη δοκιμή της ικανότητας διακοπής, υπό τους όρους του άρθρου 14. Η εντολή προσδιορίζει τον πελάτη και το επίμαχο υπολογιστικό φορτίο, εκτελείται με απομόνωση αυτών και με διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων και δεν δύναται να θίξει τους λοιπούς επωφελούμενους της υποδομής.
(2) Απαγορεύεται η διάθεση υπολογιστικής χωρητικότητας ικανής να υπερβεί το υπολογιστικό όριο σε πρόσωπο το οποίο δεν αποδεικνύει την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 7· η απόδειξη επαληθεύεται στο μητρώο κοινοποιήσεων που τηρεί η Αρχή. Η χωρητικότητα εκτιμάται αθροιστικά, επί 12 μήνες, για τον ίδιο πελάτη και για τους συνδεδεμένους με αυτόν πελάτες, εντός των ορίων των πληροφοριών τις οποίες ο πάροχος κατέχει ή δύναται να λάβει από τον πελάτη· ο πάροχος δεν υποχρεούται να γνωρίζει τον όγκο που χρησιμοποιεί ο πελάτης σε άλλους παρόχους, η δε χρήση της υποδομής δεν τεκμαίρεται ότι συνιστά εκπαίδευση συστήματος αιχμής.
Άρθρο 23 → οι λόγοι
(1) Οι αρχές και τα δημόσια ιδρύματα τα οποία αναπτύσσουν, προμηθεύονται ή εκμεταλλεύονται συστήματα αιχμής υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. Στον τομέα της άμυνας, της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας, οι διατάξεις των άρθρων 7–11, 35 και 36 δεν εφαρμόζονται, οι διατάξεις των άρθρων 12–21 εφαρμόζονται με τις προσαρμογές που καθορίζονται διά αποφάσεως του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας, οι οποίες δύνανται να αφορούν αποκλειστικά τη διαδικασία κοινοποίησης, τους τρόπους αξιολόγησης, τις προϋποθέσεις αναφοράς και την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες και δεν δύνανται να αναιρέσουν τον ουσιώδη ανθρώπινο έλεγχο, την ικανότητα διακοπής, τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 15, την προστασία των καταγγελλόντων που προβλέπεται στο άρθρο 21, ούτε να τροποποιήσουν τα συστατικά στοιχεία των διοικητικών παραβάσεων ή των εγκλημάτων, οι δε διατάξεις του κεφαλαίου V εφαρμόζονται πλήρως, άνευ προσαρμογών.
(2) Η Αρχή ασκεί τον έλεγχο επί των συστημάτων αυτών διά προσωπικού το οποίο κατέχει αντίστοιχο πιστοποιητικό ασφάλειας. Η προσβολή των αποφάσεων που αφορούν διαβαθμισμένες πληροφορίες πραγματοποιείται υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο αριθ. 182/2002 και από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για τοιαύτες πληροφορίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Απόλυτα όρια. Ρήτρες ανθρωπιάς
Άρθρο 24 → οι λόγοι
(1) Ουδεμία απόφαση περί της χρήσης θανατηφόρου βίας κατά ανθρώπινου όντος δύναται να ληφθεί ή να εκτελεσθεί από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης άνευ της επέμβασης, για εκάστη απόφαση χωριστά, ταυτοποιημένου φυσικού προσώπου, το οποίο διαθέτει τις πληροφορίες, τον χρόνο και τα μέσα που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση αυτής και για την παρεμπόδισή της· η απόφαση και το πρόσωπο που την ενέκρινε καταχωρούνται. Το παρόν άρθρο δεν αφορά την αυτόματη αναχαίτιση βλημάτων και συσκευών άνευ ανθρώπινου πληρώματος ούτε τις προσομοιώσεις εκπαίδευσης, η δε συσχέτιση με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο διασφαλίζεται διά ειδικής νομοθεσίας.
(2) Το ρουμανικό κράτος δεν αναπτύσσει, δεν προμηθεύεται, δεν λειτουργεί και δεν αδειοδοτεί στο έδαφός του αυτόνομα φονικά οπλικά συστήματα κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο x) και υποστηρίζει στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών την απαγόρευση αυτών.
Άρθρο 25 → οι λόγοι
(1) Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν δύνανται να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα, δεν δύνανται να είναι φορείς δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και δεν δύνανται να είναι μέρη σε έννομες σχέσεις. Κάθε δικαιοπραξία που καταρτίζεται διά συστήματος τεχνητής νοημοσύνης είναι καταλογιστή στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου ενήργησε το σύστημα.
(2) Απαγορεύεται η απόδοση σε σύστημα τεχνητής νοημοσύνης της ικανότητας να κατέχει, ιδίω ονόματι, χρηματικά ποσά, ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, χρηματοπιστωτικά μέσα, αγαθά, λογαριασμούς ή κρυπτογραφικά κλειδιά. Η διαχείριση ή η διάθεση τοιούτων πόρων ή υπολογιστικών πόρων διά συστήματος τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπεται μόνον εντός των ορίων εντολής λειτουργίας, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο cc), καθοριζόμενης εκ των προτέρων από υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο· απαγορεύεται η αυτόνομη επέκταση της εντολής λειτουργίας από το σύστημα, πάσα δε πράξη η οποία την υπερβαίνει καταλογίζεται στο πρόσωπο που την καθόρισε και υποχρεώνει στη διακοπή του συστήματος.
(3) Απαγορεύεται η σύσταση νομικών προσώπων, καταπιστευμάτων ή άλλων οντοτήτων των οποίων ο πραγματικός έλεγχος, νοούμενος ως η πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων επί των πράξεων της οντότητας, ασκείται από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης· η χρήση του συστήματος για ανάλυση ή συστάσεις δεν συνιστά πραγματικό έλεγχο.
Άρθρο 26 → οι λόγοι
(1) Ουδεμία αρχή ή δημόσιο ίδρυμα και ουδείς πάροχος ουσιωδών υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος δύναται να εξαρτήσει, να περιορίσει ή να αναστείλει την πρόσβαση προσώπου στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις ουσιώδεις υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος ή στη συμμετοχή στον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτειακό βίο αποκλειστικά βάσει αποφάσεως, αξιολογήσεως ή ταξινομήσεως παραγομένης από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης.
(2) Το πρόσωπο το οποίο αφορά απόφαση, αξιολόγηση ή ταξινόμηση εκ των προβλεπομένων στην παράγραφο (1) έχει δικαίωμα σε επανεξέταση αυτής, εντός 15 ημερών από την αίτηση, από ταυτοποιημένο φυσικό πρόσωπο εντός της αρχής, του ιδρύματος ή του παρόχου, το οποίο φέρει την ευθύνη της τελικής απόφασης και την κοινοποιεί αιτιολογημένα, εγγράφως. Δεν συνιστά επανεξέταση η επιβεβαίωση της απόφασης άνευ ουσιαστικής εξέτασης της κατάστασης του προσώπου. Οσάκις η απόφαση αφορά υπηρεσία υγείας ή διακοπή ουσιώδους υπηρεσίας γενικού ενδιαφέροντος, εξασφαλίζεται στο πρόσωπο, κατόπιν αιτήσεως, εντός 48 ωρών κατ' ανώτατο όριο, η προσωρινή διατήρηση της πρόσβασης έως την κοινοποίηση του αποτελέσματος της επανεξέτασης.
(3) Οι αρχές, τα δημόσια ιδρύματα και οι πάροχοι ουσιωδών υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος εξασφαλίζουν σε όλες τις περιπτώσεις την επίτευξη της υπηρεσίας ή την άσκηση του δικαιώματος και διά οδού η οποία δεν εξαρτάται από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, διά φυσικού προσώπου, στην έδρα, στο γραφείο εξυπηρέτησης ή διά άλλου μέσου προσιτού στο πρόσωπο.
(4) Απαγορεύεται η χρήση συστήματος τεχνητής νοημοσύνης προς εξάρτηση της πρόσβασης που προβλέπεται στην παράγραφο (1) από την αποδοχή μέσου ψηφιακής ταυτοποίησης, ψηφιακού μέσου πληρωμής ή συστήματος αξιολόγησης της συμμόρφωσης του προσώπου· στο πρόσωπο εξασφαλίζεται σε όλες τις περιπτώσεις εναλλακτική οδός πρόσβασης η οποία δεν συνεπάγεται τοιαύτα μέσα. Η εναλλακτική δεν αναιρεί τις νόμιμες υποχρεώσεις ταυτοποίησης του προσώπου ή ασφάλειας των πληρωμών, οι οποίες εκπληρώνονται διά μέσων που δεν προϋποθέτουν την αποδοχή των μέσων που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο.
