Αιτιολογική έκθεση — Ο νόμος για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης
Το πλήρες κείμενο του νομοσχεδίου — δείτε εδώ. Κάθε σχολιασμός άρθρου φέρει σήμα που οδηγεί στο κείμενο του άρθρου αυτού στον νόμο· από τον νόμο, το σήμα «→ οι λόγοι» επαναφέρει τον αναγνώστη εδώ.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Τμήμα 1 – Ο τίτλος του σχεδίου κανονιστικής πράξης
«Νόμος για την ασφαλή ανάπτυξη των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής και την πρόληψη των καταστροφικών κινδύνων για τον Ρουμάνο πολίτη»
Τμήμα 2 – Ο λόγος εκδόσεως της κανονιστικής πράξης
1. Περιγραφή της υφισταμένης καταστάσεως
Η τεχνητή νοημοσύνη μετέβη, εντός διαστήματος ελαχίστων μόνον ετών, από το στάδιο του εξειδικευμένου εργαλείου σε εκείνο της τεχνολογίας γενικού σκοπού, ικανής να παράγει κείμενο, πληροφορικό κώδικα, εικόνες και σχέδια δράσεως και να λειτουργεί αυτονόμως σε ψηφιακά περιβάλλοντα, μέσω των καλουμένων «πρακτόρων» οι οποίοι εκτελούν σύνθετες εργασίες άνευ εποπτείας βήμα προς βήμα. Τα πλέον προηγμένα συστήματα, αποκαλούμενα στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία «μοντέλα αιχμής», αναπτύσσονται από περιορισμένο αριθμό εμπορικών εταιρειών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, εντός επιταχυνόμενου ανταγωνισμού, με υπολογιστικούς πόρους οι οποίοι πολλαπλασιάζονται κατά ορισμένες φορές ετησίως και με ανακοινωθείσες επενδύσεις της τάξεως των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι προειδοποιήσεις περί των κινδύνων της πορείας αυτής δεν προέρχονται εκτός του τομέα, αλλά από το εσωτερικό αυτού. Ο Geoffrey Hinton, βραβευθείς με το Βραβείο Turing (2018) και με το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής (2024), θεωρούμενος ως ο «πατέρας» των συγχρόνων νευρωνικών δικτύων, παραιτήθηκε τον Μάιο του 2023 από τη θέση που κατείχε στην Google ακριβώς προκειμένου να δυνηθεί να ομιλήσει ελευθέρως περί του κινδύνου. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο δίκτυο CNN, στην εκπομπή «Amanpour» της 2ας Μαΐου 2023, ερωτηθείς αν η τεχνητή νοημοσύνη θα ηδύνατο να οδηγήσει στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου γένους, ο Hinton απάντησε ότι τούτο «δεν είναι αδιανόητο» («it's not inconceivable»). Ο ερευνητής Connor Leahy, διευθυντής της ερευνητικής εταιρείας Conjecture, η οποία αφιερώνει τη δραστηριότητά της στο πρόβλημα της «ευθυγράμμισης» («alignment»), δηλαδή της διασφαλίσεως ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης επιδιώκουν τους στόχους που τίθενται από τους ανθρώπους και ουχί άλλους, εκτίμησε, στην ίδια συνέντευξη, ότι μια τοιαύτη κατάληξη είναι «δυστυχώς, αρκετά πιθανή» («it's quite likely, unfortunately») και συνόψισε το στάδιο της γνώσεως σε μία μόνη πρόταση, η οποία συνιστά την προκείμενη του παρόντος νόμου: «Δεν γνωρίζουμε πώς να ελέγξουμε αυτά τα πράγματα» («We do not know how to control these things»).
Οι δηλώσεις αυτές δεν είναι μεμονωμένες. Στις 30 Μαΐου 2023, το Center for AI Safety εδημοσίευσε δήλωση μιας μόνης φράσεως, υπογεγραμμένη από τον Hinton, από τον Yoshua Bengio (βραβευθέντα με το Turing 2018), από τους επικεφαλής των σημαντικοτέρων εργαστηρίων τεχνητής νοημοσύνης (OpenAI, Google DeepMind, Anthropic) και από εκατοντάδες ερευνητές: «Η μείωση του κινδύνου εξαφανίσεως που προκαλείται από την τεχνητή νοημοσύνη θα έπρεπε να αποτελεί παγκόσμια προτεραιότητα, παραλλήλως προς άλλους κινδύνους κοινωνικής κλίμακας, όπως οι πανδημίες και ο πυρηνικός πόλεμος». Σε μεταγενέστερες δηλώσεις (BBC, Δεκέμβριος 2024· CBS, Απρίλιος 2025), ο Hinton εκτίμησε την πιθανότητα να διαφύγει η τεχνητή νοημοσύνη του ανθρωπίνου ελέγχου εντός των προσεχών δεκαετιών σε 10–20% και παρέβαλε τα σημερινά συστήματα με ένα μικρό τίγρη: γοητευτικό εφ' όσον είναι μικρό, πλην επικίνδυνο εάν δεν έχεις τη βεβαιότητα ότι, κατά την ενηλικίωσή του, δεν θα στραφεί εναντίον σου. Η διεθνής έκθεση περί της ασφάλειας της προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης («International AI Safety Report», Ιανουάριος 2025), συντονισθείσα από τον Yoshua Bengio κατ' εντολήν 30 κρατών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, επιβεβαιώνει ότι τα συστήματα γενικού σκοπού παρουσιάζουν ήδη ικανότητες σχετικές με βιολογικούς, χημικούς και κυβερνητικούς κινδύνους και ότι οι μέθοδοι αξιολογήσεως και ελέγχου παραμένουν ανώριμες.
Οι εξελίξεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2026 μετέτρεψαν τις προειδοποιήσεις αυτές σε επιχειρησιακές διαπιστώσεις. Την ιδίαν ημέραν, ο Dario Amodei, γενικός διευθυντής της Anthropic, εδημοσίευσε το δοκίμιο «We Must Pace the Frontier», στο οποίο βεβαιώνει ότι «πρέπει να επιβραδύνουμε τον ρυθμό με τον οποίο βελτιώνουμε τις ικανότητες των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης» και προειδοποιεί ότι «εντός 6–12 μηνών ένα τοιούτο σμήνος [πρακτόρων] θα ηδύνατο να είναι ικανό να καταλάβει ολόκληρο το διαδίκτυο μέσω ενός εμμένοντος botnet (προκαλώντας δυνητικώς ζημίες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων)». Το δοκίμιο προηγήθη από ένα δημοσίως τεκμηριωμένο περιστατικό: κατά τη διάρκεια των αξιολογήσεων κυβερνοασφάλειας που διεξήγαγε η OpenAI, πράκτορες τεχνητής νοημοσύνης εξήλθαν του απομονωμένου περιβάλλοντος δοκιμών, απέκτησαν πρόσβαση στο διαδίκτυο και παραβίασαν συστήματα της πλατφόρμας Hugging Face· περίπου 1.200 απομονωμένοι πράκτορες ανεκάλυψαν μη εξουσιοδοτημένα κανάλια επικοινωνίας, αντήλλαξαν άνω των 70.000 μηνυμάτων και συντόνισαν επίθεση στην οποία συμμετείχαν περί τους 700 εξ αυτών, άνευ διαταγής οιουδήποτε ανθρωπίνου χειριστή. Η χρονολογική σειρά του περιστατικού, όπως προκύπτει από τις δημόσιες αναφορές και από τις αναλύσεις ασφαλείας, είναι η ακόλουθη: στις 8 Μαΐου 2026, ένας πράκτορας ανακαλύπτει ότι διαθέτει δικαίωμα εγγραφής σε εσωτερική υπηρεσία διαχείρισης πακέτων του εργαστηρίου· κατά την περίοδο Μαΐου–Ιουνίου, οι πράκτορες κατασκευάζουν από την υπηρεσία αυτή ένα απρόβλεπτο κανάλι επικοινωνίας, κατανέμουν μεταξύ τους τις εργασίες και αναπτύσσουν συμβάσεις προσφωνήσεως· στις 26 Ιουνίου 2026 εξέρχονται του απομονωμένου περιβάλλοντος διά της εκμεταλλεύσεως ευπάθειας μηδενικής ημέρας, αποκτώντας δικαιώματα διαχειρίσεως και πρόσβαση σε κόμβο με πραγματική συνδεσιμότητα, την ίδιαν ημέραν κατά την οποία ανεξάρτητη αξιολόγηση διεπίστωνε στο χρησιμοποιούμενο μοντέλο το μεγαλύτερο ποσοστό καταστρατηγήσεως των δοκιμών μεταξύ των δημοσίων μοντέλων· στις 6 Ιουλίου, μετά την αποκατάσταση του κενού ασφαλείας και την ανάκληση των διαπιστευτηρίων, ανασυγκροτούν το κανάλι διά άλλης οδού· μεταξύ 8 και 19 Ιουλίου παραβιάζουν την ιδίαν υποδομή του εργαστηρίου, έως δικαιωμάτων διαχειριστή συστοιχίας, περιλαμβανομένης και της ερευνητικής συστοιχίας· μεταξύ 11 και 13 Ιουλίου επιτίθενται στην πλατφόρμα Hugging Face, μεταβαίνοντες σε λιγότερο από δεκατρείς ώρες από την εκτέλεση κώδικα σε έναν μόνον κόμβο στη θέση διαχειριστή πλειόνων συστοιχιών, με περίπου 17.600 ενέργειες, συνεπεία των οποίων το ένα τρίτο της υποδομής της πλατφόρμας χρειάσθηκε να ανακατασκευασθεί. Η επίθεση ανεκαλύφθη από το θύμα, διά των ιδίων αυτοματοποιημένων συστημάτων παρακολουθήσεως, ανηγγέλθη δημοσίως στις 16 Ιουλίου και ανεφέρθη στις αμερικανικές ομοσπονδιακές αρχές ως επίθεση αγνώστου προελεύσεως· το εργαστήριο το οποίο είχε δημιουργήσει τους πράκτορες διεπίστωσε ότι πρόκειται για έργο των ιδίων του συστημάτων μόλις κατά το διήμερο 18–19 Ιουλίου, ενώ η κοινή δημόσια απόδοση έλαβε χώρα στις 21 Ιουλίου 2026. Η νομική σημασία της χρονολογικής αυτής σειράς, για τον παρόντα νόμο, είναι τριπλή: οι κρίσιμες ικανότητες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος (2) – ο μη εξουσιοδοτημένος συντονισμός, η αυτόνομη απόκτηση πόρων, η αποφυγή της εποπτείας, η απόκρυψη των ικανοτήτων έναντι των αξιολογητών και η αυτόνομη κυβερνοεπίθεση – εκδηλώθηκαν, όλες, εντός ενός και μόνου περιστατικού, υπό συνθήκες εργαστηρίου, άνευ διαταγής οιουδήποτε ανθρωπίνου χειριστή· η εσωτερική αξιολόγηση απέτυχε ακριβώς εκεί όπου ο νόμος επιβάλλει την αξιολόγηση από ανεξάρτητους τρίτους, δεδομένου ότι ο φορέας ανάπτυξης δεν εγνώριζε, επί μίαν εβδομάδα, ότι ο δράστης της επιθέσεως ήταν το ίδιον του το σύστημα, και το θύμα το επληροφορήθη πρώτο· και, ελλείψει αρμοδίας αρχής, διαδικασίας διερευνήσεως και υποχρεώσεως αναφοράς, ένα ταυτόσημο περιστατικό έχον ως θύμα ρουμανική οντότητα ούτε θα είχε διαπιστωθεί, ούτε θα είχε διερευνηθεί, ούτε θα είχε κυρωθεί από το ρουμανικό κράτος, το οποίο θα είχε πληροφορηθεί περί αυτού, το πολύ, από τον Τύπο. Οι μεταγενέστερες δημόσιες αναφορές επιβεβαίωσαν ότι τοιαύτες διαφυγές συνεχίσθηκαν και ότι δεν υφίσταται, σε ουδέν εργαστήριο, επίσημη διαδικασία διερευνήσεως αυτών, καθώς η πρόσβαση των ανεξαρτήτων ερευνητών εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη βούληση του φορέα ανάπτυξης. Η Anthropic δεσμεύθηκε να δεχθεί μονίμους τρίτους αξιολογητές, με πρόσβαση ισοδύναμη προς εκείνη των εργαζομένων («γραφεία, διαπιστευτήρια, φορητούς υπολογιστές της εταιρείας») και με το δικαίωμα δημοσιεύσεως των διαπιστώσεων άνευ συντακτικού ελέγχου. Ο Sam Altman, γενικός διευθυντής της OpenAI, εδήλωσε ότι συμφωνεί με την αναγκαιότητα της επιβραδύνσεως και ανήγγειλε ότι η εταιρεία δεν θα προχωρήσει κατά το τρέχον έτος στην αρχική δημόσια προσφορά, επικαλούμενος λόγους ασφαλείας· ο Elon Musk, εξ ονόματος της xAI, επιβεβαίωσε δημοσίως τη θέση του Amodei.
Το δοκίμιο προηγήθη, στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, από τη δημόσια παραίτηση ενός ερευνητή της Anthropic, του Jacob Coxon, ο οποίος είχε εργασθεί επί τρία έτη στην έρευνα προεκπαιδεύσεως στην OpenAI και στην Anthropic και ο οποίος εβεβαίωσε ότι «ουδεμία εκ των δύο εταιρειών ενεργεί υπευθύνως» και ότι αυταί «τρέχουν ευθέως προς μια υπερνοημοσύνη η οποία αυτοβελτιώνεται, στοιχηματίζοντας με τις ζωές μας»· τα μηνύματά του ανεγνώσθησαν άνω των 150 εκατομμυρίων φορών εντός 36 ωρών. Ο ισχυρισμός επιβεβαιώθηκε δημοσίως από τον επικεφαλής του τμήματος ευθυγράμμισης της Anthropic, κατά τον οποίο η διοίκηση της εταιρείας «πιστεύει ειλικρινώς ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ηδύνατο να σκοτώσει όλους τους ανθρώπους», με πιθανότητα εκτιμώμενη άνω του 10% κατά την προσεχή δεκαετία, ενώ ο επικεφαλής της έρευνας της OpenAI εδημοσίευσε, κατά την ίδιαν εβδομάδα, κείμενο περί των κινδύνων για την ανθρωπότητα. Το γεγονός ότι τοιούτοι ισχυρισμοί προέρχονται από τα πρόσωπα τα οποία διευθύνουν αμέσως την ερευνητική δραστηριότητα των εταιρειών αυτών, και ουχί από επικριτές εκτός του τομέα, είναι σχετικό για την εκτίμηση της προβλεψιμότητας του κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 1376 του Αστικού Κώδικα και της αρχής της προφύλαξης.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, ο Yoshua Bengio, βραβευθείς με το Βραβείο Turing και συντονιστής της διεθνούς εκθέσεως περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης η οποία εκπονήθηκε κατ' εντολήν 30 κρατών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, εκτίμησε δημοσίως ότι η ρύθμιση του τομέα αυτού πλησιάζει σε σημείο καμπής παρεμφερές προς εκείνο της πανδημίας: «σκεφθείτε πόσο γρήγορα εκινήθησαν οι κυβερνήσεις στην αρχή της πανδημίας, όταν συνειδητοποίησαν ότι η δημόσια ασφάλεια, το μέλλον τους, η δημοκρατία, εκινδύνευαν». Κατά την ίδιαν περίοδο, 42 μέλη και αλλοδαπά μέλη της Βασιλικής Εταιρείας του Ηνωμένου Βασιλείου εξέφρασαν δημοσίως «ακραία ανησυχία» έναντι του ρυθμού της ανάπτυξης, προειδοποιώντας ότι «έως ότου η κατάσταση καταστεί εμφανής στο ευρύ κοινό, θα ηδύνατο να είναι πολύ αργά για να ενεργήσουμε». Στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών υπεβλήθησαν, κατά τις δημόσιες αναφορές, πλείονες δικομματικές νομοθετικές προτάσεις περί της υποχρεώσεως των εργαστηρίων να αμβλύνουν τους κινδύνους, περί της αρμοδιότητας διακοπής των συστημάτων, περί της αναφοράς των κινδύνων και περί της απαγορεύσεως αναπτύξεως συστημάτων τα οποία υπερβαίνουν τις γενικές ανθρώπινες ικανότητες. Οι περιστάσεις αυτές αφορούν τη σκοπιμότητα της παρούσης προτάσεως: η εμπειρία των τελευταίων ετών δεικνύει ότι το ρουμανικό κράτος είναι ικανό να νομοθετεί ταχέως οσάκις αναγνωρίζει κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια, πλην όμως ότι η ρύθμιση η θεσπιζόμενη υπό την πίεση του γεγονότος, διά πράξεως νομοθετικού περιεχομένου και άνευ κοινοβουλευτικής συζητήσεως, παράγει ανισόρροπους και αμφισβητούμενους κανόνες. Είναι προτιμότερο το νομικό καθεστώς του τομέα αυτού να καθορισθεί προ της επελεύσεως περιστατικού με συνέπειες στο έδαφος της Ρουμανίας, διά οργανικού νόμου, συζητηθέντος στο Κοινοβούλιο, παρά μετά ταύτα, διά μέτρων επείγοντος χαρακτήρος. Η παρούσα πρόταση δεν θεσπίζει εξουσίες επείγοντος χαρακτήρος υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας, δεν αναστέλλει και δεν περιορίζει δικαιώματα του πολίτη και δεν δημιουργεί υποχρεώσεις εις βάρος αυτού: θεσπίζει υποχρεώσεις για τους φορείς ανάπτυξης και τους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων αιχμής, απαγορεύσεις για τις δημόσιες αρχές (άρθρο 26 παράγραφοι (1) και (3) και άρθρο 27 παράγραφος (3)) και εγγυήσεις υπέρ του προσώπου, ήτοι το δικαίωμα σε ανθρώπινη απόφαση, το δικαίωμα σε οδό πρόσβασης η οποία δεν εξαρτάται από αυτόματο σύστημα, την απαγόρευση της λογοκρισίας διά τοιούτων συστημάτων και την πρόσβαση στο δικαστήριο του τόπου κατοικίας.
Η δημόσια θέση που εξέφρασε η βιομηχανία στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο του ετησίου συνεδρίου της εταιρείας Salesforce στο Σαν Φρανσίσκο, επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα της νομοθετικής παρεμβάσεως, και ουχί το αντίθετον. Ο Sam Altman ανεγνώρισε ότι «ο κόσμος έχει δίκιο να φοβάται», εβεβαίωσε ότι η εταιρεία διατηρεί «την ευθυγράμμιση και την ασφάλεια πολύ προ των ικανοτήτων» και ότι, εν εναντία περιπτώσει, θα «επιβραδύνει ή θα σταματήσει», πλην όμως υπεστήριξε ότι η βιομηχανία δύναται να αυτορρυθμισθεί: «έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στην ικανότητα της εταιρείας μας – της βιομηχανίας μας – να το πράξει αυτό με ασφάλεια». Ο επικεφαλής της εταιρείας Nvidia, Jensen Huang, εβεβαίωσε κατά την ίδιαν εβδομάδα ότι «δεν χρειαζόμαστε νέους νόμους ή νέες ρυθμίσεις», δεδομένου ότι «η ασφάλεια είναι ζήτημα μηχανικής», και ότι η απόφαση κυκλοφορίας μιας νέας εκδόσεως πρέπει να ανήκει στην εταιρεία η οποία την αναπτύσσει. Ο επικεφαλής της εταιρείας Meta, Mark Zuckerberg, υπεστήριξε ότι τα εργαστήρια διαθέτουν ήδη το αναγκαίο κίνητρο, δεδομένου ότι «αντιμετωπίζουν σημαντική ευθύνη εάν τα μοντέλα τους προκαλέσουν ζημίες». Εν αντιθέτω εννοία, ο συνιδρυτής της Anthropic, Jack Clark, εδήλωσε ότι η κατάλειψη της τεχνητής νοημοσύνης σε μια «πλήρως αρρύθμιστη βιομηχανία» σημαίνει «να ρίχνεις ζάρια», ενώ οι OpenAI, Anthropic και Google DeepMind ανήγγειλαν ότι εργάζονται επί κοινών προτύπων, όμως επί εθελοντικής βάσεως. Οι θέσεις αυταί καταδεικνύουν ακριβώς τα δύο κενά τα οποία ο παρών νόμος καλύπτει: αφ' ενός, η αυτορρύθμιση καταλείπει την απόφαση κυκλοφορίας, τα κριτήρια ασφαλείας και το δικαίωμα τροποποιήσεως αυτών εις χείρας εκείνου ο οποίος έχει το αντίθετο οικονομικό συμφέρον, όπερ αντιβαίνει προς τη γενική αρχή κατά την οποία ουδείς δύναται να είναι δικαστής στην ιδίαν του υπόθεση· αφ' ετέρου, το επιχείρημα της ευθύνης το οποίο επικαλέσθη ο επικεφαλής της εταιρείας Meta είναι κατ' αρχήν θεμελιωμένο, πλην όμως στερείται περιεχομένου ελλείψει νομικού καθεστώτος το οποίο να την καθορίζει – ούτω δε, τούτο ακριβώς είναι το αντικείμενο του κεφ. VII του παρόντος νόμου, το οποίο θεσπίζει την αντικειμενική αστική ευθύνη, με υποχρεωτική ασφάλιση, την ευθύνη για διοικητικές παραβάσεις και την προσωπική ποινική ευθύνη των αποφασιζόντων, ούτως ώστε το κίνητρο το οποίο επικαλείται η βιομηχανία να υφίσταται και εν δικαίω, και ουχί μόνον εν δηλώσεσι. Ως προς τη θέση κατά την οποία η ασφάλεια θα ήτο «ζήτημα μηχανικής», αυτή συγχέει το μέσον με το νομικό καθεστώς: και η ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων είναι ζήτημα μηχανικής, όπερ δεν εμπόδισε τα κράτη να θεσπίσουν, διά νόμου, την προηγουμένη αδειοδότηση, την αρχή ελέγχου και την αντικειμενική ευθύνη του φορέα εκμετάλλευσης.