(5) Η απόφαση που διατηρείται κατόπιν της επανεξέτασης που προβλέπεται στην παράγραφο (2), η άρνηση της επανεξέτασης, καθώς και η άρνηση εξασφάλισης της οδού πρόσβασης που προβλέπεται στην παράγραφο (3) ή της εναλλακτικής που προβλέπεται στην παράγραφο (4) δύνανται να προσβληθούν από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενώπιον του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η κατοικία ή η διαμονή αυτού, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση ή, κατά περίπτωση, από την άρνηση, ανεξαρτήτως αν η απόφαση ανήκει σε αρχή ή δημόσιο ίδρυμα ή σε πάροχο ουσιωδών υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος. Η αίτηση απαλλάσσεται του δικαστικού ενσήμου, δεν υπόκειται σε προηγούμενη διοικητική διαδικασία και εκδικάζεται κατεπειγόντως και κατά προτεραιότητα, κατά την ένδικη διαδικασία που προβλέπεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας· η έλλειψη απάντησης στην αίτηση επανεξέτασης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο (2) ισοδυναμεί με διατήρηση της απόφασης· το δικαστήριο δύναται να διατάξει, κατ' αίτησιν, την αναστολή της αποφάσεως έως την επίλυση της προσφυγής.
(6) Η απόφαση του πρωτοδικείου δύναται να προσβληθεί με έφεση ενώπιον του εφετείου εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση. Η απόφαση του εφετείου είναι αμετάκλητη. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 7, 10 και 20 του νόμου περί διοικητικών διαφορών αριθ. 554/2004, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, οι διατάξεις των παραγράφων (5) και (6) εφαρμόζονται και στις προσφυγές που ασκούνται κατά των αποφάσεων των αρχών και των δημοσίων ιδρυμάτων.
(7) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ουσιώδεις υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος είναι οι υπηρεσίες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και ύδατος, οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες πληρωμών, οι υπηρεσίες υγείας, δημόσιων μεταφορών και εκπαίδευσης.
(8) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται χωρίς να θίγουν το άρθρο 5 παράγραφος (1) στοιχείο c) του κανονισμού για την ΤΝ και το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.
Άρθρο 27 → οι λόγοι
(1) Η λογοκρισία κάθε είδους, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 30 παράγραφος (2) του Συντάγματος της Ρουμανίας, όπως αναδημοσιεύθηκε, απαγορεύεται και οσάκις ασκείται, εν όλω ή εν μέρει, διά συστήματος τεχνητής νοημοσύνης. Ουδέν σύστημα τεχνητής νοημοσύνης δύναται να χρησιμοποιηθεί προς περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης των προσώπων που ευρίσκονται στο έδαφος της Ρουμανίας ή του δικαιώματος αυτών να λαμβάνουν και να κοινοποιούν πληροφορίες και ιδέες, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται από τον νόμο και τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (2)–(6).
(2) Απαγορεύεται η χρήση συστήματος τεχνητής νοημοσύνης προς παρεμπόδιση, απάλειψη, αποκλεισμό, απόκρυψη, περιορισμό της προβολής ή χαρακτηρισμό ως ψευδούς ή μη αξιόπιστης της δημόσιας έκφρασης γνώμης, πίστεως ή πληροφορίας εκ μέρους προσώπου ευρισκομένου στο έδαφος της Ρουμανίας, καθώς και προς επιβολή κυρώσεως καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον στο πρόσωπο για την έκφραση αυτή, αποκλειστικά βάσει αποφάσεως, αξιολογήσεως ή ταξινομήσεως παραγομένης από το σύστημα, εάν η έκφραση δεν απαγορεύεται από τον νόμο.
(3) Οι αρχές και τα δημόσια ιδρύματα δεν δύνανται να χρησιμοποιούν, να αναθέτουν, να χρηματοδοτούν ή να ζητούν, απευθείας ή διά τρίτων, τη χρήση συστήματος τεχνητής νοημοσύνης για την εξατομικευμένη παρακολούθηση των προσώπων βάσει της δημόσιας έκφρασής τους ή για την ταξινόμηση, την επισήμανση ή τον περιορισμό της έκφρασής τους, εξαιρέσει των περιπτώσεων που προβλέπονται ρητώς από τον νόμο, σε σχέση με πράξεις προβλεπόμενες από τον ποινικό νόμο και με την προηγούμενη άδεια του δικαστή. Δεν συνιστά παρακολούθηση κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου η στατιστική ή μη εξατομικευμένη επεξεργασία δημόσιων πληροφοριών.
(4) Κάθε μέτρο διά του οποίου περιορίζεται, διά συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, η έκφραση προσώπου ευρισκομένου στο έδαφος της Ρουμανίας κοινοποιείται αμελλητί στο πρόσωπο, εγγράφως, με αναφορά των λόγων, της νομικής βάσεως και του γεγονότος ότι ελήφθη διά τοιούτου συστήματος. Απαγορεύεται ο μη δηλωθείς περιορισμός της προβολής της έκφρασης προσώπου, άνευ γνώσεως αυτού.
(5) Το πρόσωπο το οποίο αφορά μέτρο εκ των προβλεπομένων στις παραγράφους (2) και (4) έχει δικαίωμα σε επανεξέταση αυτού, εντός 15 ημερών από την αίτηση, από ταυτοποιημένο φυσικό πρόσωπο εντός της αρχής, του ιδρύματος ή του φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος έλαβε το μέτρο, το οποίο φέρει την ευθύνη της τελικής απόφασης· οι διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι (5) και (6) εφαρμόζονται αναλόγως.
(6) Για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στον βαθμό που είναι συμβατός με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 2022, για την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, του οποίου οι διατάξεις περί των συμβατικών όρων, της αιτιολόγησης των αποφάσεων και της επίλυσης των προσφυγών παραμένουν εφαρμοστέες· το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα μέτρα κατά ανεπιθύμητων μηνυμάτων, αυτοματοποιημένων λογαριασμών ή κινδύνων ασφάλειας πληροφοριακών συστημάτων, ούτε τα φίλτρα που επιλέγει ο χρήστης, και δεν δύναται να ερμηνευθεί υπό την έννοια του περιορισμού οιασδήποτε εγγυήσεως που προβλέπεται από τον κανονισμό υπέρ των αποδεκτών των υπηρεσιών.
Άρθρο 28 → οι λόγοι
Απαγορεύεται η θέση σε λειτουργία ή η διατήρηση σε λειτουργία οιουδήποτε συστήματος αιχμής υπό συνθήκες που καθιστούν αδύνατη, τεχνικώς ή οργανωτικώς, την ανθρώπινη επέμβαση που προβλέπεται στο άρθρο 14, περιλαμβανομένης της κατανομής του συστήματος επί υποδομών που δεν ευρίσκονται υπό τον έλεγχο του φορέα εκμετάλλευσης, της απάλειψης της ικανότητας διακοπής ή της παροχής βαθμού αυτονομίας ο οποίος αποκλείει την εποπτεία. Η χρήση υποδομής ανήκουσας σε τρίτο δεν συνιστά, αφ' εαυτής, έλλειψη ελέγχου, εάν τα συμβατικά δικαιώματα και τα τεχνικά μέσα επιτρέπουν στον φορέα εκμετάλλευσης την επαληθεύσιμη άσκηση της ικανότητας διακοπής· η προσωρινή μη διαθεσιμότητα μιας οδού επέμβασης, η οποία αποκαθίσταται αμελλητί και καταχωρείται στα ημερολόγια, δεν συνιστά αδυναμία κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 29 → οι λόγοι
Απαγορεύεται ο σχεδιασμός, η εκπαίδευση ή η λειτουργία οιουδήποτε συστήματος τεχνητής νοημοσύνης με σκοπό ή με αποτέλεσμα την αναδρομική αυτοβελτίωση. Εκάστη επανάληψη διά της οποίας ένα σύστημα αιχμής συμβάλλει, διά ουσιώδους τροποποίησης, στη δημιουργία ή στην τελειοποίηση διαδόχου συστήματος υποβάλλεται στην αξιολόγηση και την αδειοδότηση που προβλέπονται από το κεφάλαιο III· τα ερευνητικά προγράμματα στα οποία τα συστήματα αιχμής χρησιμοποιούνται ως εργαλείο δύνανται να αδειοδοτηθούν στο σύνολό τους, με υποχρεωτικά σημεία διακοπής καθοριζόμενα κατά το άρθρο 8 και με ανθρώπινη έγκριση εκάστου σταδίου το οποίο παράγει νέο μοντέλο ή ουσιώδη τροποποίηση.
Άρθρο 30 → οι λόγοι
(1) Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου είναι δημοσίας τάξεως. Κάθε αντίθετη δικαιοπραξία, άδεια, σύμβαση ή ρήτρα είναι αυτοδικαίως άκυρη, οι δε προβλεπόμενες απαγορεύσεις δεν δύνανται να αναιρεθούν διά της συναινέσεως των ενδιαφερομένων προσώπων, διά της επικλήσεως του εμπορικού απορρήτου, της εθνικής ασφάλειας ή του οικονομικού συμφέροντος· οι προσαρμογές που προβλέπονται στο άρθρο 23 δεν συνιστούν παρεκκλίσεις από τις εγγυήσεις του παρόντος κεφαλαίου.
(2) Η ακυρότητα αφορά μόνον την αντίθετη ρήτρα, οι δε λοιπές ρήτρες παραμένουν έγκυρες εάν δύνανται να υφίστανται χωρίς αυτήν· τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν καλοπίστως από τρίτους οι οποίοι δεν συμμετείχαν στην παράβαση προστατεύονται. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του άμεσα εφαρμοστέου δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Η Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης
Άρθρο 31 → οι λόγοι
(1) Συνιστάται η Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, ειδική δομή άνευ νομικής προσωπικότητας, οργανωμένη στο πλαίσιο της Εθνικής Αρχής Διαχείρισης και Ρύθμισης των Επικοινωνιών, εφεξής καλούμενης ANCOM, με έδρα στον δήμο του Βουκουρεστίου.
(2) Η Αρχή διευθύνεται από αντιπρόεδρο της ANCOM με βαθμό υφυπουργού, με αποκλειστικές αρμοδιότητες στον τομέα της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος (1) της κυβερνητικής πράξης έκτακτης ανάγκης αριθ. 22/2009 περί της ιδρύσεως της Εθνικής Αρχής Διαχείρισης και Ρύθμισης των Επικοινωνιών, εγκριθείσας διά του νόμου αριθ. 113/2010, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, η ANCOM έχει, πλην των αντιπροέδρων που προβλέπονται από αυτήν, έναν αντιπρόεδρο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, διοριζόμενο από το Κοινοβούλιο, σε κοινή συνεδρίαση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, για θητεία 6 ετών, μη ανανεώσιμη, εκ των προσώπων με αναγνωρισμένη κατάρτιση και εμπειρία στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, της ασφάλειας πληροφοριών ή του δικαίου των τεχνολογιών. Το Κοινοβούλιο αποφαίνεται επί του διορισμού εντός 60 ημερών από τη χηρεία της θέσης· έως τον διορισμό, τα καθήκοντα ασκούνται, για διάστημα έως 6 μηνών, από αντιπρόεδρο της ANCOM οριζόμενο από τον πρόεδρο της ANCOM.
(3) Ο αντιπρόεδρος για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης δεν δύναται να κατέχει, κατά τη διάρκεια της θητείας και επί 3 έτη μετά τη λήξη αυτής, ουδεμία θέση, άμεση συμμετοχή ή αμοιβή εκ μέρους φορέα ανάπτυξης ή φορέα εκμετάλλευσης· οι συμμετοχές διά διαφοροποιημένων επενδυτικών κεφαλαίων, άνευ εξουσίας λήψης αποφάσεων, δεν συνιστούν συμμετοχή, για δε τον περιορισμό που ισχύει μετά τη λήξη της θητείας χορηγείται αντισταθμιστική αποζημίωση καθοριζόμενη διά των μεθοδολογικών κανόνων. Ο αντιπρόεδρος δύναται να ανακληθεί από το Κοινοβούλιο μόνον σε περίπτωση σοβαρής παραβάσεως των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, αμετάκλητης καταδίκης για έγκλημα τελεσθέν εκ προθέσεως, διαπιστωθείσας ασυμβιβαστότητας ή αδυναμίας ασκήσεως των καθηκόντων για διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών.
(4) Οι αποφάσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο εκδίδονται, επ' ονόματι της ANCOM, από τον αντιπρόεδρο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, ο οποίος ευθύνεται για αυτές ενώπιον του Κοινοβουλίου. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, η Αρχή δεν δύναται να λαμβάνει οδηγίες από ουδεμία άλλη αρχή ή δημόσιο ίδρυμα.
(5) Η Αρχή λειτουργεί ως εθνικό σημείο συνδέσμου με την Υπηρεσία ΤΝ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με την επιστημονική ομάδα που προβλέπεται από τον κανονισμό για την ΤΝ και συνεργάζεται με τις εθνικές αρχές που ορίζονται κατ' αυτόν, οι οποίες διατηρούν τις δικές τους αρμοδιότητες· η Αρχή ασκεί αποκλειστικά τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο ως προς τα συστήματα αιχμής και ενημερώνει την Υπηρεσία ΤΝ για τις αποφάσεις που αφορούν μοντέλα γενικού σκοπού.
Άρθρο 32 → οι λόγοι
(1) Η Αρχή έχει τις ακόλουθες κύριες αρμοδιότητες:
a) λαμβάνει τις κοινοποιήσεις, διενεργεί τις ανεξάρτητες αξιολογήσεις και εκδίδει, θέτει υπό προϋποθέσεις, αναστέλλει και ανακαλεί τις άδειες που προβλέπονται στο κεφάλαιο III·
b) επιθεωρεί, περιλαμβανομένων των απροειδοποίητων επιθεωρήσεων, τους επαγγελματικούς χώρους των φορέων ανάπτυξης, των φορέων εκμετάλλευσης και τις υπολογιστικές υποδομές, με πρόσβαση σε συστήματα, βάρη, ημερολόγια, έγγραφα και προσωπικό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου (3)·
c) διατάσσει τη διακοπή, την αναστολή ή την απόσυρση οιουδήποτε συστήματος αιχμής, την αναστολή της πρόσβασης στην υπολογιστική υποδομή, την παύση της παροχής των υπηρεσιών και την παρεμπόδιση της πρόσβασης κατά τα άρθρα 38 και 39·
d) καταρτίζει και επικαιροποιεί τα πρότυπα αξιολόγησης, ασφάλειας των βαρών και ικανότητας διακοπής, καθώς και τις μεθόδους αξιολόγησης και τα επίπεδα σημαντικότητας των κρίσιμων ικανοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2), υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου (4)·
e) διαπιστώνει τις διοικητικές παραβάσεις και επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και προσφεύγει στα όργανα ποινικής δίωξης·
f) ορίζει και εποπτεύει τους ανεξάρτητους οργανισμούς αξιολόγησης·
g) λαμβάνει τις αναφορές των προσώπων περί της παραβάσεως των άρθρων 26 και 27, διαπιστώνει τις παραβάσεις και διατάσσει την παύση αυτών, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα του προσώπου να προσφύγει στο δικαστήριο·
h) υποβάλλει στο Κοινοβούλιο, έως την 31η Μαρτίου εκάστου έτους, δημόσια έκθεση περί της κατάστασης του κινδύνου, των παρατηρούμενων ικανοτήτων, των αναφερθέντων περιστατικών, της εξέλιξης των ορίων, των αναφορών περί της παραβάσεως των άρθρων 26 και 27 και των νομοθετικών συστάσεων·
i) εκπροσωπεί τη Ρουμανία στα ευρωπαϊκά και διεθνή ειδικά φόρα και προάγει τη θέσπιση κανόνων ισοδύναμων προς τον παρόντα νόμο·
j) χρηματοδοτεί και διεξάγει έρευνα στον τομέα της αξιολόγησης, της ερμηνευσιμότητας και της ευθυγράμμισης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, με εξωτερική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και με εφαρμογή των κανόνων περί σύγκρουσης συμφερόντων που προβλέπονται στην παράγραφο (2).
(2) Οι λειτουργίες αξιολόγησης, διερεύνησης και λήψης της κυρωτικής απόφασης ασκούνται από διακριτές δομές εντός της Αρχής· το πρόσωπο το οποίο διενήργησε την αξιολόγηση ή τη διερεύνηση δεν συμμετέχει στη λήψη της κυρωτικής απόφασης. Οι οργανισμοί αξιολόγησης ορίζονται βάσει δημόσιων κριτηρίων, με κανόνες εξαίρεσης και πρόληψης των συγκρούσεων συμφερόντων, και δεν δύνανται να αξιολογούν συστήματα προσώπων με τα οποία τελούν σε οικονομικές σχέσεις.
(3) Η επιθεώρηση διενεργείται βάσει έγγραφης εντολής του αντιπροέδρου, η οποία προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό αυτής, και καταχωρείται σε πρακτικό· η πρόσβαση σε χώρους που χρησιμεύουν ως κατοικία πραγματοποιείται μόνον με άδεια του δικαστή, το δε επαγγελματικό απόρρητο του δικηγόρου και τα λοιπά απόρρητα που προστατεύονται από τον νόμο τηρούνται. Η πρόσβαση στο προσωπικό δεν θίγει τα δικαιώματα των προσώπων στη διαδικασία διοικητικής παράβασης ή στην ποινική διαδικασία.