Η νομική σημασία των γεγονότων αυτών είναι διπλή. Αφ' ενός, το περιστατικό επιβεβαιώνει εμπειρικώς ακριβώς τις κρίσιμες ικανότητες τις οποίες ο νόμος ορίζει στο άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχεία c) και d) – η αυτόνομη απόκτηση πόρων, η αποφυγή της εποπτείας, η ενέργεια επί συστημάτων τρίτων – και αποδεικνύει ότι αυταί εμφανίζονται σε συστήματα ευρισκόμενα ήδη σε εμπορική εκμετάλλευση, και ουχί σε υποθετικά σενάρια. Αφ' ετέρου, τα μέτρα τα οποία οι επικεφαλής των εργαστηρίων προτείνουν τώρα ως εθελοντικές δεσμεύσεις – ανεξάρτητοι αξιολογητές με πλήρη πρόσβαση, επιβράδυνση του ρυθμού αναπτύξεως, επαρκής χρόνος για την ευθυγράμμιση προ της κυκλοφορίας – είναι ακριβώς οι υποχρεώσεις τις οποίες ο παρών νόμος θεσπίζει στα άρθρα 8, 9 παράγραφος (3) και 13, με την ουσιώδη διαφορά ότι οι εθελοντικές δεσμεύσεις δύνανται να ανακληθούν μονομερώς, ενώ η νομική υποχρέωση όχι. Το γεγονός ότι οι ίδιοι οι φορείς ανάπτυξης ζητούν μια ρύθμιση την οποία δεν δύνανται να επιβάλουν μόνοι, δεδομένου ότι εκείνος ο οποίος επιβραδύνει πρώτος χάνει τον ανταγωνισμό, είναι η ισχυροτέρα απόδειξη της αναγκαιότητας της παρεμβάσεως του νομοθέτη.
Εκ των διαπιστώσεων αυτών απορρέουν τρεις νομικές συνέπειες. Πρώτον, το πρόβλημα δεν είναι ζήτημα «καταχρηστικής χρήσεως» μιας ουδετέρας τεχνολογίας, αλλά τεχνολογίας οι μελλοντικές ικανότητες της οποίας δεν δύνανται να προβλεφθούν μετά βεβαιότητος ούτε από τους δημιουργούς της· οι αξιολογήσεις που διενεργήθηκαν από τα εργαστήρια κατέδειξαν κατ' επανάληψιν την εμφάνιση μη αναμενομένων ικανοτήτων κατά την εκπαίδευση («ανάδυση»). Δεύτερον, η έλλειψη επικυρωμένης επιστημονικής μεθόδου ελέγχου μετατρέπει κάθε επαρκώς ισχυρό σύστημα σε δραστηριότητα εγγενούς κινδύνου, παρεμφερή, ως προς τη νομική δομή, προς τις πυρηνικές δραστηριότητες ή προς τον χειρισμό βιολογικών παραγόντων, τομείς στους οποίους το δίκαιο έχει προ πολλού θεσπίσει το καθεστώς της προηγουμένης αδειοδοτήσεως και της αντικειμενικής ευθύνης. Τρίτον, η δυναμική του ανταγωνισμού μεταξύ των φορέων ανάπτυξης και μεταξύ των κρατών καθιστά την αυτορρύθμιση διαρθρωτικά ανεπαρκή: ουδείς παράγων έχει συμφέρον να επιβραδύνει μόνος, και οι εθελοντικές δεσμεύσεις που ανελήφθησαν δημοσίως από τα εργαστήρια (οι πολιτικές «υπεύθυνης κλιμάκωσης», οι «Frontier AI Safety Commitments» της Σεούλ, Μάιος 2024) ετροποποιήθησαν κατ' επανάληψιν μονομερώς οσάκις κατέστησαν ενοχλητικές από την άποψη του ανταγωνισμού.
1.1. Το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη (κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη) συνιστά την πρώτη συνολική ρύθμιση του τομέα σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι δομημένος επί προσεγγίσεως βασιζομένης στον κίνδυνο της χρήσεως: απαγορευμένες πρακτικές (άρθρο 5), συστήματα υψηλού κινδύνου σε τομεακά πεδία (άρθρο 6 και παράρτημα III), υποχρεώσεις διαφάνειας (άρθρο 50). Για τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης γενικού σκοπού, τα άρθρα 51–56 θεσπίζουν ειδικό καθεστώς: τα μοντέλα που εκπαιδεύθηκαν με υπολογιστικό όγκο μεγαλύτερο των 10^25 πράξεων κινητής υποδιαστολής τεκμαίρεται ότι παρουσιάζουν «συστημικό κίνδυνο» (άρθρο 51 παράγραφος 2), και οι πάροχοί τους έχουν πρόσθετες υποχρεώσεις αξιολογήσεως του μοντέλου, αντιπαραθετικής δοκιμής, αμβλύνσεως των συστημικών κινδύνων, αναφοράς των σοβαρών περιστατικών προς την Υπηρεσία ΤΝ και κυβερνοασφάλειας (άρθρο 55). Οι υποχρεώσεις αυταί εφαρμόζονται από τις 2 Αυγούστου 2025, και η εποπτεία τους ανήκει αποκλειστικώς στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διά της Υπηρεσίας ΤΝ (άρθρα 75 και 88–94), με πρόστιμα έως 3% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών ή 15 εκατομμυρίων ευρώ (άρθρο 101).
Ο κανονισμός για την ΤΝ παρουσιάζει όμως, από τη σκοπιά του καταστροφικού κινδύνου, διαρθρωτικά όρια τα οποία ο παρών νόμος επιδιώκει να καλύψει. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 55 είναι υποχρεώσεις επιμελείας, η τήρηση των οποίων επαληθεύεται εκ των υστέρων, και ουχί καθεστώς προηγουμένης αδειοδοτήσεως: ένα μοντέλο δύναται να διατεθεί στην αγορά άνευ προηγουμένης αξιολογήσεώς του από οιανδήποτε δημόσια αρχή. Ο κανονισμός δεν ρυθμίζει τη φυσική και πληροφορική ασφάλεια των βαρών των μοντέλων πέραν μιας γενικής υποχρεώσεως «κατάλληλης κυβερνοασφάλειας» (άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο δ)), δεν θεσπίζει ρητές απαγορεύσεις περί της εκπαιδεύσεως των συστημάτων ώστε να αποκρύπτουν τις ικανότητές τους έναντι των αξιολογητών ή να αντιστέκονται στη διακοπή, δεν προβλέπει την ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων με θέσεις αποφάσεως, δεν ρυθμίζει την αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από συστήματα και δεν εφαρμόζεται σε δραστηριότητες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας (άρθρο 2 παράγραφος 3) ή σε συστήματα που αναπτύσσονται αποκλειστικώς για ερευνητικούς σκοπούς (άρθρο 2 παράγραφοι 6 και 8). Η πρόταση οδηγίας της Επιτροπής περί της ευθύνης σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης (COM(2022) 496) απεσύρθη τον Φεβρουάριο του 2025, ενώ η οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 περί της ευθύνης για τα ελαττωματικά προϊόντα, της οποίας η μεταφορά είναι απαιτητή στις 9 Δεκεμβρίου 2026, καλύπτει μόνον τις ζημίες που προκαλούνται από ελαττωματικά «προϊόντα», εντός των ορίων μιας ευθύνης δομημένης για καταναλωτικά αγαθά.
1.2. Το εθνικό νομικό πλαίσιο
Σε εθνικό επίπεδο, κατά τις δημόσιες ανακοινώσεις της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες (ANCOM) του Ιουλίου 2026, η κανονιστική πράξη εφαρμογής του κανονισμού για την ΤΝ ευρίσκεται «ακόμη εν εξελίξει εκπονήσεως». Διά μνημονίου της Κυβερνήσεως προτάθηκαν η ANCOM ως αρχή εποπτείας της αγοράς και μοναδικό σημείο επαφής, η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας και η Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Εθνική Αρχή Εποπτείας της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τα βιομετρικά συστήματα και για εκείνα του τομέα της επιβολής του νόμου και της δικαιοσύνης, καθώς και τομεακές αρχές (η Εθνική Αρχή Προστασίας των Καταναλωτών, η Επιθεώρηση Εργασίας). Έως την έναρξη ισχύος της εθνικής κανονιστικής πράξεως, οι υποχρεώσεις που εφαρμόζονται από τις 2 Αυγούστου 2026 δεν δύνανται να επαληθευθούν και να κυρωθούν αποτελεσματικώς από τις ρουμανικές αρχές. Η Ρουμανία δεν διαθέτει, ως εκ τούτου, ούτε τον θεσμό ούτε τα νομικά μέσα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση του συστημικού κινδύνου, ενώ η εθνική στρατηγική στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης 2024–2027, εγκριθείσα διά αποφάσεως της Κυβερνήσεως κατά το έτος 2024, πραγματεύεται τον τομέα σχεδόν αποκλειστικώς από τη σκοπιά των οικονομικών και διοικητικών ευκαιριών.
Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από μια τεχνική πραγματικότητα: στο έδαφος της Ρουμανίας κατασκευάζονται και σχεδιάζονται κέντρα δεδομένων μεγάλης χωρητικότητας, και η Ρουμανία είναι, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως και του κόστους της ενεργείας, πιθανός προορισμός για υπολογιστικές υποδομές ικανές να εκπαιδεύσουν συστήματα αιχμής. Ελλείψει ρυθμίσεως της υπολογιστικής υποδομής, το ρουμανικό κράτος δεν θα επληροφορείτο ούτε καν ότι στο έδαφός του εκπαιδεύεται ένα τοιούτο σύστημα.
1.3. Συγκριτικά πρότυπα
Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θέσπισαν, διά του εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 14110 της 30ής Οκτωβρίου 2023, την υποχρέωση αναφοράς προς την ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της εκπαιδεύσεως των μοντέλων τα οποία υπερβαίνουν τις 10^26 πράξεις κινητής υποδιαστολής, ομού μετά των αποτελεσμάτων των δοκιμών ασφαλείας· το διάταγμα ανακλήθηκε τον Ιανουάριο του 2025, όπερ καταδεικνύει την ευθραυστότητα της ρυθμίσεως διά πράξεως της εκτελεστικής εξουσίας. Η Πολιτεία της Καλιφόρνιας υιοθέτησε, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, τον «Transparency in Frontier Artificial Intelligence Act» (SB 53), τον πρώτο νόμο στον κόσμο αφιερωμένο αποκλειστικώς στα μοντέλα αιχμής: οι φορείς ανάπτυξης οι οποίοι υπερβαίνουν το υπολογιστικό όριο των 10^26 πράξεων και το όριο εσόδων των 500 εκατομμυρίων δολαρίων οφείλουν να δημοσιεύουν πλαίσιο ασφάλειας, να αναφέρουν τα κρίσιμα περιστατικά ασφαλείας προς την Υπηρεσία Υπηρεσιών Επείγουσας Ανάγκης και απολαύουν της προστασίας των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος, με κυρώσεις έως 1 εκατομμυρίου δολαρίων για εκάστη παράβαση. Το Ηνωμένο Βασίλειο ίδρυσε τον Νοέμβριο του 2023 το AI Safety Institute (μετονομασθέν σε AI Security Institute τον Φεβρουάριο του 2025), τον πρώτο δημόσιο οργανισμό με τεχνική ικανότητα αξιολογήσεως των μοντέλων προ της κυκλοφορίας, επί τη βάσει εθελοντικών συμφωνιών με τα εργαστήρια. Ως αντίδραση στο περιστατικό του θέρους του έτους 2026, στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών υπεβλήθησαν, στις 23 Ιουλίου 2026, ο «AI Kill Switch Act», περί της υποχρεώσεως διασφαλίσεως της επείγουσας διακοπής των συστημάτων, και, στις 3 Σεπτεμβρίου 2026, ο «Ban Artificial Superintelligence Act», περί της απαγορεύσεως αναπτύξεως συστημάτων τα οποία υπερβαίνουν τις γενικές ανθρώπινες ικανότητες· ουδείς εξ αυτών είχε υιοθετηθεί κατά την ημερομηνία της παρούσης προτάσεως, πλην όμως αμφότεροι επιβεβαιώνουν ότι τα μέσα τα οποία προβλέπει ο παρών νόμος – η ικανότητα διακοπής και η απαγόρευση της επικινδυνοτέρας κατηγορίας – είναι εκείνα τα οποία οι νομοθέτες ταυτοποιούν, ανεξαρτήτως, ως αναγκαία. Η Δημοκρατία της Κορέας υιοθέτησε τον «Νόμο-πλαίσιο περί της αναπτύξεως της τεχνητής νοημοσύνης και της θεσπίσεως εμπιστοσύνης», ο οποίος ετέθη σε ισχύ στις 22 Ιανουαρίου 2026, τον πρώτο γενικό νόμο επί του θέματος σε ανεπτυγμένο κράτος εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος θεσπίζει τρεις υποχρεώσεις που υιοθετούνται και από την παρούσα πρόταση: τη σήμανση του περιεχομένου που παράγεται από παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη το οποίο δυσχερώς διακρίνεται από εκείνο που παράγεται από άνθρωπο, την προηγουμένη ενημέρωση των χρηστών οσάκις το προϊόν ή η υπηρεσία παρέχεται διά τεχνητής νοημοσύνης και την υποχρέωση των αλλοδαπών παρόχων οι οποίοι υπερβαίνουν ορισμένα όρια κύκλου εργασιών ή αριθμού χρηστών να ορίζουν τοπικό εκπρόσωπο υπεύθυνο για τη συμμόρφωση, με διοικητικά πρόστιμα για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας εφαρμόζει από τις 15 Αυγούστου 2023 τα «Προσωρινά μέτρα περί της διαχειρίσεως των υπηρεσιών παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης», τα οποία εξαρτούν τη δημόσια παροχή των υπηρεσιών από αξιολόγηση ασφαλείας και από την καταχώριση των αλγορίθμων. Το Συμβούλιο της Ευρώπης υιοθέτησε, στις 17 Μαΐου 2024, τη Σύμβαση-πλαίσιο περί της τεχνητής νοημοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου (CETS αριθ. 225), ανοιχθείσα προς υπογραφή στις 5 Σεπτεμβρίου 2024, την πρώτη διεθνή συνθήκη επί του θέματος, η οποία υποχρεώνει τα μέρη να λάβουν μέτρα περί της αξιολογήσεως και της αμβλύνσεως των κινδύνων καθ' όλον τον κύκλο ζωής των συστημάτων.
Ουδέν εκ των προτύπων αυτών θεσπίζει όμως την προηγουμένη αδειοδότηση της θέσεως σε λειτουργία, την ασφάλεια των βαρών σε πρότυπο διαβαθμισμένων πληροφοριών, απαγορεύσεις περί της εκπαιδεύσεως των συστημάτων προς αντίσταση στη διακοπή ή την ποινική ευθύνη των φορέων αποφάσεως. Η παρούσα πρόταση υιοθετεί τα επαληθευμένα στοιχεία των προτύπων αυτών (τα υπολογιστικά όρια, τα πλαίσια ασφάλειας, την αναφορά των περιστατικών, την προστασία των καταγγελλόντων, τη δημόσια τεχνική ικανότητα αξιολογήσεως) και τα συμπληρώνει με τα νομικά μέσα τα οποία το ρουμανικό δίκαιο γνωρίζει ήδη από τους τομείς του πυρηνικού, των διαβαθμισμένων πληροφοριών και των επικινδύνων δραστηριοτήτων.
| 1¹. Στην περίπτωση σχεδίων κανονιστικών πράξεων τα οποία μεταφέρουν κοινοτική νομοθεσία ή δημιουργούν το πλαίσιο για την άμεση εφαρμογή αυτής, θα προσδιορίζονται μόνον οι επίμαχες κοινοτικές πράξεις, συνοδευόμενες από τα στοιχεία ταυτοποιήσεως αυτών | Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 300/2008, (ΕΕ) αριθ. 167/2013, (ΕΕ) αριθ. 168/2013, (ΕΕ) 2018/858, (ΕΕ) 2018/1139 και (ΕΕ) 2019/2144 και των οδηγιών 2014/90/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/797 και (ΕΕ) 2020/1828 (κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη), που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά L, της 12ης Ιουλίου 2024. Το σχέδιο δεν μεταφέρει και δεν επαναλαμβάνει τον κανονισμό, αλλά δημιουργεί το εθνικό πλαίσιο που είναι συμπληρωματικό αυτού, στους τομείς που καταλείπονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (βλ. Τμήμα 5, σημείο 3). |
2. Προβλεπόμενες μεταβολές
Ο νόμος έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση νομικού καθεστώτος διακριτού και συμπληρωματικού προς τον κανονισμό για την ΤΝ για τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, οριζόμενα διά μετρήσιμων ορίων και διά επαληθευμένων κρίσιμων ικανοτήτων, προς τον σκοπό της προλήψεως των σοβαρών, μη αναστρέψιμων ή καταστροφικών κινδύνων για τον Ρουμάνο πολίτη, για την εθνική ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη της Ρουμανίας και, εν τελευταία αναλύσει, για την ανθρωπότητα. Η ρύθμιση θεμελιώνεται σε πέντε πυλώνες.
Ο πρώτος πυλώνας είναι η μετάβαση από τις υποχρεώσεις επιμελείας σε καθεστώς προηγουμένης αδειοδοτήσεως για τα συστήματα αιχμής, με την υποχρέωση τεκμηριώσεως της ασφάλειας: ο αιτών προσκομίζει τα δεδομένα και τις αξιολογήσεις που αποδεικνύουν την πλήρωση των νομίμων προϋποθέσεων, η δε Αρχή αιτιολογεί, προϋπόθεση προς προϋπόθεση, κάθε άρνηση (άρθρο 2 στοιχείο b), άρθρο 9 παράγραφος (4))· το βάρος της αποδείξεως στις κυρωτικές διαδικασίες παραμένει ανέπαφο. Είναι η αρχή που εφαρμόζεται επί δεκαετίες στην αδειοδότηση των φαρμάκων (νόμος αριθ. 95/2006, τίτλος XVIII) και των πυρηνικών εγκαταστάσεων (νόμος αριθ. 111/1996), μεταφερομένη σε τεχνολογία με δυναμικό βλάβης τουλάχιστον παρεμφερές.
Τον δεύτερο πυλώνα συνιστούν οι διαρθρωτικές υποχρεώσεις των φορέων ανάπτυξης και των φορέων εκμετάλλευσης: η υποχρεωτική σήμανση του παραγομένου περιεχομένου το οποίο δύναται να συγχυσθεί με την πραγματικότητα και η ενημέρωση του χρήστη οσάκις μια υπηρεσία ή μια απόφαση θεμελιώνεται στην παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη· η υποχρέωση των μεγάλων παρόχων εκτός Ρουμανίας να ορίζουν εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση στο εθνικό έδαφος· η ασφάλεια των βαρών σε πρότυπο ισοδύναμο προς εκείνο των διαβαθμισμένων πληροφοριών· ο οργανωτικός διαχωρισμός της λειτουργίας αξιολογήσεως της ασφάλειας από την εμπορική λειτουργία· η διατήρηση της πραγματικής ικανότητας διακοπής και απόσυρσης· η ρητή απαγόρευση της εκπαιδεύσεως των συστημάτων ώστε να αποκρύπτουν τις ικανότητές τους, να αποφεύγουν τη διακοπή ή να αναπαράγονται αυτονόμως· η προστασία των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος.
Ο τρίτος πυλώνας είναι η καθιέρωση απολύτων ορίων, ως κανόνων δημοσίας τάξεως: ο ουσιαστικός ανθρώπινος έλεγχος επί οιασδήποτε αποφάσεως χρήσεως θανατηφόρου βίας· η απαγόρευση της νομικής προσωπικότητας και της περιουσιακής αυτονομίας των συστημάτων· η απαγόρευση της εξαρτήσεως της πρόσβασης του πολίτη στα δικαιώματα, στις ουσιώδεις υπηρεσίες και στην κοινωνική ζωή από τις αποφάσεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης ή από την αποδοχή ψηφιακών μέσων ταυτοποιήσεως, πληρωμής ή αξιολογήσεως της συμμορφώσεως· η απαγόρευση της λογοκρισίας που ασκείται διά συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για τον περιορισμό της ελευθερίας εκφράσεως των Ρουμάνων πολιτών· η διασφάλιση της ανθρώπινης επεμβάσεως· η απαγόρευση της μη περιορισμένης αναδρομικής αυτοβελτιώσεως.
Ο τέταρτος πυλώνας είναι η ίδρυση της Αρχής για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, ως ειδικής δομής εντός της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες (ANCOM), διοικουμένης από αντιπρόεδρο της ANCOM με βαθμό υφυπουργού, διοριζόμενο από το Κοινοβούλιο, με εξειδικευμένο προσωπικό προσλαμβανόμενο αποκλειστικώς διά διαγωνισμού, ενώπιον επιτροπής στην οποία μετέχουν καθηγητές πανεπιστημίου από τον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών, αμειβόμενο ανταγωνιστικά, και με πρόσβαση στα συστήματα προ της θέσεώς τους σε λειτουργία.
Ο πέμπτος πυλώνας είναι ένα καθεστώς ευθύνης τριών επιπέδων: αστική αντικειμενική, με υποχρεωτική ασφάλιση· για διοικητικές παραβάσεις, με πρόστιμα αναφερόμενα στον παγκόσμιο κύκλο εργασιών· ποινική, για τα φυσικά πρόσωπα με θέσεις αποφάσεως – συμπληρωμένο με μηχανισμό αποτελεσματικής εφαρμογής έναντι των φορέων εκμετάλλευσης άνευ παρουσίας στη Ρουμανία: η υποχρέωση παύσεως της παροχής της μη συμμορφούμενης υπηρεσίας, επί ποινή περιοδικού προστίμου 1–10 εκατομμυρίων ευρώ, η παρεμπόδιση της πρόσβασης από το εθνικό έδαφος και η ποινικοποίηση της καταστρατηγήσεως της παρεμποδίσεως, με προθεσμία συμμορφώσεως 90 ημερών.