(4) Τα πρότυπα που εγκρίνονται από την Αρχή εξειδικεύουν τις μεθόδους αξιολόγησης εντός των ορίων των κατηγοριών και των κριτηρίων που καθορίζονται από τον παρόντα νόμο. Διά των προτύπων αυτών δεν δύνανται να εισαχθούν νέες κατηγορίες απαγορευμένων ικανοτήτων ούτε να επεκταθούν τα συστατικά στοιχεία των διοικητικών παραβάσεων ή των εγκλημάτων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο.
Άρθρο 33 → οι λόγοι
(1) Το ειδικό προσωπικό της Αρχής διορίζεται αποκλειστικά κατόπιν διαγωνισμού οργανωμένου από την ANCOM, στον οποίο η συμμετοχή είναι ανοικτή σε κάθε πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις σπουδών και εμπειρίας οι οποίες καθορίζονται διά της προκηρύξεως του διαγωνισμού, δημοσιευομένης τουλάχιστον 30 ημέρες προ της ημερομηνίας διεξαγωγής. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού δύνανται να προσβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου διοικητικών διαφορών.
(2) Η επιτροπή του διαγωνισμού αποτελείται από τουλάχιστον 5 μέλη, εκ των οποίων τουλάχιστον 3 είναι πανεπιστημιακοί καθηγητές του τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών ή ειδικοί με αναγνωρισμένη πρακτική εμπειρία στην ασφάλεια και την αξιολόγηση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, προτεινόμενοι από τα διαπιστευμένα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης τα οποία οργανώνουν πανεπιστημιακές διδακτορικές σπουδές στους τομείς αυτούς, κατ' αίτησιν της ANCOM. Τα μέλη της επιτροπής δεν δύνανται να κατέχουν ουδεμία θέση, συμμετοχή ή αμοιβή εκ μέρους φορέα ανάπτυξης ή φορέα εκμετάλλευσης και δεν δύνανται να έχουν, με τους υποψηφίους, σχέσεις εκ των συνεπαγομένων ασυμβιβαστότητα. Η σύνθεση της επιτροπής και τα αποτελέσματα του διαγωνισμού δημοσιεύονται στον ιστότοπο της ANCOM.
(3) Το ειδικό προσωπικό της Αρχής αμείβεται, κατά το σύστημα μισθοδοσίας της ANCOM, σε επίπεδο ανταγωνιστικό προς το εφαρμοζόμενο στον ιδιωτικό τομέα για ισοδύναμες θέσεις, καθοριζόμενο ετησίως από τον πρόεδρο της ANCOM, κατόπιν γνώμης του αντιπροέδρου για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, βάσει δημοσιευμένης μελέτης αγοράς.
(4) Το προσωπικό της Αρχής υπόκειται στις υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και στις ασυμβιβαστότητες που προβλέπονται στο άρθρο 31 παράγραφος (3), κατά τη διάρκεια των υπηρεσιακών σχέσεων και επί 2 έτη μετά τη λήξη αυτών.
(5) Η Αρχή χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της ANCOM, διά διακριτής κατανομής, εγκρινόμενης ετησίως και εμφανιζόμενης χωριστά, καθώς και από τα τέλη κοινοποίησης, αξιολόγησης και αδειοδότησης που καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων σε συνάρτηση με το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται κατά τον παρόντα νόμο αποτελούν έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού και δεν δύνανται να προσδιορίζουν τους πόρους της Αρχής. Η έρευνα που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος (1) στοιχείο j) χρηματοδοτείται διά διακριτής προϋπολογιστικής κατανομής, άσχετης προς τις επιβαλλόμενες κυρώσεις. Ο αρχικός προϋπολογισμός της Αρχής, περιλαμβανομένων του αναγκαίου προσωπικού και της αναγκαίας υποδομής, διασφαλίζεται από την ANCOM προ της είσπραξης των τελών.
Άρθρο 34 → οι λόγοι
(1) Πλησίον της Αρχής λειτουργεί συμβουλευτικό Επιστημονικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από 9 μέλη, ερευνητές με αναγνωρισμένη δραστηριότητα στον τομέα, εκ των οποίων τουλάχιστον 3 από το εξωτερικό, το οποίο γνωμοδοτεί επί των προτύπων αξιολόγησης, των μεθόδων αξιολόγησης και των επιπέδων σημαντικότητας των κρίσιμων ικανοτήτων και επί των προτάσεων αναπροσαρμογής των ορίων και δημοσιεύει χωριστές γνώμες οσάκις δεν συμμερίζεται τη θέση της Αρχής.
(2) Τα μέλη του Επιστημονικού Συμβουλίου διορίζονται από τον αντιπρόεδρο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, κατόπιν προτάσεως της Ρουμανικής Ακαδημίας και των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης που οργανώνουν πανεπιστημιακές διδακτορικές σπουδές στον τομέα, για θητεία 4 ετών, η οποία δύναται να ανανεωθεί άπαξ μόνον· υπόκεινται στις ασυμβιβαστότητες που προβλέπονται στο άρθρο 31 παράγραφος (3) και δύνανται να ανακληθούν μόνον για διαπιστωθείσα ασυμβιβαστότητα ή για αδικαιολόγητη μη συμμετοχή στις εργασίες. Το Συμβούλιο εγκρίνει τις γνώμες με την πλειοψηφία των μελών.
(3) Η γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου είναι συμβουλευτική· οσάκις αποκλίνει από τη γνώμη, η Αρχή αιτιολογεί. Η πρόσβαση των μελών στις προστατευόμενες πληροφορίες πραγματοποιείται υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, οι δε χωριστές γνώμες δημοσιεύονται σε εκδοχές οι οποίες προστατεύουν τις ευαίσθητες πληροφορίες και διατηρούν το επιστημονικό επιχείρημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Η ευθύνη
Τμήμα 1. Η αστική ευθύνη
Άρθρο 35 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας ανάπτυξης και ο φορέας εκμετάλλευσης ευθύνονται εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως οιασδήποτε υπαιτιότητας, για τις ζημίες οιασδήποτε φύσεως που προκαλούνται από σύστημα αιχμής, περιλαμβανομένων εκείνων που παράγονται διά αυτόνομων ενεργειών του συστήματος, διά της χρήσεως αυτού από τρίτους ή διά της διαρροής των βαρών, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 1376 του Αστικού Κώδικα. Το θύμα αποδεικνύει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με τη λειτουργία του συστήματος· το δικαστήριο δύναται να διατάξει την πρόσβαση στα ημερολόγια και στην κρίσιμη τεκμηρίωση, με προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών, εάν δε ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης δεν προσκομίσει τα ημερολόγια τα οποία είχε την υποχρέωση να διατηρεί, η αιτιώδης συνάφεια τεκμαίρεται μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Στις μεταξύ τους σχέσεις, ο φορέας ανάπτυξης και ο φορέας εκμετάλλευσης ευθύνονται αναλόγως της συμβολής εκάστου στην πρόκληση της ζημίας, το δε πρόσωπο το οποίο τροποποίησε ουσιωδώς το σύστημα ευθύνεται ως φορέας ανάπτυξης για τις ζημίες που προκλήθηκαν από την τροποποίηση.
(2) Η απαλλαγή από την ευθύνη δύναται να προβληθεί μόνον για τη ζημία που προκαλείται αποκλειστικά από την πράξη του θύματος ή από περίπτωση ανωτέρας βίας εξωτερικής του συστήματος. Δεν συνιστούν ανωτέρα βία η απρόβλεπτη συμπεριφορά του συστήματος, το σφάλμα αξιολόγησης, η πράξη τρίτου ο οποίος απέκτησε πρόσβαση στο σύστημα ή στα βάρη, ούτε η έλλειψη επιστημονικής γνώσεως κατά τον χρόνο της θέσης σε λειτουργία.
(3) Είναι άκυρες οι ρήτρες περιορισμού ή αποκλεισμού της ευθύνης έναντι των θυμάτων. Οι ρήτρες περιορισμού μεταξύ επαγγελματιών είναι έγκυρες μόνον ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις και τις δικές τους περιουσιακές ζημίες και δεν δύνανται να θίξουν τα δικαιώματα των θυμάτων ή την κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 36.
(4) Το δικαίωμα αγωγής παραγράφεται εντός 10 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το θύμα έλαβε γνώση ή όφειλε να λάβει γνώση της ζημίας και του υπευθύνου προσώπου, αλλά ουχί βραδύτερον των 30 ετών από την τέλεση της πράξεως· σε περίπτωση διαρκούς πράξης, η προθεσμία αρχίζει από την παύση αυτής.
(5) Το παρόν άρθρο θεσπίζει διακριτό έρεισμα ευθύνης, θεμελιούμενο στον κίνδυνο που δημιουργείται διά της ανάπτυξης και της εκμετάλλευσης του συστήματος, και δεν τροποποιεί το εναρμονισμένο καθεστώς ευθύνης για τα ελαττωματικά προϊόντα· δεν θίγει το δικαίωμα του θύματος να επιτύχει την αποκατάσταση της ζημίας βάσει του καθεστώτος αυτού ή άλλων ερεισμάτων που προβλέπονται από τον νόμο, χωρίς όμως να δύναται να αποκατασταθεί δύο φορές η ίδια ζημία. Στον βαθμό που η εξαίρεση που προβλέπεται στην παράγραφο (2) περί ελλείψεως επιστημονικής γνώσης εμπίπτει στο πεδίο της οδηγίας (ΕΕ) 2024/2853 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2024, η Κυβέρνηση εκπληρώνει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18 της οδηγίας.
Άρθρο 36 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας ανάπτυξης και ο φορέας εκμετάλλευσης συστήματος αιχμής συνάπτουν και διατηρούν ασφάλιση αστικής ευθύνης ή συνιστούν χρηματοοικονομική εγγύηση, κατά το ελάχιστο ύψος που καθορίζεται διά των μεθοδολογικών κανόνων, διαφοροποιημένο κατά κατηγορίες συστημάτων, το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο του ισοδυνάμου σε λέι των 100 εκατομμυρίων ευρώ για τα συστήματα κατηγορίας I και του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ για τα συστήματα κατηγορίας II, για έκαστο συμβάν, με ετήσιο συνολικό ανώτατο όριο τουλάχιστον διπλάσιο των ποσών αυτών· μετά την εξάντληση της κάλυψης, αυτή αποκαθίσταται εντός 30 ημερών. Εάν η Αρχή, κατόπιν διαβούλευσης με την Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, διαπιστώσει διά δημόσιας έκθεσης τη μη διαθεσιμότητα της κάλυψης στην αγορά υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, η Κυβέρνηση δύναται να καθορίσει, διά των μεθοδολογικών κανόνων, κατώτερα επίπεδα, τα οποία δεν δύνανται να υπολείπονται του ενός πέμπτου των προβλεπόμενων ποσών, καθώς και εναλλακτικούς μηχανισμούς εγγύησης, περιλαμβανομένων ομαδικών εγγυήσεων, τραπεζικών εγγυήσεων ή ταμείου εγγύησης χρηματοδοτούμενου από τους φορείς ανάπτυξης και εκμετάλλευσης.
(2) Η χρηματοοικονομική εγγύηση συνίσταται διά τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, καταθέσεως ή εγγυήσεως εκδιδόμενης από αδειοδοτημένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εκτελεστής κατόπιν αιτήματος του θύματος βάσει αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως ή συναλλαγής. Το θύμα έχει ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή ή, κατά περίπτωση, κατά του εκδότη της εγγύησης.
Τμήμα 2. Η ευθύνη για διοικητικές παραβάσεις
Άρθρο 37 → οι λόγοι
(1) Συνιστούν διοικητικές παραβάσεις, εάν δεν ετελέσθησαν υπό τοιαύτες συνθήκες ώστε να θεωρούνται, κατά τον νόμο, εγκλήματα, οι ακόλουθες πράξεις:
a) η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 7 και στο άρθρο 10 παράγραφος (2) ή η παροχή ελλιπών πληροφοριών, με πρόστιμο από 1% έως 3% του συνολικού παγκόσμιου κύκλου εργασιών της προηγούμενης χρήσεως·
b) η μη τήρηση του σχεδίου ασφάλειας, των υποχρεώσεων διαχωρισμού των λειτουργιών, καταγραφής, διασφάλισης και ελέγχου της κατανοησιμότητας που προβλέπονται στο άρθρο 16 παράγραφοι (1)–(5), διατήρησης και δοκιμής της ικανότητας διακοπής, που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφοι (1), (5) και (6), εξαιρέσει των πράξεων που εμπίπτουν στο άρθρο 28, ορισμού των προσώπων υπευθύνων για την ανθρώπινη εποπτεία, που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος (3), ή αναφοράς των περιστατικών, με πρόστιμο από 2% έως 5% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών·
c) η μη τήρηση των προϋποθέσεων της άδειας, των προτύπων ασφάλειας των βαρών ή των υποχρεώσεων των παρόχων υπολογιστικής υποδομής, με πρόστιμο από 3% έως 7% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών·
d) η παράβαση των απαγορεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος (2), στο άρθρο 14 παράγραφος (2), στο άρθρο 15, στο άρθρο 16 παράγραφος (6) και στα άρθρα 25–29, με πρόστιμο από 5% έως 10% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών·
e) η μη τήρηση των υποχρεώσεων σήμανσης που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφοι (1), (2) και (4) ή η παράβαση της απαγόρευσης που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος (3), με πρόστιμο από 2% έως 5% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών· για τις πράξεις οι οποίες συνιστούν παραβάσεις του άρθρου 50 του κανονισμού για την ΤΝ, το πρόστιμο επιβάλλεται εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 99 παράγραφος (4) του κανονισμού·
f) η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης που προβλέπεται στο άρθρο 18 ή των υποχρεώσεων περί του εκπροσώπου για τη συμμόρφωση που προβλέπονται στο άρθρο 19, με πρόστιμο από 1% έως 3% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών.
(2) Για τα νομικά πρόσωπα τα οποία δεν πραγματοποίησαν κύκλο εργασιών, το πρόστιμο είναι από 100.000 λέι έως 10.000.000 λέι, για δε τα φυσικά πρόσωπα, από 10.000 λέι έως 1.000.000 λέι. Για τις διοικητικές παραβάσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (1) στοιχεία e) και f), τελεσθείσες από πρόσωπα τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα φορέα ανάπτυξης ή φορέα εκμετάλλευσης συστήματος αιχμής, το πρόστιμο είναι από 20.000 λέι έως 1.000.000 λέι για τα νομικά πρόσωπα και από 5.000 λέι έως 200.000 λέι για τα φυσικά πρόσωπα.
(3) Η κύρωση του προστίμου δύναται να συνοδεύεται από τις συμπληρωματικές κυρώσεις της αναστολής ή της ανάκλησης της άδειας, της απαγόρευσης της άσκησης της δραστηριότητας ανάπτυξης για περίοδο έως 5 ετών, της δήμευσης των βαρών και της δημοσίευσης της αποφάσεως, επιβαλλόμενες αναλόγως της βαρύτητας της πράξης· τα δημευθέντα βάρη φυλάσσονται από την Αρχή υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 12.
(4) Στις διοικητικές παραβάσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο εφαρμόζονται οι διατάξεις της κυβερνητικής πράξης αριθ. 2/2001 περί του νομικού καθεστώτος των διοικητικών παραβάσεων, εγκριθείσας με τροποποιήσεις και συμπληρώσεις διά του νόμου αριθ. 180/2002, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 28 της κυβερνητικής πράξης αριθ. 2/2001, ο παραβάτης δεν δύναται να καταβάλει το ήμισυ του ελαχίστου του προστίμου. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13 παράγραφος (1) της ιδίας πράξεως, η επιβολή της κυρώσεως παραγράφεται εντός 5 ετών από την ημερομηνία τελέσεως της πράξεως.
(5) Κατά την εξατομίκευση της κύρωσης λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα και η έκταση της πράξης, ο δημιουργηθείς κίνδυνος, ο πραγματικός έλεγχος του προσώπου επί της πράξης, η συνεργασία με την Αρχή και η αποκατάσταση. Ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών είναι εκείνος που πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος από τον παραβάτη και, όταν αυτός αποτελεί μέρος ομίλου, από τον όμιλο στο σύνολό του. Για την ίδια πράξη δεν δύνανται να επιβληθούν δύο κυρώσεις βάσει του παρόντος νόμου και του κανονισμού για την ΤΝ· για τις αρχές και τα δημόσια ιδρύματα, το πρόστιμο επιβάλλεται στο υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, εντός των ορίων που προβλέπονται στην παράγραφο (2).
Τμήμα 3. Η παύση της παροχής των υπηρεσιών και η παρεμπόδιση της πρόσβασης
Άρθρο 38 → οι λόγοι
(1) Ο φορέας εκμετάλλευσης ο οποίος παρέχει πρόσβαση σε σύστημα αιχμής σε πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας άνευ τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος νόμου οχλείται από την Αρχή, με χορήγηση προθεσμίας διόρθωσης τουλάχιστον 15 ημερών και με δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του. Εάν η μη συμμόρφωση εξακολουθεί κατά τη λήξη της προθεσμίας ή συνίσταται σε σοβαρό κίνδυνο ο οποίος δεν δύναται να διορθωθεί εντός της προθεσμίας αυτής, η Αρχή διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση διά αιτιολογημένης αποφάσεως, ο δε φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται να παύσει την παροχή της υπηρεσίας προς τα πρόσωπα αυτά εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως. Σε περίπτωση επικείμενου κινδύνου για τη ζωή, για την υγεία ή για τον ανθρώπινο έλεγχο επί του συστήματος, η προθεσμία διόρθωσης δεν χορηγείται, η δε απόφαση αιτιολογείται και ως προς τον επείγοντα χαρακτήρα.