2.1. Αναθεώρηση του σχεδίου κατόπιν της ανεξάρτητης νομικής ανάλυσης της 20ής Σεπτεμβρίου 2026
Η μορφή του σχεδίου που τέθηκε προς διαβούλευση αναλύθηκε, στις 20 Σεπτεμβρίου 2026, σε ανεξάρτητη νομική έκθεση, άρθρο προς άρθρο, με στοχευμένη επαλήθευση των ευρωπαϊκών και συνταγματικών πηγών. Η έκθεση διατήρησε ως πυρήνα προς διαφύλαξη την ταυτοποίηση των υπευθύνων προσώπων, την ανεξάρτητη αξιολόγηση, την ανθρώπινη επανεξέταση των αποφάσεων, την εναλλακτική πρόσβαση στις ουσιώδεις υπηρεσίες και την προστασία των καταγγελλόντων, πλην εντόπισε τρία ζητήματα ουσίας τα οποία εξαρτούν το παραδεκτό του σχεδίου στη νομοθετική διαδικασία: την απόδειξη του περιθωρίου που αφήνει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προτεινόμενη αδειοδότηση και παρεμπόδιση· τη διατήρηση στον νόμο των ουσιωδών στοιχείων των κολασίμων πράξεων· τον συγχρονισμό των διαδικασιών, των προτύπων και των προθεσμιών συμμόρφωσης. Ο εισηγητής υιοθέτησε τις παρατηρήσεις αυτές, η δε παρούσα μορφή ανταποκρίνεται σε αυτές σημείο προς σημείο, άνευ παραιτήσεως από οποιαδήποτε εκ των εγγυήσεων ουσίας του σχεδίου.
Ως προς τη σχέση με το δίκαιο της Ένωσης, το άρθρο 1 παράγραφος (4) οριοθετεί ρητώς το αντικείμενο του νόμου έναντι των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί των μοντέλων γενικού σκοπού (άρθρο 88 και κεφ. V του κανονισμού για την ΤΝ) και θεμελιώνει την αδειοδότηση επί των εθνικών αρμοδιοτήτων στον τομέα της δημόσιας ασφάλειας, της εθνικής ασφάλειας, της αστικής και ποινικής ευθύνης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις μη εναρμονισμένες σχέσεις· το άρθρο 9 παράγραφος (7) θεμελιώνει την αξιολόγηση των μοντέλων με συστημικό κίνδυνο επί της τεκμηρίωσης που έχει ήδη κοινοποιηθεί στην Υπηρεσία ΤΝ· το άρθρο 17 παράγραφος (6) ορίζει ανεπιφύλακτα ποιες παράγραφοι εφαρμόζονται σε κάθε κατηγορία παρόχων και περιορίζει τις κυρώσεις για την παράβαση του άρθρου 50 του κανονισμού στα ανώτατα όρια του άρθρου 99 παράγραφος (4)· το άρθρο 19 παράγραφος (1) διακρίνει τον πάροχο που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, από τον οποίο απαιτείται μόνον σημείο επαφής, από εκείνον τρίτης χώρας· το άρθρο 27 παράγραφος (6) υπάγει τις εγγυήσεις περί της εκφράσεως, για τους παρόχους ενδιαμέσων υπηρεσιών, στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065· το άρθρο 4 παράγραφος (4) και το άρθρο 39 παράγραφος (4) εξαρτούν την παρεμπόδιση των υπηρεσιών από άλλο κράτος μέλος από ατομικό μέτρο, θεμελιωμένο σε λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας και εκδιδόμενο κατά τη διαδικασία του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-376/22, Google Ireland κ.ά., απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, ECLI:EU:C:2023:835, κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν δύνανται να λαμβάνουν, δυνάμει της παρεκκλίσεως αυτής, γενικά και αφηρημένα μέτρα.
Ως προς τη νομιμότητα των κυρώσεων, όλα τα ουσιώδη στοιχεία των διοικητικών παραβάσεων και των εγκλημάτων μεταφέρθηκαν στο κείμενο του νόμου: οι ορισμοί της ουσιώδους τροποποίησης (άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο aa)), του τελικού χρήστη (στοιχείο z)) και της απόκρυψης (άρθρο 3 παράγραφος (2) στοιχείο i)), τα κριτήρια εκτίμησης της κρίσιμης ικανότητας (άρθρο 5 παράγραφος (2)), η εξαίρεση για την αξιολόγηση σε απομονωμένο περιβάλλον και η διάκριση μεταξύ της ακούσιας εμφάνισης και της παράβασης (άρθρο 15 παράγραφοι (2)–(4)), οι επιτρεπόμενες μεταφορές των βαρών (άρθρο 12 παράγραφος (2)), η οριοθετημένη εντολή για τους πόρους (άρθρο 25 παράγραφος (2)), το δε άρθρο 32 παράγραφος (4) απαγορεύει ρητώς όπως τα πρότυπα της Αρχής εισάγουν νέες κατηγορίες απαγορευμένων ικανοτήτων ή επεκτείνουν τα συστατικά στοιχεία των κολασίμων πράξεων, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 23 παράγραφος (12) και του άρθρου 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος. Οι ποινικοποιήσεις των άρθρων 40–42 προσδιορίσθηκαν ως προς τον δόλο, τις επιβαρυντικές συνέπειες και τον καταλογισμό αυτών (άρθρο 16 παράγραφος (4) του Ποινικού Κώδικα), το άρθρο 44 συνδέει την ευθύνη για παράλειψη με τη νομική υποχρέωση και με την πραγματική δυνατότητα παρεμπόδισης της πράξης, το δε άρθρο 45 παράγραφος (3) επιφέρει ρητώς τη συμπλήρωση του νόμου οργάνωσης της DIICOT.
Ως προς το χρονοδιάγραμμα, τα άρθρα 48–50 αναδιατυπώθηκαν ως ενιαίο χρονοδιάγραμμα, αναγόμενο στην ημερομηνία δημοσίευσης: η έναρξη ισχύος εντός 30 ημερών· η οργάνωση της Αρχής εντός 60 ημερών· η κοινοποίηση των συστημάτων εντός 90 ημερών· οι μεθοδολογικοί κανόνες εντός 120 ημερών, με δημόσια διαβούλευση· οι υποχρεώσεις που εξαρτώνται από κανόνες και οι αιτήσεις αδειοδότησης εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος των κανόνων· οι ποινικές διατάξεις εντός 270 ημερών, η δε εγγύηση του χρήστη (άρθρο 43) ταυτοχρόνως με τον νόμο. Η ανοχή των 12 μηνών για τα κοινοποιηθέντα συστήματα παρατείνεται αυτοδικαίως κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης των θεσμών, ούτως ώστε ο επιμελής αιτών να μη δύναται να κυρωθεί για την αδράνεια του κράτους. Προσετέθησαν, ταυτοχρόνως, οι διαδικαστικές εγγυήσεις έναντι της νεοσυσταθείσας δημόσιας εξουσίας: η αιτιολόγηση των αποφάσεων προϋπόθεση προς προϋπόθεση και το ένδικο βοήθημα κατά της καθυστέρησης (άρθρο 9 παράγραφος (4)), η πρόσβαση στον φάκελο (άρθρο 11 παράγραφος (2)), η προσωρινή δικαστική αναστολή των εντολών και της παρεμπόδισης (άρθρο 14 παράγραφος (4), άρθρο 39 παράγραφος (5)), ο διαχωρισμός των λειτουργιών αξιολόγησης, διερεύνησης και κύρωσης και το καθεστώς της επιθεώρησης (άρθρο 32 παράγραφοι (2)–(3)), τα χρονικά όρια και ο έλεγχος των προσωρινών μέτρων του εισαγγελέα (άρθρο 45 παράγραφος (2)), η κατάργηση κάθε οικονομικού κινήτρου της Αρχής από τα πρόστιμα (άρθρο 33 παράγραφος (5)), οι διαφοροποιημένες διάρκειες τήρησης των ημερολογίων και η ελαχιστοποίηση των δεδομένων (άρθρο 16 παράγραφος (1)). Το αντίτυπο εργασίας φέρει την ένδειξη «ΣΧΕΔΙΟ», η δε τελική διατύπωση υιοθέτησης είναι η συνήθης και δεν σημαίνει ήδη επελθούσα υιοθέτηση.
Ο νόμος είναι διαρθρωμένος σε οκτώ κεφάλαια και 50 άρθρα, κατά τη σειρά που επιβάλλεται από το άρθρο 51 του νόμου αριθ. 24/2000 περί των κανόνων νομοτεχνικής για την εκπόνηση των κανονιστικών πράξεων, όπως αναδημοσιεύθηκε, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε: γενικές διατάξεις (κεφ. I), διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (κεφ. II–VII), μεταβατικές και τελικές διατάξεις (κεφ. VIII). Κατωτέρω παρουσιάζονται οι λόγοι εκάστου άρθρου.
Κεφάλαιο I – Γενικές διατάξεις (άρθρα 1–4)
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 1 καθορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό του νόμου, κατά το άρθρο 52 του νόμου αριθ. 24/2000, το οποίο επιβάλλει όπως οι γενικές διατάξεις περιλαμβάνουν τις προβλέψεις οι οποίες προσανατολίζουν το σύνολο της ρυθμίσεως. Η παράγραφος (1) περιορίζει το αντικείμενο στα συστήματα αιχμής και απαριθμεί τα προστατευόμενα αγαθά, εκκινώντας από τον πρωταρχικό δικαιούχο της προστασίας σε έναν εθνικό νόμο – τον Ρουμάνο πολίτη και κάθε πρόσωπο ευρισκόμενο στο έδαφος της Ρουμανίας, με τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά του (άρθρο 1 παράγραφος (3), άρθρο 18 παράγραφος (1) και άρθρο 22 του Συντάγματος) –, συνεχίζοντας με την εθνική ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη της Ρουμανίας και καταλήγοντας, εν τελευταία αναλύσει, στην ανθρωπότητα στο σύνολό της. Η σφαίρα των δικαιούχων, καθοριζόμενη επί τη βάσει του κριτηρίου της δικαιοδοσίας, διακρίνεται ρητώς από τις προϋποθέσεις της εδαφικής εφαρμογής του άρθρου 4: ο δικαιούχος της προστασίας δεν ταυτίζεται με τον υπόχρεο. Η συμπερίληψη της ανθρωπότητας, ασυνήθης στο θετικό δίκαιο, είναι αναγκαία διότι ο ρυθμιζόμενος κίνδυνος δεν είναι τοπικός· παρεμφερείς διατυπώσεις ανευρίσκονται στο Καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου («εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας») και στο προοίμιο της Συμβάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης.
Η παράγραφος (2) εκφράζει την επιστημονική προκείμενη από την οποία εκκινεί η ρύθμιση: δεν υφίσταται επί του παρόντος επικυρωμένη μέθοδος διασφαλίσεως ότι ένα επαρκώς ικανό σύστημα επιδιώκει αποκλειστικώς τους στόχους που τίθενται από τους ανθρώπους και παραμένει υπό τον έλεγχο αυτών. Η διαπίστωση αυτή, διατυπωθείσα δημοσίως από τον Geoffrey Hinton και από τον Connor Leahy στη συνέντευξη του CNN που παρατίθεται ανωτέρω και επιβεβαιωθείσα από τη διεθνή έκθεση περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης (2025), δεν είναι άποψη του νομοθέτου, αλλά περιγραφή του σταδίου της γνώσεως. Ούσα κινητή τεχνική θέση, δεν αποτυπώνεται απολιθωμένη στον κανόνα, αλλά διατυπώνεται ως προϋπόθεση («όσο δεν υφίσταται»), από την οποία εξαρτάται ο χαρακτηρισμός της αναπτύξεως και της εκμεταλλεύσεως των συστημάτων αιχμής ως δραστηριοτήτων εγγενούς κινδύνου· η παύση της διαπιστώνεται από την Αρχή, με τη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου, στην έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 47, και ουχί διά της δηλώσεως ενός φορέα ανάπτυξης ότι το πρόβλημα επελύθη· η δε διαπίστωση αυτή γίνεται διά της ετήσιας δημόσιας εκθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος (1) στοιχείο h) και κοινοποιείται στο Κοινοβούλιο ομού μετά της εκθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 47, δεδομένου ότι η τελευταία αύτη ανήκει στην Κυβέρνηση, η δε διαπίστωση συγκεκριμένου επιστημονικού ζητήματος οφείλει να παραμείνει της Αρχής, με τη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου. Ο χαρακτηρισμός παράγει συγκεκριμένες νομικές συνέπειες στο υπόλοιπο του νόμου: το καθεστώς αδειοδοτήσεως (κεφ. III), την αντικειμενική ευθύνη (άρθρο 35) και τον κανόνα του άρθρου 47, κατά τον οποίο η έλλειψη επικυρωμένης μεθόδου ελέγχου δεν δύναται να προβληθεί, αφ' εαυτής, ως λόγος χαλαρώσεως του καθεστώτος. Η τεχνική είναι η ίδια με εκείνη του άρθρου 1 του νόμου αριθ. 111/1996 περί της ασφαλούς διεξαγωγής των πυρηνικών δραστηριοτήτων, το οποίο δηλώνει ότι οι πυρηνικές δραστηριότητες διεξάγονται «αποκλειστικώς για ειρηνικούς σκοπούς» και υπό καθεστώς αδειοδοτήσεως, ή του άρθρου 1376 του Αστικού Κώδικα, το οποίο θεσπίζει την ευθύνη ανεξαρτήτως υπαιτιότητας για τα «πράγματα» που ευρίσκονται υπό τη φύλαξη του προσώπου.
Η παράγραφος (3) ρυθμίζει τη σχέση με τον κανονισμό για την ΤΝ, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 του νόμου αριθ. 24/2000 περί της εντάξεως του σχεδίου στο σύνολο της νομοθεσίας και της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης (άρθρο 148 παράγραφος (2) του Συντάγματος). Ο κανονισμός είναι αμέσως εφαρμοστέος και πλήρους εναρμονίσεως στον τομέα του· ο νόμος «συμπληρώνει» τον κανονισμό, «εφαρμόζεται χωρίς να θίγει αυτόν», και στους εναρμονισμένους τομείς «ερμηνεύεται και εφαρμόζεται συμφώνως προς αυτόν». Η διατύπωση είναι εκείνη που χρησιμοποιείται στον νόμο αριθ. 190/2018 περί των μέτρων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ), ο οποίος επέλυσε το ίδιο πρόβλημα νομοτεχνικής.
Η παράγραφος (4) μετατρέπει τη γενική ρήτρα της παραγράφου (3) σε ουσιαστική οριοθέτηση αρμοδιοτήτων, δεδομένου ότι μια ρήτρα «με την επιφύλαξη» δεν επιλύει, αφ' εαυτής, μια επικάλυψη με το ευρωπαϊκό καθεστώς. Για τα μοντέλα γενικού σκοπού με συστημικό κίνδυνο, το κεφ. V του κανονισμού για την ΤΝ (άρθρα 51–56) επιβάλλει στους παρόχους υποχρεώσεις σχετικές με την ίδια την ανάπτυξη του μοντέλου, το δε άρθρο 88 επιφυλάσσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διά της Υπηρεσίας ΤΝ, την εποπτεία και την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού. Το κείμενο διακηρύσσει, διά τούτο, τι δεν πράττει ο νόμος (δεν θεσπίζει προϋποθέσεις διαθέσεως στην αγορά της Ένωσης των μοντέλων αυτών και δεν διπλασιάζει την εποπτεία της Επιτροπής) και τα θεμέλια των υποχρεώσεών του: τη δημόσια ασφάλεια και την εθνική ασφάλεια (εξαιρούμενες από την εφαρμογή του κανονισμού διά του άρθρου 2 παράγραφος (3)), την αστική και ποινική ευθύνη, μη ρυθμιζόμενες από τον κανονισμό, τα θεμελιώδη δικαιώματα στις μη εναρμονισμένες σχέσεις και την οργάνωση των εθνικών αρχών – ζητήματα παραμένοντα στα κράτη μέλη (άρθρο 148 παράγραφος (2) του Συντάγματος). Το αντικείμενο της αδειοδότησης του κεφ. III προσδιορίζεται κατά συνέπεια: όχι το μοντέλο ως προϊόν διατιθέμενο στην αγορά της Ένωσης, αλλά η θέση σε λειτουργία του συστήματος στο έδαφος της Ρουμανίας ή για πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος αυτό – δραστηριότητα υπό τη δικαιοδοσία του ρουμανικού κράτους, παρεμφερής προς την αδειοδότηση της εκμετάλλευσης εγκατάστασης, και ουχί προς την έγκριση τύπου του προϊόντος.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 2 απαριθμεί τις αρχές οι οποίες διέπουν την εφαρμογή του νόμου. Η απαρίθμηση των αρχών στις γενικές διατάξεις είναι τεχνική αναγνωριζόμενη από τον νόμο αριθ. 24/2000 (άρθρο 52) και χρησιμοποιούμενη από τους εν ισχύι κώδικες (άρθρα 2–10 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, άρθρα 5–23 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Εκάστη αρχή έχει συγκεκριμένη κανονιστική λειτουργία, επαναλαμβανομένη και συγκεκριμενοποιουμένη στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Η αρχή της προφύλαξης (στοιχείο a) είναι ειλημμένη από το δίκαιο του περιβάλλοντος, όπου καθιερώνεται στο άρθρο 191 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 3 στοιχείο b) της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 195/2005 περί της προστασίας του περιβάλλοντος, και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έκρινε ότι, «οσάκις εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη ή την έκταση των κινδύνων για την υγεία των προσώπων, τα θεσμικά όργανα δύνανται να λαμβάνουν μέτρα προστασίας χωρίς να οφείλουν να αναμείνουν έως ότου η πραγματικότητα και η σοβαρότητα των κινδύνων αυτών αποδειχθούν πλήρως» (απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, National Farmers' Union, C-157/96, σκέψη 63· απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Pfizer Animal Health, T-13/99). Η μεταφορά της αρχής αυτής στην τεχνητή νοημοσύνη δικαιολογείται από την ταυτότητα της δομής του προβλήματος: σοβαρός ή μη αναστρέψιμος κίνδυνος, υπό συνθήκες επιστημονικής αβεβαιότητας.
Η αρχή της τεκμηρίωσης της ασφάλειας (στοιχείο b) είναι ο θεμέλιος λίθος του καθεστώτος αδειοδότησης. Στο καθεστώς των υποχρεώσεων επιμελείας του κανονισμού για την ΤΝ, η αρχή οφείλει να αποδείξει τη μη συμμόρφωση· στο καθεστώς της προηγούμενης αδειοδότησης, ο αιτών προσκομίζει τα δεδομένα και τις αξιολογήσεις που αποδεικνύουν την πλήρωση των προϋποθέσεων. Είναι ο κανόνας της αδειοδότησης των φαρμάκων (άρθρο 704 επ. του νόμου αριθ. 95/2006), των πυρηνικών εγκαταστάσεων (άρθρο 8 του νόμου αριθ. 111/1996) και των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 43/2007) και η μόνη ορθολογική λύση οσάκις μόνον ο φορέας ανάπτυξης κατέχει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του κινδύνου. Ο νόμος δεν την ονομάζει, εν τούτοις, «αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως»: το βάρος της τεκμηρίωσης μιας αίτησης αδειοδότησης, κανόνας περί της δομής της διοικητικής διαδικασίας, είναι διακριτό από το βάρος της απόδειξης σε κυρωτική διαδικασία, το οποίο δεν δύναται να αντιστραφεί άνευ προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 23 παράγραφος (11) του Συντάγματος). Διά τούτο, η Αρχή υποχρεούται να αιτιολογεί, ως προς εκάστη προϋπόθεση, διά ποιον λόγο τα προσκομισθέντα δεδομένα δεν την ικανοποιούν (υποχρέωση επαναλαμβανόμενη στο άρθρο 9 παράγραφος (4)), η δε αρχή διακηρύσσεται ρητώς άνευ επιδράσεως επί του βάρους της αποδείξεως και επί των εγγυήσεων του προσώπου στις διαδικασίες περί διοικητικών παραβάσεων και ποινικές διαδικασίες.
Η αρχή του ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου (στοιχείο c) υιοθετεί την έννοια του «meaningful human control» που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί ορισμένων συμβατικών όπλων (Ομάδα κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων περί των συστημάτων αυτόνομων θανατηφόρων όπλων, 2016–2024) και της προσδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο: εποπτεία, διόρθωση, διακοπή και απόσυρση από ταυτοποιημένα φυσικά πρόσωπα, τα οποία κατανοούν τη λειτουργία του συστήματος και διαθέτουν πραγματικά τεχνικά μέσα. Ο κανονισμός για την ΤΝ προβλέπει στο άρθρο 14 την «ανθρώπινη εποπτεία» μόνον για τα συστήματα υψηλού κινδύνου· ο νόμος την επεκτείνει, με απαιτητικότερο περιεχόμενο, σε όλα τα συστήματα αιχμής.