(2) Η απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο (1) δημοσιεύεται στον ιστότοπο της Αρχής, στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, με αναφορά της υπηρεσίας, του φορέα εκμετάλλευσης και των παραβιασθεισών διατάξεων, και κοινοποιείται στους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
(3) Η συνέχιση της παροχής της υπηρεσίας μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο (1) συνιστά διοικητική παράβαση και τιμωρείται με πρόστιμο από το ισοδύναμο σε λέι του ποσού των 100.000 ευρώ έως το ισοδύναμο σε λέι του ποσού των 10.000.000 ευρώ για έκαστο μήνα συνέχισης της παροχής, των τμημάτων μηνός υπολογιζομένων αναλόγως, καθοριζόμενο σε συνάρτηση με τη διάρκεια, τον αριθμό των θιγόμενων προσώπων και τη βαρύτητα της μη συμμόρφωσης, χωρίς το σύνολο των προστίμων που επιβάλλονται για την ίδια μη συμμόρφωση να δύναται να υπερβεί το 5% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών· το πρόστιμο επιβάλλεται διακριτά από την κύρωση για την αρχική παράβαση.
(4) Ο φορέας εκμετάλλευσης διαγράφεται από τον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης διά αποφάσεως της Αρχής, εκδιδόμενης εντός 10 ημερών από την προσκόμιση της απόδειξης συμμόρφωσης και κοινοποιούμενης αμελλητί στους παρόχους οι οποίοι εκτελούν την παρεμπόδιση· η άρνηση ή η καθυστέρηση της διαγραφής δύνανται να προσβληθούν κατά το άρθρο 39 παράγραφος (5).
(5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στον φορέα ανάπτυξης ο οποίος παρέχει απευθείας πρόσβαση σε σύστημα αιχμής σε πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας.
Άρθρο 39 → οι λόγοι
(1) Έως τη συμμόρφωση, η Αρχή δύναται να διατάξει, διά αιτιολογημένης αποφάσεως, την παρεμπόδιση της πρόσβασης από το έδαφος της Ρουμανίας στην υπηρεσία που είναι εγγεγραμμένη στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, μόνον εάν τα λιγότερο περιοριστικά μέτρα δεν οδήγησαν σε συμμόρφωση ή είναι προδήλως ανεπαρκή έναντι της βαρύτητας του κινδύνου. Η απόφαση εξετάζει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του μέτρου, αποφεύγει να θίξει άλλες υπηρεσίες φιλοξενούμενες στην ίδια υποδομή και επανεξετάζεται αυτεπαγγέλτως ανά 90 ημέρες· οι χρήστες ενημερώνονται, διά σελίδας ανακατεύθυνσης, για τον λόγο του μέτρου και για την οδό προσβολής.
(2) Η απόφαση παρεμπόδισης κοινοποιείται στους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίοι την θέτουν σε εκτέλεση εντός 48 ωρών από την κοινοποίηση.
(3) Η παρεμπόδιση αφορά αποκλειστικά τη μη συμμορφούμενη υπηρεσία, διατηρείται καθ' όλη τη διάρκεια της εγγραφής στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης και παύει αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία της διαγραφής.
(4) Για τις υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μέτρο διατάσσεται μόνον ατομικά, για συγκεκριμένη υπηρεσία, λόγω παράβασης υποχρέωσης αναγκαίας για την προστασία της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας, τηρουμένης της διαδικασίας αιτήματος προς το κράτος μέλος καταγωγής και κοινοποίησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που προβλέπεται από τον νόμο αριθ. 365/2002 περί του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως αναδημοσιεύθηκε, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, για τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
(5) Η απόφαση παρεμπόδισης δύναται να προσβληθεί εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση ενώπιον του Εφετείου Βουκουρεστίου, τμήμα διοικητικών και φορολογικών διαφορών, το οποίο αποφαίνεται κατεπειγόντως και κατά προτεραιότητα· η προσφυγή δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο την προσωρινή αναστολή του μέτρου, της αιτήσεως επιλυόμενης κατεπειγόντως, εντός 10 ημερών κατ' ανώτατο όριο, με εξέταση του κινδύνου για την ασφάλεια και της ζημίας που προκαλείται από τη διατήρηση του μέτρου. Η απόφαση δύναται να προσβληθεί με αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση.
(6) Οι πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν ευθύνονται για τις ζημίες που προκαλούνται διά της ορθής και καλόπιστης εκτελέσεως της αποφάσεως παρεμπόδισης· ευθύνονται για την υπερβολική παρεμπόδιση που προκαλείται εξ υπαιτιότητάς τους.
Τμήμα 4. Η ποινική ευθύνη
Άρθρο 40 → οι λόγοι
(1) Η θέση σε λειτουργία συστήματος αιχμής άνευ της άδειας που προβλέπεται στο άρθρο 9 ή μετά την αναστολή ή την ανάκληση αυτής, καθώς και η συνέχιση της λειτουργίας μετά την κοινοποίηση της εντολής διακοπής ή απόσυρσης, τιμωρούνται με φυλάκιση από 2 έως 7 έτη και με την απαγόρευση άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων. Δεν συνιστά έγκλημα η χρήση, ως τελικού χρήστη, συστήματος τεθέντος στη διάθεση από άλλον.
(2) Εάν η πράξη είχε ως συνέπεια την εκδήλωση, εκτός εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον κατά το άρθρο 15 παράγραφος (2), μιας εκ των κρίσιμων ικανοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχεία c)–e) ή την επέλευση ενός εκ των αποτελεσμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχεία a) ή b), η ποινή είναι φυλάκιση από 5 έως 12 έτη και η απαγόρευση άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων. Η συνέπεια καταλογίζεται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος (4) του Ποινικού Κώδικα.
Άρθρο 41 → οι λόγοι
(1) Η εν γνώσει υποβολή, προς την Αρχή ή προς οργανισμό αξιολόγησης, ψευδών ή παραπλανητικώς ελλιπών δεδομένων, αποτελεσμάτων ή δηλώσεων περί ουσιωδών στοιχείων των ικανοτήτων, του υπολογιστικού όγκου, της ασφάλειας των βαρών, της ικανότητας διακοπής και των αποτελεσμάτων της δοκιμής αυτής ή των περιστατικών συστήματος αιχμής, καθώς και η διαμόρφωση του συστήματος με σκοπό να παραπλανηθούν οι αξιολογητές ως προς την αξιολογούμενη διαμόρφωση ή τις πραγματικές ικανότητες, τιμωρούνται με φυλάκιση από 3 έως 10 έτη και με την απαγόρευση άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων.
(2) Η παρεμπόδιση, καθ' οιονδήποτε τρόπον, της πρόσβασης της Αρχής, ασκούμενης εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της και βάσει έγγραφου αιτήματος, στο σύστημα, στα βάρη, στα ημερολόγια ή στο προσωπικό ή η καταστροφή, αλλοίωση ή απόκρυψη των ημερολογίων τιμωρούνται με φυλάκιση από 1 έως 5 έτη. Δεν συνιστά έγκλημα η άρνηση η οποία θεμελιώνεται στην έλλειψη αρμοδιότητας της Αρχής ή στην προστασία του επαγγελματικού απορρήτου του δικηγόρου ή άλλου απορρήτου προστατευόμενου από τον νόμο, επί της οποίας αποφαίνεται το δικαστήριο.
(3) Η λήψη μέτρου αντιποίνων, εκ των προβλεπομένων από τον νόμο αριθ. 361/2022, κατά καταγγέλλοντος δημοσίου συμφέροντος, σε σχέση με προστατευόμενη καταγγελία κατά το άρθρο 21, τιμωρείται με φυλάκιση από 6 μήνες έως 3 έτη ή με πρόστιμο.
(4) Δεν συνιστά το έγκλημα που προβλέπεται στην παράγραφο (1) η αβέβαιη εκτίμηση δηλωθείσα ως τοιαύτη, το σφάλμα που διορθώθηκε αμέσως μόλις κατέστη γνωστό, ούτε η διαμόρφωση του συστήματος στο πλαίσιο δοκιμής συμφωνηθείσας με τον αξιολογητή.
Άρθρο 42 → οι λόγοι
(1) Η εκ προθέσεως εκπαίδευση, σχεδίαση ή λειτουργία συστήματος υπό τις συνθήκες που απαγορεύονται από το άρθρο 15 παράγραφος (1), από το άρθρο 25 παράγραφος (2) πρώτη περίοδος και παράγραφος (3), από το άρθρο 28 πρώτη περίοδος ή από το άρθρο 29 πρώτη περίοδος τιμωρούνται με φυλάκιση από 3 έως 10 έτη και με την απαγόρευση άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων.