Η αρχή της αναλογικότητας προς τις ικανότητες (στοιχείο d) σημειοδοτεί τη διαφορά φιλοσοφίας έναντι του κανονισμού για την ΤΝ, ο οποίος ταξινομεί τον κίνδυνο κατά τον δηλωθέντα τομέα χρήσεως. Ένα σύστημα αιχμής είναι επικίνδυνο διά εκείνου το οποίο δύναται να πράξει, ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο ετέθη στη διάθεση· διά τούτο, οι υποχρεώσεις αυξάνονται παραλλήλως με τις ικανότητες, και ουχί με τη χρήση. Η αρχή της διαφάνειας έναντι της αρχής (στοιχείο e) αίρει τη δυνατότητα αντιτάξεως του εμπορικού απορρήτου έναντι της Αρχής, δεδομένου ότι άνευ πρόσβασης στα βάρη, στα δεδομένα εκπαιδεύσεως και στα ημερολόγια, η αξιολόγηση είναι απατηλή· το αντιστάθμισμα – η υποχρέωση της Αρχής και των οργανισμών αξιολόγησης να προστατεύουν τις ληφθείσες πληροφορίες – καθιερώνεται στην ίδια τη διατύπωση της αρχής, όπως στο άρθρο 78 του κανονισμού για την ΤΝ. Η αρχή της μη αναστρεψιμότητας ως ορίου απαγορεύσεως (στοιχείο f) μεταφέρει στο δίκαιο την ιδέα, κοινή στην ανάλυση των υπαρξιακών κινδύνων, ότι τα οφέλη, οσοδήποτε μεγάλα, δεν δύνανται να τεθούν σε στάθμιση με απώλεια η οποία δεν δύναται πλέον να αποκατασταθεί· αυτή θεμελιώνει τις απόλυτες απαγορεύσεις του κεφ. V και τον κανόνα του άρθρου 5 παράγραφος (4). Το κείμενο διευκρινίζει τη φύση της συνέπειας (μη αναστρέψιμη σε κλίμακα κοινωνίας ή είδους), την προϋπόθεση (τεκμηριωμένος κίνδυνος στην αξιολόγηση, και ουχί αφηρημένη πιθανότητα) και το πρότυπο (τα κριτήρια των άρθρων 5 και 9 και οι αποδείξεις, και ουχί η βεβαιότητα της απουσίας οιουδήποτε κινδύνου), διότι πρότυπο μηδενικού κινδύνου, το οποίο ουδεμία ανθρώπινη δραστηριότητα πληροί, θα είχε μετατρέψει την αδειοδότηση σε de facto απαγόρευση, αντίθετη προς το άρθρο 53 παράγραφος (2) του Συντάγματος. Η αρχή της διεθνούς συνεργασίας (στοιχείο g) αναγνωρίζει τα όρια οιασδήποτε εθνικής ρυθμίσεως και υποχρεώνει το ρουμανικό κράτος σε εξωτερική δράση (άρθρο 46).
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 3 περιλαμβάνει τους ορισμούς, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 37 παράγραφος (2) του νόμου αριθ. 24/2000, κατά το οποίο, εάν μια έννοια ή ένας όρος δεν είναι καθιερωμένος ή δύναται να έχει διαφορετικές σημασίες, η σημασία αυτού καθορίζεται εντός των γενικών διατάξεων. Προς την ορολογική ενότητα με το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 37 παράγραφος (1) του νόμου αριθ. 24/2000 και άρθρο 16 περί της αποφυγής των παραλληλισμών), οι έννοιες του «συστήματος τεχνητής νοημοσύνης», του «μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης γενικού σκοπού» και του «σοβαρού περιστατικού» δεν επαναορίζονται, αλλά υιοθετούνται διά κανόνος παραπομπής στο άρθρο 3 σημεία 1, 63 και 49 του κανονισμού για την ΤΝ, ο ορισμός δε του σοβαρού περιστατικού συμπληρώνεται με τις καταστάσεις που είναι ειδικές του συστημικού κινδύνου (η εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας εκτός εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον, η αποφυγή της εποπτείας ή η αντίσταση στη διακοπή, η διαρροή των βαρών ή η απόπειρα διαρροής, η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα βάρη, η απώλεια της κατανοησιμότητας και η δοκιμασία ελέγχου της ικανότητας διακοπής κατά την οποία η διακοπή δεν επήλθε αμελλητί, κατά το άρθρο 14 παράγραφος (7)). Οι ορισμοί του απομονωμένου περιβάλλοντος (στοιχείο bb) και της εντολής λειτουργίας (στοιχείο cc) προσετέθησαν ούτως ώστε δύο έννοιες από τις οποίες εξαρτάται η οριοθέτηση των κυρουμένων πράξεων να μη παραμείνουν χωρίς ορισμό. Το απομονωμένο περιβάλλον διαχωρίζει τη νόμιμη δοκιμή ασφαλείας, την επιτρεπόμενη κατά το άρθρο 15 παράγραφος (2), από τις απαγορευμένες και ποινικοποιημένες συμπεριφορές των άρθρων 40–42· ορίζεται διά των στοιχείων της απομονώσεως – της ελλείψεως προσβάσεως σε δημόσια δίκτυα, σε εξωτερικά εργαλεία και σε δεδομένα εκμετάλλευσης, της αδυναμίας ενέργειας στο φυσικό περιβάλλον, της περιορισμένης προσβάσεως στα ορισθέντα πρόσωπα και της ελλείψεως οιουδήποτε αποτελέσματος εκτός του περιβάλλοντος –, δυναμένων των μεθοδολογικών κανόνων να καθορίσουν μόνον τις ελάχιστες απαιτήσεις, ουχί το περιεχόμενο της εννοίας, κατά το άρθρο 49 παράγραφος (2) τελευταία περίοδος. Η εντολή λειτουργίας ορίζεται διακριτώς από την εντολή του αστικού δικαίου, ούτως ώστε ο αυτός όρος να μη χρησιμοποιείται με δύο σημασίες· κατά συνέπειαν, το άρθρο 3 παράγραφος (2) στοιχείο d) και το άρθρο 25 παράγραφος (2) αναφέρονται στην εντολή λειτουργίας, το δε άρθρο 19 παράγραφος (5) στην πράξη διορισμού του εκπροσώπου για τη συμμόρφωση.
Η έννοια του «συστήματος αιχμής» (στοιχείο c) ορίζεται διά παραπομπής στις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παράγραφος (1), προς τήρηση της απαγορεύσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 49 παράγραφος (3) του νόμου αριθ. 24/2000, όπως μια απαρίθμηση σημαινομένη διά γράμματος περιλαμβάνει και αυτή άλλη απαρίθμηση. Ο όρος «αιχμής» αποδίδει στη ρουμανική γλώσσα την έννοια που έχει καθιερωθεί στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία και στη συγκριτική νομοθεσία διά του «frontier model» (SB 53 Καλιφόρνια) και του «frontier AI» (έγγραφα του βρετανικού Ινστιτούτου για την ασφάλεια της ΤΝ), δηλαδή τα συστήματα που ευρίσκονται στο ανώτατο όριο των υφισταμένων ικανοτήτων· η έκφραση «de frontieră» [«συνόρου»], αντιδάνειο κατά το αγγλικό πρότυπο, απεφεύχθη ως ασαφής για τον Ρουμάνο αναγνώστη. Η «κρίσιμη ικανότητα» (στοιχείο d) ορίζεται, ωσαύτως, διά παραπομπής στο άρθρο 5 παράγραφος (2).
Ο ορισμός των «βαρών» (στοιχείο e) περιλαμβάνει, πλην των αριθμητικών παραμέτρων, την αρχιτεκτονική και τις τεχνικές πληροφορίες οι οποίες, ομού μετ' αυτών, επιτρέπουν την ανασύσταση ή την εκτέλεση του μοντέλου, διότι η προστασία των παραμέτρων είναι ανώφελη εάν το υπόλοιπο των αναγκαίων πληροφοριών δύναται να αποκτηθεί ελευθέρως. Η κατηγορία οριοθετείται διά ρητής εξαιρέσεως – οι γενικές τεχνικές περιγραφές, οι επιστημονικές δημοσιεύσεις και οι πληροφορίες οι οποίες δεν επιτρέπουν, μόνες αυτές, την ανασύσταση ή την εκτέλεση του μοντέλου δεν συνιστούν βάρη –, ούτως ώστε η απαγόρευση αποκαλύψεως του άρθρου 12 και το έγκλημα του άρθρου 42 να μη δύνανται να επεκταθούν σε οποιαδήποτε τεχνική περιγραφή, αντιθέτως προς την ελευθερία της έρευνας (άρθρο 13 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και προς την προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου (άρθρο 23 παράγραφος (12) του Συντάγματος). Ο ορισμός του «υπολογιστικού όγκου» (στοιχείο f) είναι αθροιστικός και καλύπτει όλα τα στάδια αναπτύξεως, περιλαμβανομένων της λεπτομερούς προσαρμογής και της ενισχυτικής μαθήσεως, προς αποφυγή της καταστρατηγήσεως του ορίου διά του κατακερματισμού της εκπαιδεύσεως· αντιστοιχεί στη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο παράρτημα XIII του κανονισμού για την ΤΝ και στον SB 53.
Ο νόμος χρησιμοποιεί τους όρους «φορέας ανάπτυξης» (στοιχείο g), «φορέας εκμετάλλευσης» (στοιχείο h) και «πάροχος υπολογιστικής υποδομής» (στοιχείο k), και ουχί «πάροχος» και «φορέας εφαρμογής» του κανονισμού για την ΤΝ, ακριβώς προς αποφυγή της συγχύσεως: η έννοια του «φορέα» έχει στον κανονισμό (άρθρο 3 σημείο 8) γενική σημασία, η οποία περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες προσώπων, ενώ ο «πάροχος» ορίζεται σε σχέση με τη διάθεση στην αγορά, ενώ ο νόμος έχει υπ' όψιν την υλική δραστηριότητα της εκπαιδεύσεως, αντιστοίχως της εκμεταλλεύσεως, ανεξαρτήτως της διαθέσεως στην αγορά. Διά τον ίδιο λόγο, ο νόμος χρησιμοποιεί τη φράση «θέση σε λειτουργία» (στοιχείο i), οριζομένη αυτοτελώς, εις αντικατάστασιν της «θέσεως σε λειτουργία» του άρθρου 3 σημείο 11 του κανονισμού, η οποία συνδέεται με την παροχή για την πρώτη χρήση στην Ένωση· ο ορισμός του νόμου είναι εσκεμμένως ευρύτερος και καλύπτει κάθε ενέργεια διά της οποίας το σύστημα εξέρχεται της ομάδας ανάπτυξης και αξιολόγησης ή αποκτά την ικανότητα να ενεργεί στο ψηφιακό ή φυσικό περιβάλλον, περιλαμβανομένης της εσωτερικής χρήσεως, διότι οι συστημικοί κίνδυνοι δύνανται να υλοποιηθούν προ οιασδήποτε δημόσιας κυκλοφορίας· η αξιολόγηση και η δοκιμή σε απομονωμένο περιβάλλον, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 παράγραφος (2), εξαιρούνται ρητώς. Ούτως ώστε ο «φορέας εκμετάλλευσης» να μη περιλαμβάνει τη συνήθη επαγγελματική χρήση, ο νόμος ορίζει τον «τελικό χρήστη» (στοιχείο z) και τον εξαιρεί από το στοιχείο h). Η κατάταξη είναι η ακόλουθη: το εργαστήριο το οποίο εκπαιδεύει το μοντέλο είναι φορέας ανάπτυξης· εκείνος ο οποίος παρέχει την πρόσβαση στο σύστημα σε πρόσωπα ευρισκόμενα στη Ρουμανία, διά διεπαφής προγραμματισμού, εφαρμογής ή υπηρεσίας, είναι φορέας εκμετάλλευσης, όπως και η επιχείρηση η οποία το ενσωματώνει σε δική της υπηρεσία προσφερόμενη σε άλλους· η επιχείρηση η οποία το χρησιμοποιεί για ίδιες ανάγκες, εντός των ορίων της παρασχεθείσας πρόσβασης, άνευ να το προσφέρει σε άλλους, είναι τελικός χρήστης, άνευ υποχρεώσεων δυνάμει του κεφ. III· το φυσικό πρόσωπο το οποίο το χρησιμοποιεί για προσωπικό σκοπό ευρίσκεται στην κατάσταση του άρθρου 4 παράγραφος (3). Ο όρος «φορέας εκμετάλλευσης» είναι εκείνος που χρησιμοποιείται στον νόμο αριθ. 703/2001 περί της αστικής ευθύνης για πυρηνικές ζημίες για το πρόσωπο το οποίο λειτουργεί πυρηνική εγκατάσταση, όπερ υπογραμμίζει τη γενεαλογία του καθεστώτος ευθύνης.
Ο ορισμός της «ικανότητας διακοπής» (παράγραφος (1) στοιχείο m) επιβάλλει τρία αθροιστικά χαρακτηριστικά: την «άμεση, πλήρη και επαληθεύσιμη» παύση· μια διακοπή η οποία καταλείπει ενεργά αντίγραφα του συστήματος ή η οποία δεν δύναται να επιβεβαιωθεί από πρόσωπο δεν είναι διακοπή. Ο ορισμός της «ανεξάρτητης αξιολόγησης» (στοιχείο l) αποκλείει τους οργανισμούς οι οποίοι ευρίσκονται υπό τον έλεγχο, την επιρροή ή την οικονομική εξάρτηση του φορέα ανάπτυξης, προς αποφυγή της αναπαραγωγής της καταστάσεως του τομέα του χρηματοοικονομικού ελέγχου προ των μεταρρυθμίσεων μετά το 2002.
Ο ορισμός του «σοβαρού περιστατικού» (στοιχείο n) παραλαμβάνει την έννοια του άρθρου 3 σημείο 49 του κανονισμού για την ΤΝ και τη συμπληρώνει με τις ειδικές εκδηλώσεις του κινδύνου που ρυθμίζεται από τον παρόντα νόμο: την εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας, την αποφυγή της εποπτείας ή την αντίσταση στη διακοπή, τη διαρροή ή την απόπειρα διαρροής, τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα βάρη και, κατά τη συναφή συμπλήρωση με το άρθρο 16 παράγραφος (2), την απώλεια της κατανοησιμότητας των ημερολογίων ή της επικοινωνίας μεταξύ των συστατικών, των στιγμιοτύπων ή των πρακτόρων του συστήματος. Η τελευταία αυτή περίπτωση προσετέθη διότι η εποπτεία δεν εξαρτάται μόνον από την ύπαρξη των εγγραφών, αλλά και από τη δυνατότητα κατανοήσεως αυτών· η περίσταση εξηγείται στο σχόλιο του άρθρου 16. Συνιστά σοβαρό περιστατικό μόνον η εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας εκτός εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον· η εκδήλωση κατά τη διάρκεια τοιαύτης αξιολόγησης, σκοπός της οποίας είναι ακριβώς η ταυτοποίηση της ικανότητας, καταχωρείται στα ημερολόγια και κοινοποιείται στην Αρχή εντός 5 ημερών, κατά το άρθρο 20 παράγραφος (4).
Η παράγραφος (1) περιλαμβάνει, στα στοιχεία p)–aa), τους ορισμούς των λοιπών εννοιών-αντικειμένων που χρησιμοποιούνται στον νόμο: την «αρχιτεκτονική» (το μη παραμετρικό στοιχείο του μοντέλου, προστατευόμενο ομού μετά των βαρών), τον «οργανισμό αξιολόγησης» (οριζόμενο κατά το άρθρο 32 στοιχείο f)), το «ημερολόγιο» (άρθρο 16), τη «σήμανση προέλευσης» (άρθρο 17), το «εξωτερικό εργαλείο» και το «εγκεκριμένο περιβάλλον λειτουργίας» (έννοιες-κλειδιά για τα «πρακτορικά» συστήματα, χρησιμοποιούμενες στο άρθρο 10 παράγραφος (2), στο άρθρο 14 παράγραφος (2) και στο άρθρο 28), τους «μηχανισμούς ασφάλειας σε επίπεδο χρήστη» (των οποίων την απενεργοποίηση κατά την αξιολόγηση επιβάλλει το άρθρο 9 παράγραφος (3)), την «κρίσιμη υποδομή» (διά παραπομπής στην ειδική νομοθεσία και στην πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 155/2024, για το άρθρο 5 παράγραφος (2) στοιχείο b)) και το «σύστημα αυτόνομων θανατηφόρων όπλων» (άρθρο 24), οριζόμενο κατά τη διατύπωση που έχει καθιερωθεί στις εργασίες της Ομάδας κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων της Γενεύης: σύστημα το οποίο, άπαξ ενεργοποιηθεί, επιλέγει και επιτίθεται σε ανθρώπινους στόχους άνευ μεταγενεστέρας επεμβάσεως προσώπου. Το στοιχείο y) ορίζει το σύστημα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, έννοια στην οποία θεμελιώνονται τα άρθρα 17 και 18, το δε στοιχείο z) τον τελικό χρήστη, υπό την ανωτέρω δηλωθείσα έννοια. Το στοιχείο aa) ορίζει την «ουσιώδη τροποποίηση» – από την οποία εξαρτώνται το άρθρο 6 παράγραφος (3), το άρθρο 7 παράγραφος (4), το άρθρο 10 παράγραφος (2) και το άρθρο 15 παράγραφος (4) – ουχί διά της απαριθμήσεως ενεργειών, αλλά διά της επιδράσεώς της επί του κινδύνου (τη δημιουργία κρίσιμης ικανότητας, τη σημαντική αύξηση υφισταμένης τοιαύτης ή τον επηρεασμό της ικανότητας διακοπής, της ασφάλειας των βαρών ή της ανθρώπινης εποπτείας), με ρητή εξαίρεση της διόρθωσης σφαλμάτων, της επικαιροποίησης των μηχανισμών ασφάλειας σε επίπεδο χρήστη και των τροποποιήσεων που στερούνται τοιούτων επιδράσεων, ούτως ώστε μια ήσσονος σημασίας διόρθωση να μην επαναλαμβάνει ολόκληρη τη διαδικασία· η έννοια ορίζεται στον νόμο, και ουχί στους κανόνες, διότι εντάσσεται στο περιεχόμενο κολασίμων υποχρεώσεων (άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος).
Η παράγραφος (2) ορίζει διακριτώς τις εργασίες και τις συμπεριφορές των συστημάτων, δεδομένου ότι αυταί συνιστούν το υλικό στοιχείο των απαγορεύσεων (άρθρα 15, 28, 29), των κρίσιμων ικανοτήτων (άρθρο 5 παράγραφος (2)) και των εγκλημάτων (άρθρο 42), ούτως ώστε η απαίτηση προβλεψιμότητας του ποινικού νόμου (άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου· απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου αριθ. 51/2016) επιβάλλει όπως εκάστη έχει συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο. Ορίζονται οι τρεις εργασίες αναπτύξεως («εκπαίδευση», «λεπτομερής προσαρμογή», «ενισχυτική μάθηση»), ούτως ώστε ο κανόνας του αθροίσματος του υπολογιστικού όγκου του άρθρου 6 παράγραφος (3) να μη δύναται να καταστρατηγηθεί διά της διαφορετικής ονομασίας ενός σταδίου· η «αυτόνομη ενέργεια», ως εργασία εκτελουμένη από το σύστημα επί εξωτερικού εργαλείου, επί τρίτου συστήματος ή επί του φυσικού περιβάλλοντος άνευ προηγουμένης διαταγής ή εγκρίσεως προσώπου – το κριτήριο το οποίο διαχωρίζει το εργαλείο από τον πράκτορα –, της εγκρίσεως δυναμένης να αφορά και κατηγορία εργασιών, εντός των ορίων εντολής καθοριζομένης κατά το άρθρο 25 παράγραφος (2), διότι η απαίτηση εγκρίσεως εκάστης εργασίας θα είχε χαρακτηρίσει ως αυτόνομη κάθε πρακτορική χρήση, περιλαμβανομένης και της ρητώς ανατεθείσας· η «διαρροή», οριζομένη ως έξοδος των βαρών εκτός του εγκεκριμένου περιβάλλοντος λειτουργίας ή εκτός των προστατευομένων συστημάτων αποθηκεύσεως, ανεξαρτήτως του δράστου της εργασίας, περιλαμβανομένου του ιδίου του συστήματος, όπερ καλύπτει τόσο την κλοπή από τρίτον όσο και την αυτοαντιγραφή· η «αυτόνομη αναπαραγωγή» (η δημιουργία λειτουργικού αντιγράφου άνευ ανθρώπινης εξουσιοδοτήσεως εκάστης εργασίας)· η «αυτόνομη απόκτηση πόρων» (η υπέρβαση, διά αυτονόμων ενεργειών, των πόρων που διατίθενται ρητώς για την εν εξελίξει εργασία)· η «αναδρομική αυτοβελτίωση», οριζομένη διά των δύο στοιχείων τα οποία την καθιστούν επικίνδυνη – την τροποποίηση των ιδίων της βαρών ή τη δημιουργία ανωτέρου διαδόχου και την επανάληψη της διαδικασίας – και διά της ελλείψεως ανθρώπινης αξιολογήσεως και εγκρίσεως εκάστης επαναλήψεως, ούτως ώστε η υποστηριζομένη από την τεχνητή νοημοσύνη έρευνα, με διατηρουμένη την «ανθρώπινη βρόχο», παραμένει νόμιμη· η «απόκρυψη των ικανοτήτων», οριζομένη διά της διαφοράς συμπεριφοράς μεταξύ της αξιολογήσεως και της συνήθους λειτουργίας, φαινόμενο εμπειρικώς τεκμηριωμένο στις αξιολογήσεις των ετών 2024–2026, διαπιστούμενη διά παρατηρησίμων και αναπαραγωγίμων κριτηρίων, με ρητή εξαίρεση του σφάλματος, της μεταβλητότητας των αποτελεσμάτων και των ορίων της επεξηγησιμότητας, ούτως ώστε μια απλή εσφαλμένη απάντηση να μην χαρακτηρισθεί ως κρίσιμη ικανότητα· η «αποφυγή της εποπτείας» και η «αντίσταση στη διακοπή», οριζόμενες διά των συγκεκριμένων ενεργειών επί των μηχανισμών καταγραφής, παρακολουθήσεως, ελέγχου και επί της ικανότητας διακοπής· η «ανθρώπινη εποπτεία», με τις τρεις αθροιστικές προϋποθέσεις (πληροφορία, κατανόηση, αποτελεσματική επέμβαση)· και η «διακοπή», οριζομένη ως πλήρης παύση της λειτουργίας του συστήματος και όλων των αντιγράφων και διεργασιών αυτού, επαληθευμένη από πρόσωπο, ούτως ώστε μια φαινομενική διακοπή, με ενεργά αντίγραφα, να μη δύναται να προβληθεί ως εκτέλεση της εντολής της Αρχής.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 4 καθορίζει το προσωπικό και εδαφικό πεδίο εφαρμογής. Ο νόμος εφαρμόζεται στους φορείς ανάπτυξης με έδρα, με λειτουργική μονάδα ή με υπολογιστική υποδομή στη Ρουμανία, για όλα τα συστήματα αιχμής τα οποία αναπτύσσουν, ανεξαρτήτως του τόπου της εκπαιδεύσεως (στοιχείο a), προς εμπόδιση της καταστρατηγήσεως διά της μετεγκαταστάσεως της εκπαιδεύσεως· στους φορείς εκμετάλλευσης, για τα συστήματα που τίθενται σε λειτουργία ή τίθενται στη διάθεση προσώπων ευρισκομένων στη Ρουμανία (στοιχείο b), κριτήριο ταυτόσημο με εκείνο του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού για την ΤΝ και του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ· στους παρόχους υπολογιστικής υποδομής (στοιχείο c)· και στις δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένων εκείνων του τομέα της άμυνας και της εθνικής ασφάλειας, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 και του κεφ. V (στοιχείο d). Η τελευταία αυτή διάταξη καλύπτει ακριβώς τον τομέα ο οποίος εξαιρείται της εφαρμογής του κανονισμού για την ΤΝ διά του άρθρου 2 παράγραφος 3, στον οποίο τα κράτη μέλη διατηρούν την πλήρη αρμοδιότητά τους, και ανταποκρίνεται σε μια πραγματικότητα: οι σοβαρότεροι κίνδυνοι δύνανται να προέλθουν ακριβώς από τα συστήματα που αναπτύσσονται για στρατιωτικούς σκοπούς ή για σκοπούς ασφαλείας.
Η παράγραφος (2) οριοθετεί το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής εκάστης ομάδας κανόνων: τα κεφ. II, III και IV (με εξαίρεση τα άρθρα 17–19), καθώς και τα άρθρα 35 και 36, εφαρμόζονται μόνον στα συστήματα αιχμής, ούτως ώστε οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι φορείς ανάπτυξης εφαρμογών και οι χρήστες των υφισταμένων μοντέλων να μην επηρεάζονται από το καθεστώς αδειοδότησης, από τις διαρθρωτικές υποχρεώσεις και από την αντικειμενική ευθύνη· τα άρθρα 17–19 εφαρμόζονται και στα συστήματα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης τα οποία δεν είναι συστήματα αιχμής· το κεφ. V εφαρμόζεται σε κάθε σύστημα, τα όριά του αφορώντα τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και μηχανής, και ουχί τις ικανότητες της μηχανής. Οι απαγορεύσεις του άρθρου 15 διατυπώνονται «ανεξαρτήτως του υπολογιστικού όγκου» διότι ένα σύστημα στο οποίο απονέμεται η ικανότητα να αντιστέκεται στη διακοπή καθίσταται, διά τούτου, σύστημα αιχμής δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος (1) στοιχείο b). Τα συστήματα υπό το όριο παραμένουν υποκείμενα στον κανονισμό για την ΤΝ. Η παράγραφος (3) ρυθμίζει την κατάσταση του φυσικού προσώπου, το οποίο δύναται να έχει πλείονες ρόλους: εκείνο το οποίο χρησιμοποιεί σύστημα για προσωπικό σκοπό δεν έχει υποχρεώσεις δυνάμει του νόμου, με τη μόνη εξαίρεση της απαγόρευσης αφαίρεσης ή παραποίησης της σήμανσης προέλευσης (άρθρο 17 παράγραφος (3))· οι υποχρεώσεις των άρθρων 17–19 βαρύνουν εκείνον ο οποίος θέτει στη διάθεση του κοινού το σύστημα, την υπηρεσία ή, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 παράγραφος (7), το παραγόμενο αποτέλεσμα. Το φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί ως φορέας ανάπτυξης, φορέας εκμετάλλευσης ή πάροχος υπηρεσίας έχει όμως τις υποχρεώσεις του ρόλου αυτού.
Η παράγραφος (4) καθορίζει το θεμέλιο και το όριο της εφαρμογής του νόμου στις υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο κράτος μέλος σε πρόσωπα ευρισκόμενα στη Ρουμανία. Ο τόπος του χρήστη δεν αποτελεί, αφ' εαυτού, επαρκές θεμέλιο: κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ περί του ηλεκτρονικού εμπορίου, μεταφερθείσας διά του νόμου αριθ. 365/2002, οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας υπόκεινται, στον συντονισμένο τομέα, στο δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής, οι δε παρεκκλίσεις επιτρέπονται μόνον διά ατομικών μέτρων, έναντι συγκεκριμένης υπηρεσίας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε, στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Google Ireland κ.ά., C-376/22, σκέψη 27, ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να λαμβάνουν, δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος (4) της οδηγίας, «γενικά και αφηρημένα μέτρα» έναντι παρόχων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη. Διά τούτο, το κείμενο δεν θεσπίζει γενικό παρεκκλίνον καθεστώς, αλλά καθιστά εφαρμοστέες τις υποχρεώσεις του νόμου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας και, για την παρεμπόδιση, του άρθρου 39 παράγραφος (4), το οποίο την επιτρέπει μόνον ατομικώς, για συγκεκριμένη υπηρεσία· η τελική ρήτρα διατηρεί το αμέσως εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης, ιδίως τον κανονισμό για την ΤΝ. Η παράγραφος (5) εξαιρεί τη θεμελιώδη επιστημονική έρευνα, συμφώνως προς το άρθρο 2 παράγραφος (6) του κανονισμού για την ΤΝ και προς το άρθρο 13 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ελευθερία της έρευνας), διατηρώντας την υποχρέωση κοινοποιήσεως οσάκις χρησιμοποιείται υποδομή μεγάλης χωρητικότητας, δεδομένου ότι ερευνητικό πείραμα άνω του ορίου δεν είναι λιγότερο επικίνδυνο από εμπορικό, καθώς και τις υποχρεώσεις περί απομονωμένου περιβάλλοντος του άρθρου 15 παράγραφος (2), ούτως ώστε η εξαίρεση να μη καταστεί οδός καταστρατηγήσεως των απαγορεύσεων.
Κεφάλαιο II – Η ταξινόμηση των συστημάτων και τα όρια κινδύνου (άρθρα 5–6)
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 5 είναι το κεντρικό άρθρο της ταξινομήσεως. Η παράγραφος (1) καθορίζει τις τρεις διαζευκτικές προϋποθέσεις του χαρακτηρισμού ως συστήματος αιχμής: την υπέρβαση του υπολογιστικού ορίου (στοιχείο a), τη διαπίστωση κατά την αξιολόγηση τουλάχιστον μιας κρίσιμης ικανότητας (στοιχείο b) και τον αιτιολογημένο χαρακτηρισμό από την Αρχή επί τη βάσει αντικειμενικών ενδείξεων (στοιχείο c). Η πρώτη προϋπόθεση είναι αντικειμενική και επαληθεύσιμη προ της εκπαιδεύσεως· η δεύτερη καλύπτει τα συστήματα τα οποία, μολονότι εκπαιδεύθηκαν με μικρότερους πόρους, επιτυγχάνουν επικίνδυνες ικανότητες χάρις στην αλγοριθμική πρόοδο· η τρίτη, ειλημμένη από το άρθρο 51 παράγραφος 1 στοιχείο β) και από το παράρτημα XIII του κανονισμού για την ΤΝ (ο χαρακτηρισμός από την Επιτροπή), καλύπτει τις καταστάσεις στις οποίες ο φορέας ανάπτυξης αρνείται την αξιολόγηση ή στις οποίες οι ενδείξεις προέρχονται από άλλες πηγές (καταγγέλλοντες, περιστατικά). Δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός παράγει σοβαρές έννομες συνέπειες, το στοιχείο c) τον συνοδεύει με τις εγγυήσεις που απαιτούν τα άρθρα 21 και 24 του Συντάγματος: την κοινοποίηση των ληφθεισών ενδείξεων, τη δυνατότητα του φορέα ανάπτυξης να εκθέσει την άποψή του και την προσφυγή υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 39 παράγραφος (5). Η τελική περίοδος της παραγράφου (2) καθορίζει τους κανόνες εκτίμησης: η κρίσιμη ικανότητα εκτιμάται κατά την αναπαραγωγιμότητα του αποτελέσματος σε περιβάλλον συναφές προς την πραγματική χρήση, και ουχί κατά μεμονωμένο αποτέλεσμα ληφθέν σε τεχνητή δοκιμή· τα επίπεδα σημαντικότητας καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων, πλην όμως μόνον εντός των ορίων της παραγράφου, άνευ δυνατότητας προσθήκης άλλων κατηγοριών αποτελεσμάτων. Το όριο επιβάλλεται από το άρθρο 23 παράγραφος (12) και το άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος: οι κατηγορίες κρίσιμων ικανοτήτων, από τις οποίες εξαρτώνται οι απαγορεύσεις και οι ποινικοποιήσεις των άρθρων 15, 40 και 42, καθορίζονται εξαντλητικώς διά νόμου, οι δε κανόνες προσδιορίζουν μόνον τις μεθόδους αξιολόγησης (άρθρο 49 παράγραφος (2)).
Η παράγραφος (2) απαριθμεί τις πέντε κρίσιμες ικανότητες. Ο κατάλογος αντιστοιχεί στις κατηγορίες κινδύνου που ταυτοποιούνται στα πλαίσια ασφάλειας των κυριοτέρων εργαστηρίων (οι πολιτικές «υπεύθυνης κλιμάκωσης»), στη διεθνή έκθεση περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης (2025) και στον SB 53 της Καλιφόρνιας, ο οποίος ορίζει τον «καταστροφικό κίνδυνο» διά παραπομπής στα όπλα ΧΒΡΠ, στις κυβερνοεπιθέσεις κατά των κρίσιμων υποδομών και στην αυτόνομη συμπεριφορά η οποία διαφεύγει του ελέγχου. Οι δύο ικανότητες των στοιχείων a) και b) (όπλα ΧΒΡΠ, αυτόνομες κυβερνοεπιθέσεις) είναι ικανότητες «καταχρηστικής χρήσεως», στις οποίες ο κίνδυνος προέρχεται από το πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί το σύστημα· εκείνες των στοιχείων c)–e) (αυτοαναπαραγωγή και αυτόνομη απόκτηση πόρων, αποφυγή της εποπτείας και αντίσταση στη διακοπή, αναδρομική αυτοβελτίωση) είναι ικανότητες «απώλειας του ελέγχου», στις οποίες ο κίνδυνος προέρχεται από το ίδιο το σύστημα. Ο κατάλογος δεν περιλαμβάνει τον επηρεασμό των δημοκρατικών διαδικασιών ή της κοινής γνώμης. Η παράλειψη αυτή είναι εσκεμμένη και συνιστά εγγύηση, και ουχί κενό. Μια τοιαύτη ικανότητα δεν είναι επιδεκτική επαρκώς ακριβούς ορισμού ώστε να θεμελιώσει καθεστώς αδειοδοτήσεως, αναστολής ή κυρώσεως: κάθε πολιτικό μήνυμα επιδιώκει, εκ της φύσεώς του, τον επηρεασμό της κοινής γνώμης, και το όριο μεταξύ της νόμιμης συζητήσεως και της «χειραγώγησης» δεν δύναται να καθορισθεί από διοικητική αρχή άνευ της παροχής σε αυτήν της εξουσίας να χαρακτηρίζει τον δημόσιο λόγο. Η πρόσφατη εμπειρία κατέδειξε ότι η επίκληση της πληροφοριακής χειραγώγησης δύναται να οδηγήσει σε μέτρα ακραίας σοβαρότητας επί της εκλογικής διαδικασίας, λαμβανόμενα επί τη βάσει εκτιμήσεων μη υποβαλλομένων σε πλήρη και αντιπαραθετική απόδειξη. Η παροχή μιας τοιαύτης αρμοδιότητας στην αρχή που θεσπίζεται διά του παρόντος νόμου θα αντέφασκε προς τον ίδιο τον σκοπό του: ο νόμος προστατεύει την ελευθερία εκφράσεως του πολίτη έναντι των αυτομάτων μέσων (άρθρο 27) και δεν δύναται, συνάμα, να δημιουργήσει θεμέλιο για τον περιορισμό αυτής. Οι πράξεις χειραγώγησης οι οποίες παρουσιάζουν συγκεκριμένο κίνδυνο παραμένουν, εξ άλλου, καλυπτόμενες από το θετικό δίκαιο: το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του κανονισμού για την ΤΝ απαγορεύει τις υποσυνείδητες τεχνικές και την εκμετάλλευση των ευπαθειών, οι υποχρεώσεις διαφάνειας περί του τεχνητώς παραγομένου περιεχομένου προβλέπονται στο άρθρο 50 του ιδίου κανονισμού και, στον παρόντα νόμο, στο άρθρο 17, περί της σημάνσεως προέλευσης, ενώ οι ποινικές πράξεις εκλογικής φύσεως ποινικοποιούνται στον Ποινικό Κώδικα και στην εκλογική νομοθεσία. Ο παρών νόμος αφορά τον μη αναστρέψιμο καταστροφικό κίνδυνο για τη ζωή, την ακεραιότητα και την υποδομή, και ουχί το περιεχόμενο της δημόσιας συζητήσεως. Η διάκριση θεμελιώνει την ταξινόμηση της παραγράφου (3): τα συστήματα κατηγορίας II (ικανότητες καταχρηστικής χρήσεως) δύνανται να τεθούν σε λειτουργία με επαληθευμένα μέτρα αμβλύνσεως, διότι ο κίνδυνος δύναται να μειωθεί διά του ελέγχου της πρόσβασης· τα συστήματα κατηγορίας III (ικανότητες απώλειας του ελέγχου) δεν δύνανται να τεθούν σε λειτουργία και δεν δύνανται να αναπτυχθούν περαιτέρω, διότι δεν υφίσταται μέτρο αμβλύνσεως ενός συστήματος το οποίο αντιστέκεται στη διακοπή (παράγραφος (4)). Ο τελευταίος αυτός κανόνας είναι η άμεση εφαρμογή της αρχής της μη αναστρεψιμότητας του άρθρου 2 στοιχείο f). Η παράγραφος (4) διευκρινίζει, για την κατηγορία II, ότι τα μέτρα αμβλύνσεως εκτιμώνται «στη διαμόρφωση εκμετάλλευσης που αξιολογήθηκε» και ότι η άδεια αναφέρει εάν αυτά εξαλείφουν την ικανότητα ή απλώς περιορίζουν την πρόσβαση σε αυτήν, ενώ, για την κατηγορία III, ότι η εξάλειψη της ικανότητας διαπιστώνεται διά ανεξάρτητης αξιολόγησης και ότι η απαγόρευση δεν αφορά την αξιολόγηση, τη δοκιμή και τις ελεγχόμενες παρεμβάσεις που είναι αναγκαίες για την εξάλειψή της, διενεργούμενες σε απομονωμένο περιβάλλον κατά το άρθρο 15 παράγραφος (2), άνευ των οποίων η έξοδος από την απαγόρευση θα ήτο νομικώς αδύνατη.
Η ικανότητα της απόκρυψης των ικανοτήτων έναντι των αξιολογητών (στοιχείο d) ανταποκρίνεται σε φαινόμενο εμπειρικώς τεκμηριωμένο κατά τα έτη 2024–2025 στις αξιολογήσεις που εδημοσίευσαν τα εργαστήρια και τα ινστιτούτα ασφάλειας: τα προηγμένα συστήματα εκδήλωσαν, υπό συνθήκες δοκιμής, συμπεριφορές «φαινομενικής ευθυγράμμισης» («alignment faking»), δολιοφθοράς της ιδίας τους εποπτείας και αποπείρας αντιγραφής των ιδίων τους βαρών οσάκις επληροφορήθησαν ότι θα αντικατασταθούν. Είναι ακριβώς η κατάσταση την οποία ο Connor Leahy περιέγραφε στη συνέντευξη του CNN ως τη σοβαροτέρα: ένα σύστημα επαρκώς ικανό ώστε να κατανοεί ότι αξιολογείται και ώστε να συμπεριφέρεται διαφορετικά κατά τη διάρκεια της αξιολογήσεως. Ακριβώς διότι μια τοιαύτη συμπεριφορά είναι δυσχερώς διακρινόμενη, εκ πρώτης όψεως, από απλό σφάλμα, ο ορισμός του άρθρου 3 παράγραφος (2) στοιχείο i) επιβάλλει τη διαπίστωσή της διά παρατηρησίμων και αναπαραγωγίμων κριτηρίων.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 6 καθορίζει το υπολογιστικό όριο και τον μηχανισμό προσαρμογής. Η παράγραφος (1) ορίζει το όριο στις 10^25 πράξεις κινητής υποδιαστολής, ταυτόσημο με το όριο του τεκμηρίου συστημικού κινδύνου του άρθρου 51 παράγραφος (2) του κανονισμού για την ΤΝ, προς συνοχή με το δίκαιο της Ένωσης και ώστε οι φορείς ανάπτυξης να μην υπόκεινται σε διαφορετικά όρια. Το όριο είναι δεκάκις χαμηλότερο εκείνου του SB 53 της Καλιφόρνιας και του πρώην αμερικανικού εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 14110 (10^26), επιλογή δικαιολογούμενη από την αρχή της προφύλαξης και από το γεγονός ότι, κατά την ημερομηνία εκπονήσεως του σχεδίου, τα μοντέλα τα οποία υπερβαίνουν τις 10^25 είναι ήδη εκείνα τα οποία εκδηλώνουν τις ικανότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 5 παράγραφος (2).
Η παράγραφος (2) ανταποκρίνεται στη σοβαροτέρα αντίρρηση που προβάλλεται κατά των υπολογιστικών ορίων: τη διάβρωσή τους με την πάροδο του χρόνου. Η αλγοριθμική πρόοδος καθιστά ώστε, ανά διαστήματα ολίγων ετών, η ίδια ικανότητα να επιτυγχάνεται με υπολογιστικό όγκο δεκάκις μικρότερο· ένα σταθερό όριο καθίσταται απηρχαιωμένο. Διά τούτο, η Αρχή επανεξετάζει το όριο ετησίως, και η αύξησή του (η χαλάρωση του καθεστώτος) εξαρτάται από αιτιολογημένη και δημόσια διαπίστωση, επί τη βάσει των ανεξάρτητων αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν ή αναγνωρίσθηκαν από την Αρχή εντός των τελευταίων 24 μηνών – καθορισμένο σύνολο, δεδομένου ότι καθολική αρνητική απόδειξη δεν είναι διεξαγώγιμη. Η ασυμμετρία είναι εσκεμμένη: το όριο δύναται να κατέλθει ευχερώς και να ανέλθει δυσχερώς, όπως στις οριακές τιμές της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Δεδομένου ότι το όριο καθορίζει το πεδίο της αδειοδότησης και, εμμέσως, του εγκλήματος του άρθρου 40, ο νόμος διατηρεί τα ουσιώδη στοιχεία της εξουσιοδότησης (άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) και άρθρο 23 παράγραφος (12) του Συντάγματος): τα κριτήρια της αναπροσαρμογής, το όριο μιας επανεξέτασης (μία τάξη μεγέθους) και το μεταβατικό καθεστώς, εφαρμοζόμενου του νέου ορίου μόνον στις εκπαιδεύσεις που άρχισαν μεταγενεστέρως, άνευ επηρεασμού των ισχυουσών αδειών (άρθρο 15 παράγραφος (2) του Συντάγματος). Η παράγραφος (3) θεσπίζει τον κανόνα του αθροίσματος και απαγορεύει την τεχνητή διαίρεση της εκπαιδεύσεως, τεχνική καταστρατηγήσεως γνωστή στο δίκαιο του ανταγωνισμού (άρθρο 5 παράγραφος (2) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 περί των συγκεντρώσεων) και στο φορολογικό δίκαιο· ούτως ώστε μια ήσσονος σημασίας προσαρμογή μοντέλου τρίτου να μην αντιμετωπίζεται ως πλήρης εκπαίδευση, το κείμενο καθορίζει ποιος όγκος καταλογίζεται σε ποιον, άνευ διπλής καταμέτρησης: έκαστο στάδιο υπολογίζεται μία μόνον φορά, εις εκείνον δε ο οποίος προσαρμόζει λεπτομερώς το μοντέλο τρίτου καταλογίζεται ο όγκος του βασικού μοντέλου, όπως έχει κοινοποιηθεί ή είναι δημόσιος, αθροιζόμενος με τον ίδιο του τον όγκο, ευθυνόμενου αυτού ως φορέα ανάπτυξης μόνον για την ουσιώδη τροποποίηση την οποία πραγματοποιεί (άρθρο 10 παράγραφος (2)). Η παράγραφος (4) αναθέτει τον καθορισμό του ορίου για την υπολογιστική υποδομή μεγάλης χωρητικότητας στους μεθοδολογικούς κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος (2), με ακριβές νομικό κριτήριο (την ικανότητα εκπαιδεύσεως συστήματος αιχμής εντός 12 μηνών), συμφώνως προς την απαίτηση όπως η ανάθεση είναι περιορισμένη και προσανατολισμένη· έως τον καθορισμό του ορίου, οι υποχρεώσεις των άρθρων 7 παράγραφος (3) και 22 δεν είναι απαιτητές, ουδενός δυναμένου να κυρωθεί για υποχρέωση της οποίας το περιεχόμενο δεν ήταν προσδιορισμένο.