(2) Η άνευ δικαιώματος αποκάλυψη, μετάδοση ή διάθεση των βαρών συστήματος αιχμής κατηγορίας II ή III τιμωρείται με φυλάκιση από 5 έως 15 έτη και με την απαγόρευση άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων. Δεν συνιστούν έγκλημα οι μεταφορές που επιτρέπονται κατά το άρθρο 12 παράγραφος (2) και οι προστατευόμενες κοινοποιήσεις κατά το άρθρο 21 παράγραφος (5).
(3) Εάν οι πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους (1) ή (2) είχαν ως συνέπεια τον θάνατο ή τη σοβαρή σωματική βλάβη ενός ή πλειόνων προσώπων ή την απώλεια του ανθρώπινου ελέγχου επί του συστήματος, επί χρονικό διάστημα το οποίο κατέστησε αδύνατη την ανθρώπινη επέμβαση, ακολουθούμενη από αυτόνομες ενέργειες του συστήματος με συνέπειες επί των προσώπων, του φυσικού περιβάλλοντος ή της κρίσιμης υποδομής, η ποινή είναι φυλάκιση από 10 έως 20 έτη και η απαγόρευση άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων. Εάν η συνέπεια συνίσταται σε ιδιαιτέρως σοβαρή περιουσιακή ζημία ή σε προσωρινή απώλεια του ανθρώπινου ελέγχου, άνευ των συνεπειών που προβλέπονται στην πρώτη περίοδο, η ποινή είναι φυλάκιση από 7 έως 15 έτη και η απαγόρευση άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων. Οι συνέπειες καταλογίζονται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος (4) του Ποινικού Κώδικα.
Άρθρο 43 → οι λόγοι
(1) Η πρόσβαση φυσικού προσώπου, για προσωπικό σκοπό, σε υπηρεσία εγγεγραμμένη στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, περιλαμβανομένης της προσβάσεως διά της καταστρατηγήσεως του μέτρου παρεμπόδισης που διατάχθηκε κατά το άρθρο 39, δεν συνιστά έγκλημα ή διοικητική παράβαση και δεν δύναται να επισύρει καμία κύρωση ή περιοριστικό μέτρο εις βάρος του για τη μη συμμόρφωση της υπηρεσίας. Η ευθύνη για τη μη συμμόρφωση βαρύνει αποκλειστικώς τον φορέα εκμετάλλευσης και τον φορέα ανάπτυξης. Η παρούσα εγγύηση δεν αναιρεί την ευθύνη για διακριτές πράξεις, προβλεπόμενες από τον νόμο, τελεσθείσες διά της χρήσης της υπηρεσίας.
(2) Οι διατάξεις των άρθρων 38 και 39 δεν δύνανται να ερμηνευθούν υπό την έννοια της θεσπίσεως οιασδήποτε υποχρεώσεως εις βάρος των χρηστών ή της εξαρτήσεως των δικαιωμάτων αυτών.
(3) Της εγγύησης που προβλέπεται στην παράγραφο (1) απολαύει και ο επαγγελματίας τελικός χρήστης ο οποίος δεν είναι φορέας εκμετάλλευσης και δεν θέτει την υπηρεσία στη διάθεση άλλων προσώπων.
Άρθρο 44 → οι λόγοι
(1) Τα εγκλήματα που προβλέπονται στο παρόν τμήμα καταλογίζονται στα φυσικά πρόσωπα τα οποία διέταξαν ή ενέκριναν την τέλεση των πράξεων, καθώς και στα πρόσωπα τα οποία, έχοντα τη νομική υποχρέωση και την πραγματική δυνατότητα να τις παρεμποδίσουν, ανέχθηκαν εν γνώσει την τέλεσή τους, με ατομικό προσδιορισμό της μορφής υπαιτιότητας κατά τον Ποινικό Κώδικα, ανεξαρτήτως της ιδιότητάς τους ως διαχειριστών, διευθυντών, εταίρων ή εργαζομένων και ανεξαρτήτως της ποινικής ευθύνης του νομικού προσώπου, η οποία στοιχειοθετείται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 135 του Ποινικού Κώδικα.
(2) Δεν συνιστά λόγο ατιμωρησίας η περίσταση ότι η πράξη ετελέσθη κατ' εκτέλεση αποφάσεως των διοικητικών οργάνων, εντολής ή συμβατικής οδηγίας· οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί των λόγων άρσης του αδίκου και των λόγων μη καταλογισμού παραμένουν εφαρμοστέες.
Άρθρο 45 → οι λόγοι
(1) Η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 40–42 διενεργείται υποχρεωτικά από τον εισαγγελέα, στο πλαίσιο της Διεύθυνσης Διερεύνησης του Οργανωμένου Εγκλήματος και της Τρομοκρατίας, η δε εκδίκαση σε πρώτο βαθμό ανήκει στο πρωτοδικείο.
(2) Σε περίπτωση επείγοντος, ο εισαγγελέας δύναται να διατάξει, διά αιτιολογημένου βουλεύματος, ως προσωρινό μέτρο, για διάστημα έως 30 ημερών, τη διακοπή του συστήματος, τη σφράγιση της υπολογιστικής υποδομής και τη δέσμευση των βαρών, με επικύρωση από τον δικαστή δικαιωμάτων και ελευθεριών εντός 48 ωρών, επί ποινή αυτοδίκαιης παύσης του μέτρου. Το μέτρο περιορίζεται στο επίμαχο υπολογιστικό φορτίο και στα επίμαχα βάρη οσάκις η απομόνωσή τους είναι επαρκής, εκτελείται με διαφύλαξη των δεδομένων και φύλαξη των βαρών υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 12, δύναται να προσβληθεί από το θιγόμενο πρόσωπο και από τους θιγόμενους τρίτους, επανεξετάζεται ανά 30 ημέρες και δύναται να παραταθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
(3) Στο άρθρο 11 παράγραφος (1) της κυβερνητικής πράξης έκτακτης ανάγκης αριθ. 78/2016 για την οργάνωση και τη λειτουργία της Διεύθυνσης Διερεύνησης του Οργανωμένου Εγκλήματος και της Τρομοκρατίας, καθώς και για την τροποποίηση και συμπλήρωση ορισμένων κανονιστικών πράξεων, δημοσιευθείσας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας, Μέρος I, αριθ. 938 της 22ας Νοεμβρίου 2016, εγκριθείσας με τροποποιήσεις διά του νόμου αριθ. 120/2018, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, μετά το τελευταίο σημείο εισάγεται νέο σημείο, ως εξής: «τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 40–42 του νόμου περί της ασφαλούς ανάπτυξης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής και της πρόληψης των καταστροφικών κινδύνων για τον Ρουμάνο πολίτη».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
Διεθνής συνεργασία. Μεταβατικές και τελικές διατάξεις
Άρθρο 46 → οι λόγοι
(1) Η Κυβέρνηση προάγει, στο πλαίσιο των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη θέσπιση καθεστώτος προηγούμενης αδειοδότησης των συστημάτων αιχμής ισοδύναμου προς το προβλεπόμενο από τον παρόντα νόμο, καθώς και τη σύσταση κοινής ευρωπαϊκής ικανότητας αξιολόγησης.
(2) Η Κυβέρνηση ενεργεί, στο πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου και άλλων διεθνών οργανισμών, για τη διαπραγμάτευση διεθνούς συνθήκης περί του περιορισμού και της επαλήθευσης των υπολογιστικών ικανοτήτων αιχμής, της απαγόρευσης των αυτόνομων φονικών οπλικών συστημάτων και της απαγόρευσης της ανάπτυξης των συστημάτων κατηγορίας III, και υποβάλλει ετησίως στο Κοινοβούλιο το στάδιο των ενεργειών αυτών.
(3) Η Αρχή δύναται να συνάπτει, εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της και με δημοσίευση αυτών, συμφωνίες αμοιβαίας αναγνώρισης των αξιολογήσεων με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών τα οποία εφαρμόζουν ισοδύναμα πρότυπα· οι συμφωνίες δεν δύνανται να παρεκκλίνουν από τον παρόντα νόμο ή από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 47 → οι λόγοι
Η Κυβέρνηση υποβάλλει στο Κοινοβούλιο, ανά 2 έτη από τη θέση σε ισχύ, βάσει της έκθεσης της Αρχής και της γνώμης του Επιστημονικού Συμβουλίου, έκθεση περί της προσαρμογής του παρόντος νόμου στο στάδιο της τεχνολογίας, συνοδευόμενη, εφόσον απαιτείται, από προτάσεις τροποποίησης. Η έκθεση αξιολογεί, βάσει δημοσιευμένης μεθοδολογίας, την αποτελεσματικότητα της προστασίας, τα περιστατικά, το κόστος, την πρόσβαση σε υπηρεσίες, τις ανεπιθύμητες συνέπειες και την αναλογικότητα εκάστου μέτρου, δύναται να προτείνει τον περιορισμό μέτρου διαπιστωθέντος ως αναποτελεσματικού και περιλαμβάνει τις αποκλίνουσες επιστημονικές γνώμες. Η έλλειψη επικυρωμένης επιστημονικής μεθόδου ελέγχου των συστημάτων αιχμής δεν δύναται να προβληθεί, αφ' εαυτής, ως λόγος χαλάρωσης του καθεστώτος που θεσπίζεται από τον παρόντα νόμο.