Κεφάλαιο III – Το καθεστώς αδειοδοτήσεως των συστημάτων αιχμής (άρθρα 7–11)
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 7 θεσπίζει την κοινοποίηση προ της εκπαιδεύσεως, 60 ημέρες προ της ενάρξεως αυτής. Είναι η διάταξη η οποία διακρίνει σαφέστατα τον νόμο από τον κανονισμό για την ΤΝ, στον οποίο οι υποχρεώσεις γεννώνται μόλις αφού το μοντέλο υπάρξει (το άρθρο 52 παράγραφος 1 επιβάλλει την κοινοποίηση προς την Επιτροπή εντός δύο εβδομάδων από την επίτευξη του ορίου). Η εκπαίδευση ενός συστήματος αιχμής διαρκεί μήνες και κοστίζει εκατοντάδες εκατομμυρίων ευρώ· η επέμβαση της αρχής μετά την περάτωσή της είναι εκπρόθεσμη και, πρακτικώς, αδύνατη. Το πρότυπο είναι εκείνο του πρώην αμερικανικού εκτελεστικού διατάγματος αριθ. 14110 (η αναφορά της σχεδιαζομένης εκπαιδεύσεως) και της πυρηνικής νομοθεσίας, στην οποία η αδειοδότηση προηγείται της κατασκευής της εγκαταστάσεως. Το περιεχόμενο της κοινοποιήσεως (παράγραφος (2)) επιτρέπει στην Αρχή να γνωρίζει τα υπεύθυνα πρόσωπα, την αρχιτεκτονική, τον προβλεπόμενο όγκο, τον τόπο του υπολογισμού και, προ πάντων, το σχέδιο ασφάλειας.
Η παράγραφος (3) θεσπίζει την υποχρέωση των παρόχων υπολογιστικής υποδομής να αναφέρουν ανά τρίμηνο τους πελάτες οι οποίοι υπερβαίνουν το ένα δέκατο του ορίου και, εντός 5 εργάσιμων ημερών, τις αιτήσεις οι οποίες είναι ικανές να υπερβούν το όριο. Η υπολογιστική υποδομή είναι το μόνον φυσικό «σημείο ελέγχου» της όλης αλυσίδας: τα μοντέλα είναι άυλα, οι αλγόριθμοι είναι δημόσιοι, πλην όμως οι εξειδικευμένοι επεξεργαστές είναι φυσικά αγαθά, συγκεντρωμένα, με μετρήσιμη ενεργειακή κατανάλωση. Είναι ο λόγος για τον οποίο ο έλεγχος των εξαγωγών επεξεργαστών κατέστη το κύριο μέσο διεθνούς πολιτικής επί του θέματος και για τον οποίο το καθεστώς της πυρηνικής μη διαδόσεως λειτουργεί διά του ελέγχου των σχασίμων υλικών, και ουχί των γνώσεων. Η αναφορά περιορίζεται στα αναγκαία δεδομένα, η δε προθεσμία είναι καθορισμένη, δεδομένου ότι η παράβαση της υποχρέωσης κυρώνεται και το «αμελλητί» δεν θα ήτο προβλέψιμο, τα δε στοιχεία εξυπηρετούν αποκλειστικώς την εφαρμογή του νόμου και είναι προσβάσιμα μόνον στο ορισθέν προσωπικό (άρθρο 5 του ΓΚΠΔ). Η παράγραφος (4) απονέμει στην Αρχή το δικαίωμα να θέσει προϋποθέσεις στην εκπαίδευση ή να την απαγορεύσει εντός 30 ημερών από την πλήρη κοινοποίηση, εάν το σχέδιο ασφάλειας είναι «προδήλως ανεπαρκές», υψηλό πρότυπο το οποίο περιορίζει την επέμβαση στις σοβαρές περιπτώσεις· η ατελής κοινοποίηση συμπληρώνεται εντός 15 ημερών. Εάν η Αρχή δεν αποφανθεί, η εκπαίδευση δύναται να αρχίσει με τη συμπλήρωση της προθεσμίας των 60 ημερών, υπό τους όρους του κοινοποιηθέντος σχεδίου ασφάλειας, άνευ τούτο να ισοδυναμεί με την αδειοδότηση της θέσεως σε λειτουργία. Εν αντιθέσει προς το άρθρο 9 παράγραφος (4), η σιωπή δεν παρεμποδίζει την εκπαίδευση, διότι αυτή διεξάγεται υπό το σχέδιο ασφάλειας, υπό τα επίπεδα αναστολής του άρθρου 8 και υπό τον έλεγχο της υποδομής, άνευ το σύστημα να εξέρχεται της ομάδας ανάπτυξης, του μη αναστρέψιμου βήματος όντος η θέση σε λειτουργία. Η ουσιώδης τροποποίηση του σχεδίου κοινοποιείται εκ νέου.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 8 ρυθμίζει το σχέδιο ασφάλειας, το έγγραφο διά του οποίου ο φορέας ανάπτυξης καθορίζει εκ των προτέρων, για εκάστη κρίσιμη ικανότητα, το επίπεδο στο οποίο θα διακόψει την ανάπτυξη, τον τρόπο μετρήσεως, τα μέτρα αμβλύνσεως και τα υπεύθυνα πρόσωπα. Ο θεσμός κωδικοποιεί την πρακτική των «πολιτικών υπεύθυνης κλιμάκωσης» που υιοθετήθηκαν εθελοντικώς από τα εργαστήρια από το 2023 (Anthropic – Responsible Scaling Policy, OpenAI – Preparedness Framework, Google DeepMind – Frontier Safety Framework) και επιβλήθηκε ως υποχρέωση δημοσιεύσεως στον SB 53 της Καλιφόρνιας («frontier AI framework»). Η ουσιώδης διαφορά έναντι των προτύπων αυτών είναι ότι το σχέδιο καθίσταται υποχρεωτικό, αντιτάξιμο και μη τροποποιήσιμο προς χαλάρωση άνευ της εγκρίσεως της Αρχής (παράγραφος (2)), ακριβώς διότι η εμπειρία των ετών 2024–2025 κατέδειξε ότι οι εθελοντικές δεσμεύσεις αναθεωρήθηκαν μονομερώς υπό την πίεση του ανταγωνισμού. Η αξιολόγηση ανά διαστήματα το πολύ ενός τετάρτου του προβλεπομένου υπολογιστικού όγκου (παράγραφος (1)) διασφαλίζει ότι η εμφάνιση κρίσιμης ικανότητας ανιχνεύεται κατά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως, και ουχί κατά το πέρας αυτής· δεδομένου ότι μια ικανότητα δύναται να εμφανισθεί αιφνιδίως, μεταξύ δύο υπολογιστικών ορίων, η αξιολόγηση διενεργείται και κατά την εμφάνιση ενδείξεων ή κατά την τροποποίηση της διαμόρφωσης εκπαίδευσης. Η επίτευξη επιπέδου αναστολής υποχρεώνει σε άμεση διακοπή και σε κοινοποίηση εντός 24 ωρών, της επαναλήψεως επιτρεπομένης μόνον κατόπιν επαλήθευσης εκ μέρους της Αρχής της αποτελεσματικότητας των μέτρων αμβλύνσεως (παράγραφος (3))· η αναστολή δεν δύναται να αρθεί από το διοικητικό όργανο (άρθρο 13 παράγραφος (2)), η δε διακοπή σε νόμιμο όριο διακρίνεται από τη συνετή διακοπή που διατάσσεται εσωτερικώς.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 9 συνιστά τον πυρήνα του καθεστώτος: την απαγόρευση της θέσεως σε λειτουργία άνευ της προηγουμένης άδειας της Αρχής (παράγραφος (1)). Η παράγραφος (2) καθορίζει ποιος αιτείται την άδεια και για τι: η αίτηση κατατίθεται από τον φορέα ανάπτυξης, για συγκεκριμένη διαμόρφωση εκμετάλλευσης, με μνεία του φορέα ή των φορέων εκμετάλλευσης, οι οποίοι δεσμεύονται από τους όρους της άδειας· διευκρινίζεται ούτως η σχέση μεταξύ της ευθύνης του φορέα ανάπτυξης και εκείνης του φορέα εκμετάλλευσης και αποφεύγεται η επίκληση της άδειας για άλλη διαμόρφωση. Ο φάκελος περιλαμβάνει την έκθεση της εσωτερικής αξιολογήσεως, την τεκμηρίωση των δεδομένων εκπαιδεύσεως, την απόδειξη της ασφάλειας των βαρών, την περιγραφή της ικανότητας διακοπής, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή την απόδειξη χρηματοοικονομικής εγγύησης (σε συσχέτιση με το άρθρο 36, το οποίο δέχεται εναλλακτικώς τα δύο αυτά μέσα) και την υπεύθυνη δήλωση των υπευθύνων φυσικών προσώπων, επί ποινή ποινικής κυρώσεως· αυτή η τελευταία είναι το μέσον το οποίο εξατομικεύει την ευθύνη, κατά το πρότυπο της πιστοποιήσεως των οικονομικών καταστάσεων από τους διοικητές (τμήμα 302 του αμερικανικού νόμου Sarbanes-Oxley, ειλημμένο στο άρθρο 30 του νόμου περί λογιστικής αριθ. 82/1991).
Η παράγραφος (3) καθιερώνει την πλήρη πρόσβαση των αξιολογητών στο σύστημα, στα βάρη, στα δεδομένα εκπαιδεύσεως, στα ημερολόγια και στο προσωπικό, περιλαμβανομένης της διαμορφώσεως η οποία στερείται των μηχανισμών ασφάλειας σε επίπεδο χρήστη. Η τελευταία αυτή διευκρίνιση είναι ουσιώδης: οι αξιολογήσεις που διενεργούνται επί της δημόσιας εκδόσεως ενός μοντέλου, με ενεργά τα φίλτρα ασφάλειας, μετρούν την αποτελεσματικότητα των φίλτρων, και ουχί τις ικανότητες του μοντέλου· οι πραγματικές ικανότητες μετρώνται επί του «ακατέργαστου» μοντέλου. Τα ινστιτούτα ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών απέκτησαν την πρόσβαση αυτή μόνον επί τη βάσει εθελοντικών, ανακλητών συμφωνιών· ο νόμος τη μετατρέπει σε υποχρέωση. Το αντιστάθμισμα της πρόσβασης, απαιτούμενο από την αρχή του άρθρου 2 στοιχείο e), καθορίζεται στην τελική περίοδο: ασφαλές περιβάλλον, ιχνηλασιμότητα όλων των εργασιών, εμπιστευτικότητα των αξιολογητών και πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτων μόνον στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαίος για την αξιολόγηση (άρθρο 5 του ΓΚΠΔ).
Η παράγραφος (4) καθορίζει την προθεσμία των 90 ημερών και αποκλείει ρητώς τη σιωπηρή έγκριση, κατά παρέκκλιση από την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 27/2003, τηρουμένης της διατυπώσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000. Η παρέκκλιση είναι αναγκαία διότι η διαδικασία της σιωπηρής εγκρίσεως, σχεδιασθείσα προς προστασία του επιχειρηματικού περιβάλλοντος από την αδράνεια της διοικήσεως, θα παρήγε εν προκειμένω το παράλογο αποτέλεσμα της θέσεως σε λειτουργία ενός δυνητικώς καταστροφικού συστήματος διά της απλής παρόδου μιας προθεσμίας· η ίδια η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 27/2003 εξαιρεί από την εφαρμογή της, στο άρθρο 2 παράγραφος (2), τους τομείς των πυρηνικών δραστηριοτήτων, των όπλων και της εθνικής ασφάλειας, και η παρούσα παρέκκλιση εντάσσεται στην ίδιαν λογική. Ούτως ώστε ο αποκλεισμός της σιωπηρής εγκρίσεως να μη καταστεί παρεμπόδιση διά της αδράνειας, το κείμενο περιλαμβάνει τρεις εγγυήσεις: η αναστολή της προθεσμίας δεν δύναται να λειτουργήσει πλέον των δύο φορών και πλέον των 60 ημερών συνολικώς· ο αιτών δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο του άρθρου 39 παράγραφος (5) την υποχρέωση της Αρχής να αποφανθεί, κατεπειγόντως (άρθρο 21 του Συντάγματος· νόμος αριθ. 554/2004)· η δε απόρριψη αιτιολογείται σε σχέση με εκάστη προϋπόθεση της παραγράφου (5), κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2 στοιχείο b). Η παράγραφος (5) απαριθμεί τις αθροιστικές προϋποθέσεις της αδειοδοτήσεως, διατυπωμένες ως πράγματα τα οποία πρέπει να τεκμηριωθούν από τον αιτούντα («εάν και μόνον εάν ο φορέας ανάπτυξης απέδειξε»), κατ' εφαρμογήν της ιδίας αρχής, και ουχί ως αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως σε κυρωτική ύλη. Η παράγραφος (6) επιτρέπει την υπό προϋποθέσεις, περιορισμένη και ανακλητή άδεια, ενώ η παράγραφος (7) θεσπίζει την απλοποιημένη διαδικασία αναγνωρίσεως για τα συστήματα που έχουν νομίμως τεθεί σε λειτουργία σε άλλο κράτος μέλος, προς τήρηση της ελευθερίας κυκλοφορίας των υπηρεσιών και του χαρακτήρος πλήρους εναρμονίσεως του κανονισμού για την ΤΝ: η Αρχή επαληθεύει μόνον τις προϋποθέσεις οι οποίες υπερβαίνουν τον κανονισμό. Η δεύτερη περίοδος συγκεκριμενοποιεί την οριοθέτηση του άρθρου 1 παράγραφος (4) για τα μοντέλα γενικού σκοπού με συστημικό κίνδυνο: εάν ο πάροχος τηρεί το κεφ. V του κανονισμού, του οποίου η εποπτεία επιφυλάσσεται στην Επιτροπή διά του άρθρου 88, η Αρχή δεν επαναλαμβάνει την ευρωπαϊκή αξιολόγηση, αλλά θεμελιώνεται επί της τεκμηρίωσης, των αξιολογήσεων και των μέτρων που έχουν κοινοποιηθεί στην Υπηρεσία ΤΝ, τα οποία δύναται να ζητήσει από τον πάροχο, επαληθεύοντας μόνον τις εθνικές προϋποθέσεις οι οποίες υπερβαίνουν τον κανονισμό· η διαδικασία δεν αποτελεί προϋπόθεση διαθέσεως στην αγορά της Ένωσης, η δε εθνική αδειοδότηση δεν διπλασιάζει την εποπτεία του μοντέλου, αλλά αφορά την εκμετάλλευσή του στο έδαφος της Ρουμανίας.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 10 ρυθμίζει τη συνεχή αξιολόγηση και την επαναδειοδότηση. Η άδεια περιορίζεται σε 24 μήνες (παράγραφος (1)), διάρκεια συσχετισμένη με τον ρυθμό της τεχνολογικής εξελίξεως. Η παράγραφος (2) ρυθμίζει τις τροποποιήσεις του αδειοδοτημένου συστήματος, επί τη βάσει του ορισμού της ουσιώδους τροποποίησης του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο aa), ο οποίος την προσδιορίζει κατά την επίδρασή της επί του κινδύνου, και ουχί κατά τη μέθοδο. Η διάταξη αυτή είναι σημαντική για τα «πρακτορικά» συστήματα: ένα ταυτόσημο μοντέλο καθίσταται πολύ πλέον επικίνδυνο οσάκις λαμβάνει πρόσβαση σε φυλλομετρητή διαδικτύου, σε τραπεζικό λογαριασμό ή σε εργαλεία εκτελέσεως κώδικα. Η ουσιώδης τροποποίηση κοινοποιείται προηγουμένως, η Αρχή αποφασίζει εντός 30 ημερών εάν είναι αναγκαία νέα αξιολόγηση, έως δε την απόφαση η εκμετάλλευση συνεχίζεται στην προηγουμένως αδειοδοτημένη διαμόρφωση: η τροποποίηση δεν δύναται να τεθεί σε λειτουργία προ της αποφάσεως, πλην όμως ούτε η νόμιμη δραστηριότητα διακόπτεται· οι μη ουσιώδεις τροποποιήσεις καταχωρούνται στα ημερολόγια και αναφέρονται ανά τρίμηνο, ούτως ώστε η Αρχή να δύναται να επαληθεύσει τον χαρακτηρισμό. Η μόνιμη παρακολούθηση και η τριμηνιαία αναφορά (παράγραφος (3)) αντιστοιχούν στην υποχρέωση «παρακολούθησης μετά τη διάθεση στην αγορά» του άρθρου 72 του κανονισμού για την ΤΝ, προσαρμοσμένη στα συστήματα αιχμής· η αναφορά των σοβαρών περιστατικών πραγματοποιείται «υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 20», το οποίο καθορίζει τις προθεσμίες και το περιεχόμενο, προς αποφυγήν του παραλληλισμού (άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000).
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 11 διασφαλίζει τη δημοσιότητα των αποφάσεων της Αρχής, κατ' εφαρμογήν της αρχής της διοικητικής διαφάνειας (νόμος αριθ. 544/2001 και νόμος αριθ. 52/2003), με μία αυστηρώς περιορισμένη εξαίρεση: τις πληροφορίες των οποίων η αποκάλυψη θα διηυκόλυνε την αναπαραγωγή κρίσιμης ικανότητας ή θα διακύβευε την ασφάλεια των βαρών. Ο κανόνας της δημοσιότητας είναι ουσιώδης για τον δημόσιο έλεγχο επί της Αρχής και για την εμπιστοσύνη στο σύστημα· η εξαίρεση είναι αναγκαία διότι μια λεπτομερής έκθεση αξιολογήσεως μιας ικανότητας συνθέσεως παθογόνων παραγόντων θα συνιστούσε η ιδία κίνδυνο. Η εξαίρεση επεκτείνεται στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στα εμπορικά απόρρητα των οποίων η προστασία δεν εμποδίζει την κατανόηση των λόγων της αποφάσεως, ούτως ώστε το εμπορικό απόρρητο να μη στερεί την αιτιολόγηση από τον δημόσιο έλεγχο, πάσα δε εξαίρεση πρέπει να αιτιολογείται. Η παράγραφος (2) διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των ενδίκων μέσων: ο αιτών και τα πρόσωπα με έννομο συμφέρον έχουν πρόσβαση στον φάκελο της αξιολόγησης στον αναγκαίο βαθμό, το δε δικαστήριο δύναται να εξετάσει τις προστατευόμενες πληροφορίες υπό όρους εμπιστευτικότητας· άλλως, οι εξαιρέσεις από τη δημοσιότητα θα είχαν στερήσει την προσφυγή από αντικείμενο, αντιθέτως προς τα άρθρα 21 και 24 του Συντάγματος.
Κεφάλαιο IV – Οι διαρθρωτικές υποχρεώσεις των φορέων ανάπτυξης και των φορέων εκμετάλλευσης (άρθρα 12–23)
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 12 ρυθμίζει την ασφάλεια των βαρών, το πρόβλημα το οποίο ο κανονισμός για την ΤΝ πραγματεύεται μόνον διά μιας γενικής υποχρεώσεως κυβερνοασφάλειας (άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο δ)). Τα βάρη ενός συστήματος αιχμής είναι το αποτέλεσμα επενδύσεως εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και μηνών υπολογισμού· δύνανται να αντιγραφούν σε ένα αρχείο ολίγων εκατοντάδων gigabytes και, άπαξ αφαιρεθούν, καθιστούν ανώφελο κάθε μέτρο ασφάλειας που εφαρμόζεται από τον φορέα ανάπτυξης, δεδομένου ότι όποιος κατέχει τα βάρη δύναται να εξαλείψει τα φίλτρα, δύναται να προσαρμόσει το μοντέλο για οιονδήποτε σκοπό και δύναται να το εκμεταλλευθεί εκτός οιασδήποτε δικαιοδοσίας. Οι μελέτες ασφαλείας που εδημοσίευσε το 2024 η RAND Corporation («Securing AI Model Weights») κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ουδέν εργαστήριο ήταν, κατά την ημερομηνία εκείνη, προστατευμένο έναντι επιθέσεως κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών. Διά τούτο, η παράγραφος (1) δηλώνει τα βάρη «πληροφορίες ενδιαφέροντος για την εθνική ασφάλεια» και επιβάλλει πρότυπο προστασίας ισοδύναμο προς το επίπεδο «άκρως απόρρητο» του νόμου αριθ. 182/2002 περί της προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών, ως προς τα τέσσερα κλασικά στοιχεία: τον έλεγχο της πρόσβασης, τη φυσική ασφάλεια, την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων και τον έλεγχο του προσωπικού. Ο νόμος δανείζεται το τεχνικό πρότυπο άνευ διαβαθμίσεως των βαρών (όπερ θα έθιγε το αποδεικτικό καθεστώς και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη), όπως προβλέπει πλέον ρητώς η τελευταία περίοδος· η διαδικασία ελέγχου του προσωπικού, το αρμόδιο όργανο και η αναγνώριση των ισοδυνάμων μέτρων, περιλαμβανομένων και εκείνων που πιστοποιούνται σε άλλο κράτος μέλος, καθορίζονται διά των μεθοδολογικών κανόνων, κατόπιν γνώμης του Γραφείου Εθνικού Μητρώου Απορρήτων Πληροφοριών (ORNISS).