Άρθρο 48 → οι λόγοι
(1) Οι φορείς ανάπτυξης και οι φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων αιχμής τα οποία ευρίσκονται σε λειτουργία στο έδαφος της Ρουμανίας ή έχουν τεθεί στη διάθεση προσώπων ευρισκόμενων στο έδαφος της Ρουμανίας κατά την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος νόμου συμμορφώνονται, εντός 90 ημερών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ, με τις διατάξεις αυτού οι οποίες δεν εξαρτώνται από τους μεθοδολογικούς κανόνες, με δε τις λοιπές διατάξεις εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους (2), (4) και (5).
(2) Εντός 60 ημερών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος νόμου, οι φορείς ανάπτυξης και οι φορείς εκμετάλλευσης κοινοποιούν στην Αρχή τα συστήματα που ευρίσκονται σε λειτουργία. Η αίτηση αδειοδότησης που προβλέπεται στο άρθρο 9 κατατίθεται εντός 90 ημερών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ των μεθοδολογικών κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος (2). Τα κοινοποιηθέντα συστήματα δύνανται να διατηρηθούν σε λειτουργία έως την απόφαση της Αρχής, αλλά ουχί πλέον των 12 μηνών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος νόμου, υπό τον όρο της τηρήσεως των απαγορεύσεων και των άμεσα εφαρμοστέων εγγυήσεων που προβλέπονται στα κεφάλαια IV και V· η προθεσμία αυτή παρατείνεται αυτοδικαίως κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η θέσπιση των μεθοδολογικών κανόνων ή η επίλυση της αιτήσεως υπερβαίνουν τις προθεσμίες που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, ο δε επιμελής αιτών δεν δύναται να τιμωρηθεί για την καθυστέρηση των θεσμών, η δε Αρχή δύναται να επιβάλει, αιτιολογημένα, συμπληρωματικές προϋποθέσεις ασφάλειας κατά τη διάρκεια της παράτασης.
(3) Οι διατάξεις των άρθρων 38 και 39 εφαρμόζονται μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο (1). Δεν συνιστά το έγκλημα που προβλέπεται στο άρθρο 40 παράγραφος (1) η διατήρηση σε λειτουργία κοινοποιηθέντος συστήματος κατά την παράγραφο (2), κατά τη διάρκεια κατά την οποία αυτή επιτρέπεται από την ίδια παράγραφο, καθώς και κατά τη διάρκεια της εξέτασης της εμπροθέσμως κατατεθείσας αίτησης αδειοδότησης· οι διατάξεις των άρθρων 40–42 εφαρμόζονται όμως, από την ημερομηνία θέσεώς τους σε ισχύ, σε κάθε άλλη πράξη, περιλαμβανομένης της θέσεως σε λειτουργία μη κοινοποιηθέντος συστήματος ή της διατηρήσεως σε λειτουργία μετά την απόρριψη της αιτήσεως, μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο (2) ή μετά την κοινοποίηση εντολής διακοπής.
(4) Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος (1) στοιχείο a), στο άρθρο 18 και στο άρθρο 19, καθώς και η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος (4), όσον αφορά την αντιληπτή σήμανση και τη ρητή μνεία της παραγωγής, εκπληρούνται εντός 90 ημερών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος νόμου· εντός της ιδίας προθεσμίας ορίζεται και κοινοποιείται στην Αρχή ο εκπρόσωπος για τη συμμόρφωση που προβλέπεται στο άρθρο 19. Οι υποχρεώσεις περί της ενσωματωμένης τεχνικής σήμανσης, που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος (1) στοιχείο b) και παράγραφος (2), καθώς και η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος (4) όσον αφορά τη σήμανση αυτή, εκπληρούνται εντός 90 ημερών από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ των μεθοδολογικών κανόνων. Οι διοικητικές παραβάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχεία e) και f) διαπιστώνονται μετά τη λήξη της προθεσμίας που εφαρμόζεται σε εκάστη υποχρέωση.
(5) Οι υποχρεώσεις των οποίων η εκπλήρωση εξαρτάται από τα πρότυπα, τις διαδικασίες, τα όρια ή τα ποσά που καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος (2) καθίστανται απαιτητές 90 ημέρες από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ των κανόνων αυτών· έως την ημερομηνία αυτή, οι αντίστοιχες διοικητικές παραβάσεις δεν διαπιστώνονται. Οι απαγορεύσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, οι υποχρεώσεις διατήρησης και δοκιμής της ικανότητας διακοπής, καταγραφής (αρχείων καταγραφής) και αναφοράς των σοβαρών συμβάντων, καθώς και οι λοιπές υποχρεώσεις που δύνανται να εκπληρωθούν άνευ των μεθοδολογικών κανόνων εφαρμόζονται από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος νόμου, εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους (1)–(4).
(6) Έως τον διορισμό του αντιπροέδρου για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, οι αρμοδιότητες της Αρχής, περιλαμβανομένων των επειγόντων μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 32 παράγραφος (1) στοιχείο c), ασκούνται από τον πρόεδρο της ANCOM, ο οποίος ευθύνεται για αυτές υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου.
Άρθρο 49 → οι λόγοι
(1) Εντός 60 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας, Μέρος I, το Κοινοβούλιο διορίζει τον αντιπρόεδρο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, η δε ANCOM συμπληρώνει την οργανωτική δομή της και τον κανονισμό οργάνωσης και λειτουργίας της με την Αρχή, διά αποφάσεως του προέδρου της ANCOM, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας, Μέρος I.
(2) Εντός 120 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας, Μέρος I, η Κυβέρνηση θεσπίζει, κατόπιν προτάσεως της Αρχής, με γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου και κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης τουλάχιστον 30 ημερών, τους μεθοδολογικούς κανόνες περί της διαδικασίας κοινοποίησης και αδειοδότησης, της απλοποιημένης διαδικασίας αναγνώρισης, τα πρότυπα αξιολόγησης, ασφάλειας των βαρών και ικανότητας διακοπής, τις προϋποθέσεις του απομονωμένου περιβάλλοντος, τα πρότυπα της σήμανσης προέλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 17, τις μεθόδους αξιολόγησης και τα επίπεδα σημαντικότητας των κρίσιμων ικανοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2), το όριο της υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας, το επίπεδο που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος (5), τη διαδικασία δοκιμής και τη διάρκεια που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφοι (1) και (6), τις ελάχιστες απαιτήσεις της απομονώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο bb), το ύψος της αντισταθμιστικής αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος (3), το ύψος των τελών, καθοριζόμενο σε συνάρτηση με το κόστος της υπηρεσίας, και το ύψος της ασφάλισης ή της χρηματοοικονομικής εγγύησης που προβλέπονται στο άρθρο 36. Οι κανόνες εξειδικεύουν το πλαίσιο που καθορίζεται από τον παρόντα νόμο και δεν δύνανται να καθορίσουν το ουσιώδες περιεχόμενο των υποχρεώσεων, των απαγορεύσεων και των κυρώσεων· τα πρότυπα δημοσιεύονται.
(3) Έως τη θέσπιση των μεθοδολογικών κανόνων, οι αξιολογήσεις διενεργούνται κατά τα πρότυπα που προβλέπονται στους κώδικες ορθής πρακτικής που θεσπίζονται δυνάμει του κανονισμού για την ΤΝ και κατά τις επιστημονικώς αναγνωρισμένες μεθόδους, η δε Αρχή δημοσιεύει προσωρινές κατευθυντήριες γραμμές.
Άρθρο 50 → οι λόγοι
Ο παρών νόμος τίθεται σε ισχύ 30 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας, Μέρος I, εξαιρέσει των άρθρων 40–42, 44 και 45, τα οποία τίθενται σε ισχύ 270 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης. Οι διατάξεις του άρθρου 43 τίθενται σε ισχύ ταυτοχρόνως με τον παρόντα νόμο.
Ο παρών νόμος εθεσπίσθη από το Κοινοβούλιο της Ρουμανίας, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 75 και του άρθρου 76 παράγραφος (1) του Συντάγματος της Ρουμανίας, όπως αναδημοσιεύθηκε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΟΥΣΙΑΣ
Σχόλια για το κείμενο
Τα σχόλια εντάσσονται στην ενότητα του εγγράφου στο Κυριαρχικό φόρουμ. Συζητάμε επί του κειμένου, με επιχειρήματα.
Δείτε όλη τη συζήτηση στο φόρουμ →