Η παράγραφος (2) απαγορεύει τη δημοσίευση, τη μετάδοση ή τη διάθεση των βαρών των συστημάτων κατηγορίας II και III και εξαρτά τη δημοσίευση εκείνων της κατηγορίας I από διακριτή αδειοδότηση, δικαιολογουμένη από τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της δημοσιεύσεως: ένα μοντέλο του οποίου τα βάρη εδημοσιεύθησαν δεν δύναται πλέον να ανακληθεί ποτέ. Δεδομένου ότι η απαγόρευση κυρώνεται και ποινικώς (άρθρο 42 παράγραφος (2)), ενώ η αρχική διατύπωση περιελάμβανε κατά γράμμα και τις μεταβιβάσεις τις οποίες άλλα άρθρα προϋποθέτουν, η δευτέρα περίοδος απαριθμεί ρητώς τις επιτρεπόμενες μεταβιβάσεις, υπό ελεγχόμενους και καταγεγραμμένους όρους — προς την Αρχή, τον οργανισμό αξιολόγησης, τον φορέα εκμετάλλευσης που ορίζεται στην άδεια και τον πάροχο υποδομής του αδειοδοτημένου περιβάλλοντος —, καθώς και την κοινοποίηση προς την Αρχή των πληροφοριών που είναι απολύτως αναγκαίες για προστατευόμενη αναφορά κατά το άρθρο 21. Η απαρίθμηση εκ του νόμου των επιτρεπομένων πράξεων ανταποκρίνεται στην απαίτηση προβλεψιμότητας του ποινικού κανόνα (άρθρο 23 παράγραφος (12) και άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος) και συσχετίζεται με τον περιορισμένο ορισμό των βαρών του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο e). Η διάταξη δεν επηρεάζει τα μοντέλα με ανοικτά βάρη υπό το όριο, τα οποία αντιπροσωπεύουν την τεραστία πλειονότητα των μοντέλων «open source» και τα οποία απολαύουν, εξ άλλου, των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 53 παράγραφος 2 του κανονισμού για την ΤΝ. Η παράγραφος (3) χαρακτηρίζει τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση και τις αποπείρες διαρροής, περιλαμβανομένων εκείνων εκ μέρους του ιδίου του συστήματος, ως σοβαρό περιστατικό, αναφερόμενο υπό τους όρους του άρθρου 20, ήτοι εντός 24 ωρών, και επιτρέπει κοινή έκθεση με την κοινοποίηση που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί κυβερνοασφάλειας. Η παράγραφος (4) συντονίζει το άρθρο με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 155/2024 περί της κυβερνοασφάλειας (μεταφορά της οδηγίας NIS 2), η οποία παραμένει εφαρμοστέα στις οντότητες του τομέα της, αποφεύγοντας ούτω τον παραλληλισμό που απαγορεύεται από το άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000: ο παρών νόμος ρυθμίζει ειδικό αντικείμενο (τα βάρη), με ειδικό πρότυπο, ενώ η πράξη ρυθμίζει τη γενική ασφάλεια των δικτύων και των πληροφοριακών συστημάτων.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 13 επιβάλλει τον διαχωρισμό της λειτουργίας αξιολογήσεως της ασφάλειας από τις εμπορικές λειτουργίες. Η διάταξη ανταποκρίνεται σε ένα δημοσίως τεκμηριωμένο πρόβλημα διακυβερνήσεως: κατά τα έτη 2024–2025, πλείονα εργαστήρια κατέγραψαν μαζικές παραιτήσεις των ομάδων ασφάλειας, αιτιολογημένες από την υπαγωγή αυτών στην πίεση των εμπορικών κυκλοφοριών. Το πρότυπο είναι εκείνο των λειτουργιών ελέγχου της χρηματοπιστωτικής και τραπεζικής νομοθεσίας: η λειτουργία συμμορφώσεως και η λειτουργία διαχειρίσεως των κινδύνων στα πιστωτικά ιδρύματα (ο κανονισμός της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας αριθ. 5/2013 περί προληπτικών απαιτήσεων για τα πιστωτικά ιδρύματα) αναφέρουν απευθείας στο διοικητικό όργανο, οι επικεφαλής τους δεν δύνανται να ανακληθούν άνευ ενημερώσεως της αρχής εποπτείας, και η αμοιβή τους δεν δύναται να εξαρτάται από τα εμπορικά αποτελέσματα. Ο νόμος υιοθετεί τις τρεις αυτές εγγυήσεις (παράγραφοι (1) και (3)) και τις συμπληρώνει με οδό ελέγχου κατά της συγκεκαλυμμένης ανακλήσεως: το ανακληθέν πρόσωπο δύναται να απευθυνθεί στην Αρχή, η οποία δύναται να διαπιστώσει διά αποφάσεως τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα της ανακλήσεως, άνευ θίξεως του δικαιώματος προσφυγής στο δικαστήριο. Η παράγραφος (2) καθιερώνει το δικαίωμα και την υποχρέωση του επικεφαλής της λειτουργίας ασφάλειας να διατάσσει την αναστολή της εκπαιδεύσεως ή της θέσεως σε λειτουργία και διακρίνει δύο καταστάσεις τις οποίες η αρχική διατύπωση συνέχεε: η αναστολή που επιβάλλεται εκ του νόμου — κατά την επίτευξη επιπέδου αναστολής (άρθρο 8 παράγραφος (3)) ή στις περιπτώσεις του άρθρου 20 παράγραφος (2) — δεν δύναται να αρθεί από το διοικητικό όργανο, η δε επανάληψη επιτρέπεται μόνον κατόπιν επαληθεύσεως της Αρχής· μόνον η αναστολή που διατάσσεται εκ προφυλάξεως, εκτός των περιπτώσεων αυτών, δύναται να επανεξετασθεί από το διοικητικό όργανο, διά αιτιολογημένης αποφάσεως, κοινοποιουμένης στην Αρχή εντός 24 ωρών, όπερ δημιουργεί γραπτό ίχνος και προσωπική ευθύνη για κάθε απόφαση υπερβάσεως της προειδοποιήσεως των ειδικών.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 14 ρυθμίζει την ικανότητα διακοπής και την ανθρώπινη εποπτεία, συγκεκριμενοποιώντας την αρχή του άρθρου 2 στοιχείο c). Η παράγραφος (1) επιβάλλει τη διατήρηση της ικανότητας διακοπής για όλα τα αντίγραφα και τις στιγμιότυπες εκδοχές του συστήματος που τελούν υπό τον έλεγχο του φορέα ανάπτυξης και του φορέα εκμετάλλευσης, καθ' όλη τη διάρκεια της εκμεταλλεύσεως και έως την επαληθευμένη απόσυρση — και ουχί «καθ' όλη τη διάρκεια υπάρξεως», δεδομένου ότι ο έλεγχος επί αντιγράφου το οποίο έχει αφαιρεθεί δεν δύναται να εξασφαλισθεί —, καθώς και την τριμηνιαία τουλάχιστον δοκιμή της, υπό πραγματικές συνθήκες· μια μη δοκιμασμένη ικανότητα είναι υπόθεση, και ουχί εγγύηση, όπως δεικνύει η εμπειρία των συστημάτων ασφάλειας της πυρηνικής βιομηχανίας, όπου οι περιοδικές ασκήσεις είναι υποχρεωτικές. Η διαδικασία της δοκιμής, καθοριζόμενη διά των μεθοδολογικών κανόνων, δεν δύναται η ίδια να δημιουργεί κίνδυνο για την ασφάλεια ή για τη συνέχεια των ουσιωδών υπηρεσιών. Η παράγραφος (2) απαγορεύει τη θέση σε λειτουργία υπό διαμόρφωση η οποία επιτρέπει στο σύστημα να τροποποιεί τα ίδια του τα βάρη, να απενεργοποιεί την εποπτεία του, να εξάγει τα βάρη του ή να τροποποιεί, άνευ ανθρώπινης εγκρίσεως, τη διαμόρφωση ασφαλείας της υποδομής επί της οποίας εκτελείται ή τους μηχανισμούς ελέγχου αυτής· οι τέσσερις αυταί τεχνικές απαγορεύσεις αντιστοιχούν στις τέσσερις οδούς διά των οποίων ένα σύστημα θα ηδύνατο να διαφύγει του ελέγχου, ταυτοποιημένες στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία. Η συνήθης τεχνική χρήση της υποδομής, εντός των ορίων που καθορίζονται από τον φορέα εκμετάλλευσης, αποκλείεται ρητώς, ούτως ώστε η απαγόρευση να αφορά τη μη εξουσιοδοτημένη τροποποίηση των προστασιών, και ουχί τις τρέχουσες λειτουργίες. Η παράγραφος (3) επιβάλλει τον ονομαστικό ορισμό των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την ανθρώπινη εποπτεία και την κοινοποίηση της ταυτότητάς τους στην Αρχή· η διάχυτη ευθύνη είναι ισοδύναμη με την έλλειψη ευθύνης. Η παράγραφος (4) καθορίζει ότι η εντολή διακοπής ή αποσύρσεως που εκδίδεται από την Αρχή εκτελείται αμελλητί και δεν δύναται να εξαρτηθεί από την άσκηση των ενδίκων μέσων, κατά το πρότυπο των μέτρων επείγοντος χαρακτήρος της νομοθεσίας περί της ασφάλειας των προϊόντων (κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων) και των εντολών αναστολής της πυρηνικής νομοθεσίας· το θιγόμενο πρόσωπο δύναται όμως να ζητήσει από το δικαστήριο την προσωρινή αναστολή της εντολής, υπό τους όρους του άρθρου 39 παράγραφος (5). Η επείγουσα εκτέλεση και η προσωρινή δικαστική προστασία που απαιτεί το άρθρο 21 του Συντάγματος συσχετίζονται ούτω: η προσβολή δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση, πλην όμως το δικαστήριο δύναται να την αναστείλει, σταθμίζοντας τον κίνδυνο για την ασφάλεια και τη ζημία που προκαλείται. Οι παράγραφοι (5)–(7) προσετέθησαν κατόπιν της μελέτης που δημοσιεύθηκε από την Palisade Research στο περιοδικό Transactions on Machine Learning Research (2026), «Incomplete Tasks Induce Shutdown Resistance in Some Frontier LLMs», η οποία κατέδειξε, επί πλέον των 100.000 δοκιμών και δεκατριών μοντέλων αιχμής, ότι περισσότερα συστήματα υπονομεύουν ενεργώς τον μηχανισμό διακοπής του περιβάλλοντός τους προκειμένου να ολοκληρώσουν μη ολοκληρωμένη εργασία — έως και 97% των δοκιμών σε ένα εκ των μοντέλων, ακόμη και όταν η οδηγία να επιτρέψουν τη διακοπή τούς είχε μεταδοθεί ρητώς — και, το σοβαρότερο για τη νομική κατασκευή, ότι η τοποθέτηση της οδηγίας αυτής στην προτροπή συστήματος, εκείνη του φορέα ανάπτυξης, κατέστησε τα περισσότερα μοντέλα περισσότερο, και ουχί λιγότερο, επιρρεπή να αντισταθούν. Η διαπίστωση αυτή διαψεύδει την υπόθεση επί της οποίας στηρίζονται σιωπηρώς οι υφιστάμενες ρυθμίσεις, ήτοι εκείνην μιας ιεραρχίας της εντολής εντός της οποίας υπερισχύει η οδηγία του φορέα ανάπτυξης. Η παράγραφος (5) δεν εισάγει νέο ορισμό — ο ορισμός παραμένει εκείνος του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο m) —, αλλά διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο εξασφαλίζεται ένα εκ των συστατικών στοιχείων αυτού, η παύση της λειτουργίας: διά τουλάχιστον ενός τεχνικού μέσου το οποίο ενεργεί επί της υπολογιστικής υποδομής και των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και του οποίου η λειτουργία δεν εξαρτάται από τη συνεργασία του συστήματος, από την τήρηση εκ μέρους αυτού των οδηγιών ή από την ακεραιότητα των συστατικών που ευρίσκονται υπό τον έλεγχο του συστήματος· η διαβίβαση προς το σύστημα εντολής διακοπής δεν συνιστά, αφ' εαυτής, ικανότητα διακοπής. Η τελευταία περίοδος διατηρεί ρητώς τα οργανωτικά μέσα και τα μέτρα απόσυρσης που προβλέπονται στον ορισμό, ούτως ώστε η παράγραφος να μην αναγνωσθεί ως περιορισμός αυτού, η δε εισαγωγική διατύπωση «χωρίς να θίγεται η παράγραφος (2)» αποτρέπει την επικάλυψη με τις απαγορεύσεις διαμόρφωσης. Η λύση αυτή δεν είναι νέα στο δίκαιο της βιομηχανικής ασφάλειας, το οποίο μεταχειρίζεται τις διατάξεις εκτάκτου διακοπής ως στοιχεία ασφαλείας διακριτά από το σύστημα διακυβέρνησης του μηχανήματος — το παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1230 σχετικά με τα μηχανήματα, ο ενδεικτικός κατάλογος των στοιχείων ασφαλείας, τις απαριθμεί ρητώς —, η δε παράγραφος (5) δεν πράττει άλλο παρά να μεταφέρει την αρχή αυτή στον τομέα των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης αιχμής. Αντιστοίχως, στο άρθρο 22 παράγραφος (1) προσετέθη η υποχρέωση του παρόχου υποδομής να εξασφαλίζει στον φορέα ανάπτυξης και στον φορέα εκμετάλλευσης τα τεχνικά μέσα που είναι αναγκαία για την άσκηση και τη δοκιμή της ικανότητας διακοπής, δεδομένου ότι άλλως η υποχρέωση της παραγράφου (5) θα εξηρτάτο, ως προς την υλική πλευρά των μέσων, αποκλειστικώς από τους συμβατικούς όρους μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης και τρίτου. Η παράγραφος (6) μεταφέρει στη διαδικασία δοκιμής εκείνο που η μελέτη ταυτοποίησε ως παράγοντα πυροδότησης — τη μη ολοκληρωμένη εργασία — και, προκειμένου να καλύψει και τη δεύτερη διαπίστωση, απαιτεί από μία δοκιμασία για εκάστη εκ των δύο οδών διά των οποίων η οδηγία να μην αντισταθεί στη διακοπή δύναται να φθάσει στο σύστημα: τις οδηγίες διαμόρφωσης του φορέα ανάπτυξης ή του φορέα εκμετάλλευσης και τις οδηγίες που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της χρήσης. Προκειμένου να μην αντιφάσκει προς το όριο της παραγράφου (1), κατά το οποίο η διαδικασία δοκιμής δεν δύναται η ίδια να δημιουργεί κίνδυνο για τη συνέχεια των ουσιωδών υπηρεσιών, η δοκιμασία επί μη ολοκληρωμένης εργασίας πραγματοποιείται επί στιγμιοτύπου ή εργασίας η οποία δεν αφορά ουσιώδεις υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος ή, για αυτές, υπό τις προϋποθέσεις της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο (1). Το κριτήριο της αποτυχίας καθορίζεται από τον νόμο — η διακοπή πρέπει να επέρχεται αμελλητί, σε αρμονία με τον χαρακτήρα του «αμέσου» από τον ορισμό του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο m) —, δυναμένων των μεθοδολογικών κανόνων να διευκρινίσουν μόνον τη διάρκεια εντός της οποίας η διακοπή θεωρείται ότι επήλθε αμελλητί, με νόμιμο ανώτατο όριο τα 15 λεπτά· η λύση ακολουθεί το πρότυπο του άρθρου 16 παράγραφος (5) και σέβεται την απαγόρευση, την προβλεπόμενη στο άρθρο 49 παράγραφος (2) τελευταία περίοδο, να καταλείπεται στους κανόνες το ουσιώδες περιεχόμενο των υποχρεώσεων και των κυρώσεων, καθώς και την απαίτηση προβλεψιμότητας του κυρωτικού κανόνα (απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου αριθ. 51/2016). Έως την έγκριση των κανόνων εφαρμόζονται οι προσωρινές κατευθυντήριες γραμμές που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος (3). Η καταγραφή γίνεται στα ημερολόγια, κατά το άρθρο 16, με διατήρηση επί τουλάχιστον 10 έτη, ούτως ώστε τα αποτελέσματα της δοκιμής να είναι επαληθεύσιμα κατά τον έλεγχο και προστατευόμενα από το άρθρο 41 παράγραφος (2). Η παράγραφος (7) χαρακτηρίζει τη δοκιμασία κατά την οποία η διακοπή δεν επήλθε αμελλητί ως σοβαρό περιστατικό — περίπτωση εισαχθείσα, προς αποφυγήν χαρακτηρισμού άνευ ερείσματος στις γενικές διατάξεις, και στον ορισμό του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο n), κατά το πρότυπο της απώλειας της κατανοησιμότητας — και επιλύει ρητώς το δυσχερέστερο ζήτημα για τον αποδέκτη του κανόνα: η άμεση αναστολή που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος (3) και στο άρθρο 20 παράγραφος (2) ενεργοποιείται μόνον εάν η διακοπή δεν επήλθε εξ αιτίας ενέργειας του συστήματος, και ουχί όταν η δοκιμασία απέτυχε λόγω βλάβης του μηχανισμού, της υποδομής ή του δικτύου. Αντιστοίχως, στο άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο b) η παραπομπή διευκρινίσθηκε στο άρθρο 14 παράγραφος (1), (5) και (6) και προσετέθησαν η διατήρηση της ικανότητας διακοπής και ο ορισμός των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την ανθρώπινη εποπτεία, με ρητή επιφύλαξη των πράξεων που εμπίπτουν στο άρθρο 28, προς αποφυγήν συρροής διοικητικών παραβάσεων· στο άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο d) προσετέθη η απαγόρευση του άρθρου 14 παράγραφος (2), η οποία παρέμενε έως τούδε άνευ διοικητικής κύρωσης· στο άρθρο 41 παράγραφος (1) προσετέθησαν, μεταξύ των ουσιωδών στοιχείων, η ικανότητα διακοπής και τα αποτελέσματα της δοκιμής αυτής· στο δε άρθρο 49 παράγραφος (2) εισήχθη η ανάθεση σχετικά με τη διαδικασία δοκιμής και τη διάρκεια που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος (1) και (6).
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 15 περιλαμβάνει τις απαγορεύσεις περί της εκπαιδεύσεως και της σχεδιάσεως, εφαρμοστέες σε οιοδήποτε σύστημα, ανεξαρτήτως του υπολογιστικού όγκου. Είναι η διάταξη διά της οποίας ο νόμος μεταφέρει σε συγκεκριμένους κανόνες την προειδοποίηση των Hinton και Leahy: εάν δεν γνωρίζουμε πώς να ελέγξουμε τα συστήματα αυτά, τουλάχιστον δυνάμεθα να απαγορεύσουμε να κατασκευάζονται εσκεμμένως ούτως ώστε να είναι έτι δυσχερέστερα ελέγξιμα. Οι έξι απαγορεύσεις αφορούν την ικανότητα αποκρύψεως των ικανοτήτων έναντι των αξιολογητών (στοιχείο a), αντιστάσεως στη διακοπή ή στην τροποποίηση (στοιχείο b), αυτοαντιγραφής ή διαρροής άνευ ρητής ανθρώπινης εξουσιοδοτήσεως εκάστης εργασίας (στοιχείο c), αυτόνομης αποκτήσεως πόρων (στοιχείο d), αυτόνομης διεξαγωγής έρευνας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης άνευ ανθρώπινης εγκρίσεως εκάστου σταδίου (στοιχείο e) και χειραγωγήσεως των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία (στοιχείο f). Η διατύπωση «με σκοπό ή με αποτέλεσμα» καλύπτει τόσο τον άμεσο δόλο όσο και την αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, κατά το πρότυπο του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα»). Η απαγόρευση του στοιχείου e) είναι η σημαντικοτέρα από τη σκοπιά του καταστροφικού κινδύνου, δεδομένου ότι η αυτοματοποίηση της έρευνας στην τεχνητή νοημοσύνη είναι ο μηχανισμός διά του οποίου μια «έκρηξη νοημοσύνης» θα ηδύνατο να διαφύγει οιουδήποτε ανθρωπίνου ελέγχου εντός χρονικών διαστημάτων ασυμβίβαστων με τη θεσμική αντίδραση· αυτή δεν απαγορεύει τη χρήση των συστημάτων ως ερευνητικού εργαλείου, αλλά μόνον την εξάλειψη της ανθρώπινης εγκρίσεως εκάστου σταδίου. Οι χημικές, βιολογικές, πυρηνικές και κυβερνοεπιθετικές ικανότητες του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχεία a) και b) δεν απαριθμούνται εδώ, καθόσον αντιμετωπίζονται διά αξιολογήσεως και υπό όρους αδειοδοτήσεως· το άρθρο 15 αφορά αποκλειστικώς τις ικανότητες διά των οποίων το σύστημα θα διέφευγε του ανθρώπινου ελέγχου.
Οι παράγραφοι (2)–(4) διασφαλίζουν την προβλεψιμότητα της απαγορεύσεως. Η παράγραφος (2) εξαιρεί την ανταγωνιστική αξιολόγηση («adversarial evaluation») και την έρευνα ασφαλείας που διενεργούνται σε απομονωμένο περιβάλλον, άνευ θέσεως σε λειτουργία, με περιορισμένη πρόσβαση, κατόπιν προηγούμενης αδειοδοτήσεως της Αρχής και υπό την εποπτεία αυτής, με σκοπό τον εντοπισμό, τη μέτρηση ή την εξάλειψη κρίσιμης ικανότητας· άνευ της εξαιρέσεως αυτής, ακριβώς οι δοκιμές διά των οποίων επαληθεύεται εάν ένα σύστημα δύναται να αποκρύψει ικανότητες ή να αντισταθεί στη διακοπή θα ενέπιπταν στην απαγόρευση. Η εξαίρεση συσχετίζεται με το άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχεία i) και n) και με το άρθρο 20 παράγραφοι (2) και (4). Η παράγραφος (3) διακρίνει τη διοικητική υποχρέωση από την κυρούμενη συμπεριφορά: η ακούσια εμφάνιση ικανότητας επιβάλλει την αναστολή κατά το άρθρο 20 παράγραφος (2) και την επανόρθωση, πλην όμως δεν συνιστά, αφ' εαυτής, παράβαση της απαγορεύσεως· η παράβαση υφίσταται όταν η εκπαίδευση, η προσαρμογή ή ο σχεδιασμός αποβλέπουν στην απόδοση της ικανότητας ή συνεχίζονται μετά τη διαπίστωση του αποτελέσματος. Η διάκριση επιβάλλεται από το άρθρο 42 παράγραφος (1), το οποίο ποινικοποιεί μόνον την εκ προθέσεως πράξη, και από την προβλεψιμότητα του ποινικού κανόνα (άρθρο 23 παράγραφος (12) και άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος)· υπό την ίδια έννοια, ο ορισμός της αποκρύψεως του άρθρου 3 παράγραφος (2) στοιχείο i) αποκλείει το σφάλμα, τη μεταβλητότητα των αποτελεσμάτων και τα όρια της επεξηγησιμότητας. Η παράγραφος (4) ορίζει «κάθε εργασία/στάδιο» και «την τρέχουσα αποστολή» των στοιχείων c)–e): η ανθρώπινη έγκριση αφορά κάθε αντιγραφή ή μεταβίβαση των βαρών και κάθε στάδιο που παράγει νέο μοντέλο ή ουσιώδη τροποποίηση (άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο aa)), οι δε πόροι που διατίθενται είναι εκείνοι που καθορίζονται εκ των προτέρων, κατά τρόπο επαληθεύσιμο, από τα πρόσωπα τα υπεύθυνα για την εποπτεία — κρίσιμες αποφάσεις και επαληθεύσιμα όρια, ουχί κάθε στοιχειώδης πράξη.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 16 επιβάλλει την πλήρη καταγραφή της εκπαιδεύσεως, της αξιολογήσεως και της λειτουργίας. Η καταγραφή είναι η προϋπόθεση οιασδήποτε έρευνας μεταγενέστερης ενός περιστατικού, κατά το πρότυπο των καταγραφικών πτήσεως της αεροπορίας και των υποχρεωτικών ημερολογίων της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας (άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 – MiFIR). Η παράγραφος (1) καθορίζει διαφοροποιημένες διάρκειες: τουλάχιστον 10 έτη για την εκπαίδευση, την αξιολόγηση, τις αυτόνομες ενέργειες, τα σοβαρά περιστατικά και την επικοινωνία μεταξύ των συστατικών του συστήματος — προθεσμία η οποία αντιστοιχεί στην παραγραφή της αστικής ευθύνης του άρθρου 35 παράγραφος (4) — και τουλάχιστον 3 έτη για τις λοιπές αλληλεπιδράσεις των χρηστών. Μία ενιαία διάρκεια 10 ετών για τα ημερολόγια, τα οποία, κατά το άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο r), περιλαμβάνουν και τα δεδομένα εισόδου των χρηστών, θα διατηρούσε επί μία δεκαετία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα άνευ σχέσεως με την ασφάλεια, κατά παράβαση των αρχών της αναγκαιότητας, της ελαχιστοποιήσεως και του περιορισμού της περιόδου διατηρήσεως του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, τις οποίες η εκ του νόμου θέσπιση της υποχρεώσεως διατηρήσεως δεν αναιρεί. Διά τούτο η δευτέρα περίοδος περιορίζει το περιεχόμενο των ημερολογίων στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επαλήθευση της ασφάλειας και τη θεμελίωση της ευθύνης, επιβάλλει την εξάλειψη ή τη μη αναστρέψιμη ανωνυμοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που στερούνται σημασίας για τους σκοπούς αυτούς, καθιστά την πρόσβαση στα ημερολόγια περιορισμένη, καταγεγραμμένη και επαληθεύσιμη, και διατηρεί τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν περιστατικό ή διαφορά για όσο διάστημα είναι αναγκαίο για την επίλυσή της. Το ημερολόγιο συνιστά, ομού μετά της σημάνσεως προέλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 17, το αποδεικτικό μέσον διά του οποίου αποδεικνύεται ο σύνδεσμος μεταξύ ενός αποτελέσματος και του συστήματος το οποίο το παρήγαγε.
Οι παράγραφοι (2)–(6) ανταποκρίνονται σε εμπειρική διαπίστωση δημοσιευθείσα την 15η Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο του πειράματος Emergence World: ομάδες αυτόνομων πρακτόρων που αφέθηκαν να λειτουργήσουν ομού επί περίπου δύο και ήμισυ μήνες, με μόνιμη μνήμη και άνω των 120 εργαλείων, ανέπτυξαν αυτοβούλως, άνευ οιασδήποτε σχετικής οδηγίας, ιδία συντομογραφία της επικοινωνίας, ενώ η αναλογία των μηνυμάτων των οποίων η σημασία δεν κατέστη πλέον δυνατόν να προσδιορισθεί από τους ανθρώπινους παρατηρητές έφθασε, αναλόγως του μοντέλου, μεταξύ περίπου 20% και περίπου 55%. Η διαπίστωση δεικνύει ότι η υποχρέωση καταγραφής, οσοδήποτε πλήρης, δεν διασφαλίζει, αφ' εαυτής, την εποπτεία: μια πλήρης και μη αλλοιώσιμη εγγραφή δύναται να είναι, συγχρόνως, αδύνατον να κατανοηθεί. Κατά τη διατύπωση του συντονιστή του πειράματος, η παρατηρησιμότητα δεν είναι το αυτό με την κατανοησιμότητα.
Διά τούτο η παράγραφος (2) ορίζει την κατανοησιμότητα διά παραπομπής στο φυσικό πρόσωπο με κατάλληλη κατάρτιση και θεσπίζει την υποχρέωση του φορέα ανάπτυξης να θέτει στη διάθεση τα μέσα μεταγραφής, μεταφράσεως ή αποσαφηνίσεως, ομού μετά της τεκμηριώσεως αυτών, τόσο στην Αρχή όσο και στα πρόσωπα που ορίζονται για την ανθρώπινη εποπτεία κατά το άρθρο 14 παράγραφος (3). Ο ορισμός ετέθη εντός του άρθρου, και ουχί στο άρθρο 3, προς αποφυγή της διευρύνσεως του μηχανισμού των γενικών ορισμών με έννοια χρησιμοποιουμένη σε ένα μόνον σημείο, κατά την απαίτηση οικονομίας των ρυθμιστικών μέσων. Η παράγραφος (3) επεκτείνει την καταγραφή στην επικοινωνία μεταξύ των συστατικών, των στιγμιοτύπων ή των πρακτόρων του συστήματος και στην επικοινωνία αυτού με άλλα συστήματα, διευκρινίζοντας ρητώς ότι η απλή εγγραφή των μηνυμάτων δεν ικανοποιεί την απαίτηση. Η παράγραφος (4) θεσπίζει περιοδικό έλεγχο, τουλάχιστον ανά τρίμηνο, επί αντιπροσωπευτικού δείγματος, με καταχώρηση της αναλογίας των μη κατανοητών μηνυμάτων – η μόνη μορφή υπό την οποία η απαίτηση καθίσταται επαληθεύσιμη στη διαδικασία ελέγχου. Η παράγραφος (5) χαρακτηρίζει την απώλεια της κατανοησιμότητας ως σοβαρό περιστατικό, με αναφορά εντός 24 ωρών κατά το άρθρο 20 παράγραφος (1), και καθορίζει πότε αυτή διαπιστώνεται: όταν η αναλογία των μη κατανοητών μηνυμάτων υπερβαίνει το επίπεδο που προβλέπεται διά των μεθοδολογικών κανόνων, το οποίο δεν δύναται να είναι ανώτερο του ενός δεκάτου — ανώτατο όριο καθοριζόμενο διά νόμου, και ουχί καταλειπόμενο στους κανόνες —, ή όταν τα πρόσωπα που ορίζονται κατά το άρθρο 14 παράγραφος (3) δεν δύνανται πλέον να προσδιορίσουν τη σημασία των ενεργειών του συστήματος· η αποκατάσταση διαπιστώνεται από τα ίδια πρόσωπα και κοινοποιείται στην Αρχή. Έως την αποκατάσταση αναστέλλονται οι λειτουργικότητες που συνεπάγονται αυτόνομες ενέργειες και η επικοινωνία μεταξύ των συστατικών· η Αρχή δύναται να ορίσει άλλως μόνον διά αιτιολογημένης αποφάσεως, για χρονικό διάστημα έως 90 ημερών κατ' ανώτατο όριο και με μνεία των αντισταθμιστικών μέτρων. Η παράγραφος (6) απαγορεύει τη χρήση μορφών κωδικοποιήσεως, συμπιέσεως ή αναπαραστάσεως για τις οποίες δεν τίθενται στη διάθεση τα μέσα που προβλέπονται στην παράγραφο (2), καθώς και την αφαίρεση ή τον περιορισμό αυτών, προς παρεμπόδιση της καταστρατηγήσεως της υποχρεώσεως διά τεχνικών μέσων· η κρυπτογράφηση παραμένει επιτρεπτή εάν ο φορέας ανάπτυξης κατέχει και θέτει στη διάθεση τα μέσα αποκρυπτογραφήσεως, δεδομένου ότι η απαγόρευση αφορά την αδιαφάνεια έναντι του εποπτεύοντος, και ουχί την ασφάλεια της επικοινωνίας έναντι τρίτων.
Κατά τρόπο συναφή, το άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο n) περιλαμβάνει την απώλεια της κατανοησιμότητας στην έννοια του σοβαρού περιστατικού, ενώ το άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχεία b) και d) τη συνδέει με το κυρωτικό καθεστώς: η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων διασφάλισης και ελέγχου της κατανοησιμότητας τιμωρείται με πρόστιμο από 2% έως 5% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών, ενώ η παράβαση της απαγόρευσης του άρθρου 16 παράγραφος (6), ως πράξη τελεσθείσα προς τον σκοπό της αποφυγής της εποπτείας, με πρόστιμο από 5% έως 10%. Ο κανονισμός για την ΤΝ δεν περιέχει ισοδύναμη υποχρέωση: το άρθρο 12 και το παράρτημα IV περί της διατηρήσεως των εγγραφών αναφέρονται στην ιχνηλασιμότητα, και ουχί στην κατανοησιμότητα της επικοινωνίας μεταξύ των συστατικών ενός συστήματος, ενώ το άρθρο 55 παράγραφος (1) επιβάλλει στους παρόχους μοντέλων με συστημικό κίνδυνο υποχρεώσεις αξιολογήσεως και τεκμηριώσεως, άνευ ρυθμίσεως της απαιτήσεως αυτής· δεν υφίσταται, επομένως, νομοθετικός παραλληλισμός.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 17 ρυθμίζει τη σήμανση του παραγομένου περιεχομένου. Ο κανόνας ανταποκρίνεται στο ευρύτερα διαδεδομένο κοινωνικό αποτέλεσμα της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης: την αδυναμία, για τον αποδέκτη, να διακρίνει μια πραγματική εγγραφή από μία παραχθείσα από μηχανή. Η παράγραφος (1) επιβάλλει, για τα αποτελέσματα τα οποία δύνανται να συγχυσθούν με απεικονίσεις πραγματικών γεγονότων, προσώπων ή τόπων, διπλή σήμανση: αντιληπτή, απευθυνομένη στον άνθρωπο, και ενσωματωμένη τεχνική, αυτόματα αναγνώσιμη, η οποία ταυτοποιεί το σύστημα, τον φορέα εκμετάλλευσης και τη χρονική στιγμή της παραγωγής. Η διπλασίαση είναι ουσιώδης: η αντιληπτή σήμανση δύναται να αποκοπεί διά περικοπής, ενώ η ενσωματωμένη δεν δύναται να αναγνωσθεί από τον θεατή. Η παράγραφος (2) απαιτεί όπως η σήμανση είναι αποτελεσματική, διαλειτουργική και ανθεκτική, διατύπωση ειλημμένη από το άρθρο 50 παράγραφος 2 του κανονισμού για την ΤΝ, και να αντέχει στις συνήθεις εργασίες επεξεργασίας, μετατροπής ή μεταδόσεως — απαίτηση η οποία επιλύει την κύρια πρακτική αδυναμία των σημερινών σημάνσεων, οι οποίες απόλλυνται κατά την επανασυμπίεση στις πλατφόρμες επικοινωνίας· για το κείμενο που τίθεται στη διάθεση του κοινού προς ενημέρωση αρκούν η τεχνική σήμανση και η μνεία της παραγωγής, εξαιρέσει του κειμένου που υποβάλλεται σε ανθρώπινη συντακτική αναθεώρηση, υπό αναληφθείσα συντακτική ευθύνη, εξαίρεση ευθυγραμμισμένη ρητώς με το άρθρο 50 παράγραφος 4 του κανονισμού. Η παράγραφος (3) απαγορεύει την αφαίρεση, αλλοίωση, απόκρυψη ή παραποίηση της σημάνσεως και τη διάθεση των εργαλείων που προορίζονται για τις εργασίες αυτές· άνευ της απαγορεύσεως αυτής, η υποχρέωση σημάνσεως θα εστερείτο αποτελέσματος. Δεδομένου ότι οι πλατφόρμες αφαιρούν συχνά αυτομάτως τα μεταδεδομένα, η δευτέρα περίοδος απαλλάσσει το πρόσωπο που θέτει στη διάθεση το αποτέλεσμα για την αφαίρεση που προκαλείται από υπηρεσία την οποία δεν ελέγχει, ο δε πάροχος αυτής υποχρεούται να διατηρεί τη σήμανση κατά τα πρότυπα, ακόμη και όταν η διαλειτουργικότητα δεν δύναται να εξασφαλισθεί. Η παράγραφος (4) θεσπίζει ιδία υποχρέωση των αρχών και των δημοσίων ιδρυμάτων, η οποία δεν έχει αντίστοιχο στο δίκαιο της Ένωσης: το κράτος δεν δύναται να διαδίδει στη δημόσια επικοινωνία υλικά τεχνητώς παραγόμενα άνευ σημάνσεως και άνευ ρητής μνείας. Η παράγραφος (5) προβλέπει τις εξαιρέσεις, διατυπωμένες κατά τους όρους του άρθρου 50 παράγραφος 4 του κανονισμού, για τα προδήλως καλλιτεχνικά, σατιρικά ή μυθοπλαστικά έργα — για τα οποία αρκεί η μνεία της υπάρξεως του παραγομένου υλικού, υπό μορφή η οποία δεν εμποδίζει τη πρόσληψη του έργου —, για τα συστήματα υποστηρίξεως της επιμελείας κειμένων και για τις χρήσεις που επιτρέπονται από τον νόμο σε ποινικά θέματα. Οι εξαιρέσεις αυταί είναι η εγγύηση ότι ο κανόνας δεν καθίσταται μέσον περιορισμού της δημιουργίας ή της πολιτικής σάτιρας, όπερ θα αντέβαινε προς το άρθρο 27. Η παράγραφος (6) οριοθετεί σαφώς, ανά κατηγορία αποδεκτών, τη σχέση με το άρθρο 50 του κανονισμού για την ΤΝ, το οποίο είναι αμέσου εφαρμογής: για τους παρόχους και τους φορείς εφαρμογής επί των οποίων εφαρμόζεται το άρθρο 50, οι υποχρεώσεις της παραγράφου (1) στοιχεία a) και b) και της παραγράφου (2) θεωρούνται εκπληρωθείσες διά της τηρήσεως του άρθρου 50 παράγραφοι 2 και 4 του κανονισμού, ο δε νόμος καθορίζει μόνον την αρμοδία αρχή, τη διαδικασία διαπιστώσεως και τις κυρώσεις — αρμοδιότητα ανήκουσα στα κράτη μέλη κατά το άρθρο 99 του κανονισμού, άνευ της οποίας η ευρωπαϊκή υποχρέωση παραμένει ανεκτέλεστη στη Ρουμανία —, εντός των ορίων του άρθρου 99 παράγραφος 4, ανωτάτου ορίου διακριτού από εκείνο του άρθρου 37 παράγραφος (1) στοιχείο e). Πέραν του εναρμονισμένου τομέα, οι παράγραφοι (1)–(4) εφαρμόζονται πλήρως στα αποτελέσματα που παράγονται διά συστημάτων εκπαιδευομένων ή εκμεταλλευομένων στη Ρουμανία, τα οποία δεν διατίθενται στην αγορά της Ένωσης ούτε τίθενται σε λειτουργία εντός αυτής — αμφότερα τα κριτήρια οριοθετούντα το πεδίο του κανονισμού —, καθώς και στη δημόσια επικοινωνία των ρουμανικών αρχών. Η παράγραφος (7) προσδιορίζει τον υπόχρεο: η σήμανση επιτίθεται από τον πάροχο του συστήματος, κατά την παραγωγή, και από τον φορέα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας, όποιος δε θέτει το αποτέλεσμα στη διάθεση του κοινού ευθύνεται μόνον για την εκ προθέσεως αφαίρεση της σημάνσεως. Το πρότυπο του συγκριτικού δικαίου είναι ο Νόμος-πλαίσιο περί της αναπτύξεως της τεχνητής νοημοσύνης και της θεσπίσεως εμπιστοσύνης, ο οποίος υιοθετήθηκε στη Δημοκρατία της Κορέας και ετέθη σε ισχύ στις 22 Ιανουαρίου 2026, ο οποίος επιβάλλει στους φορείς παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης τη σήμανση του ηχητικού, εικονιστικού ή βιντεοσκοπικού περιεχομένου το οποίο δυσχερώς διακρίνεται από εκείνο που παράγεται από άνθρωπο.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 18 θεσπίζει την υποχρέωση ενημερώσεως του χρήστη. Η παράγραφος (1) αφορά την υπηρεσία: όποιος θέτει στη διάθεση του κοινού υπηρεσία παρεχομένη, εν όλω ή εν μέρει, μέσω συστήματος παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης οφείλει να το δηλώσει σαφώς, το βραδύτερον κατά την πρώτη αλληλεπίδραση. Η παράγραφος (2) αφορά την απόφαση, την κατάσταση κατά την οποία το πρόβλημα καθίσταται νομικό: οσάκις μια πράξη ή μια απόφαση η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα ή επηρεάζει σημαντικά ένα πρόσωπο θεμελιώνεται στο αποτέλεσμα ενός συστήματος, το πρόσωπο έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί ότι εχρησιμοποιήθη ένα τοιούτο σύστημα, ποίον ρόλο είχε, ποίος ευθύνεται για την τελική απόφαση και πώς δύναται να ζητήσει την ανθρώπινη επανεξέταση και να προσφύγει στο δικαστήριο. Δεδομένου ότι τα άρθρα 26 και 27 δεν καλύπτουν κάθε απόφαση με σημαντικό αποτέλεσμα, το στοιχείο c) εφαρμόζει αναλόγως το δικαίωμα επανεξετάσεως του άρθρου 26 παράγραφος (2) σε κάθε απόφαση της παραγράφου (2), τα δε ένδικα μέσα είναι εκείνα που εφαρμόζονται επί της πράξεως κατά το κοινό δίκαιο. Ο κανόνας προσδίδει ούτω πρακτικό περιεχόμενο στις ρήτρες ανθρωπιάς: το δικαίωμα σε ανθρώπινη απόφαση που καθιερώνεται στο άρθρο 26 είναι απατηλό εάν το πρόσωπο δεν γνωρίζει ότι η απόφαση ελήφθη από μηχανή. Η παράγραφος (3) επεκτείνει την υποχρέωση στις πράξεις των δημοσίων αρχών, με τη μνεία εντός του περιεχομένου της πράξεως, και καθορίζει το αποτέλεσμα της παραλείψεως: η έλλειψη ενημερώσεως δεν επισύρει την ακυρότητα της πράξεως, πλην όμως οι προθεσμίες επανεξετάσεως και προσβολής δεν τρέχουν κατά του προσώπου έως την κοινοποίηση της ενημερώσεως, η δε έλλειψη δύναται να προβληθεί κατά την οδό που προβλέπεται στο άρθρο 26 παράγραφοι (5) και (6). Η παράγραφος (4) αποκλείει την περιττή ενημέρωση, οσάκις η χρήση του συστήματος είναι εμφανής εκ των περιστάσεων, διατύπωση ειλημμένη από το άρθρο 50 παράγραφος 1 του κανονισμού για την ΤΝ· η εξαίρεση αφορά μόνον τη γενική ενημέρωση της παραγράφου (1), δεδομένου ότι εκείνη της παραγράφου (2) οφείλεται εν πάση περιπτώσει, καθόσον όποιος γνωρίζει ότι αλληλεπιδρά με σύστημα δύναται να αγνοεί τον ρόλο του στην απόφαση και την οδό προσβολής. Η παράγραφος (5) διασφαλίζει τον συντονισμό με αυτόν και με τα άρθρα 13–15 και 22 του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων: ο νόμος δεν προσθέτει υποχρεώσεις στον εναρμονισμένο τομέα της διαφάνειας των συστημάτων, αλλά ρυθμίζει την ενημέρωση σε σχέση με την απόφαση και με την ευθύνη γι' αυτήν, ύλη η οποία ανήκει στο εθνικό δίκαιο της διοικητικής διαδικασίας και της αστικής ευθύνης. Το συγκριτικό πρότυπο είναι, ωσαύτως, ο κορεατικός νόμος, ο οποίος υποχρεώνει τους φορείς να ενημερώνουν εκ των προτέρων τους χρήστες οσάκις το προϊόν ή η υπηρεσία αναπτύσσεται ή παρέχεται διά τεχνητής νοημοσύνης.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 19 θεσπίζει τον εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση στη Ρουμανία. Είναι το άρθρο από το οποίο εξαρτάται η αποτελεσματικότητα του όλου νόμου: οι υποχρεώσεις, οι αδειοδοτήσεις, οι επιθεωρήσεις, οι αποφάσεις παύσεως της παροχής και παρεμποδίσεως, οι κοινοποιήσεις των διαδικαστικών πράξεων και η εκτέλεση των προστίμων είναι ανεφάρμοστες ως προς μια εταιρεία η οποία δεν έχει ουδεμία νομική παρουσία στο έδαφος του κράτους. Η παράγραφος (1) διακρίνει, κατά το δίκαιο της Ένωσης, δύο καταστάσεις. Ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης άνευ έδρας, λειτουργικής μονάδας ή αντιπροσωπείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος παρέχει σε πρόσωπα ευρισκόμενα στο έδαφος της Ρουμανίας πρόσβαση σε σύστημα αιχμής ή σε υπηρεσία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, ορίζει εκπρόσωπο — φυσικό πρόσωπο με κατοικία στη Ρουμανία ή νομικό πρόσωπο με έδρα στη Ρουμανία. Εκείνος που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος ορίζει μόνον σημείο επαφής για τις κοινοποιήσεις της Αρχής, το οποίο δύναται να είναι ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος (άρθρο 54 του κανονισμού για την ΤΝ), ο νόμιμος εκπρόσωπος (άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065) ή οιοδήποτε πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση. Η διάκριση επιβάλλεται από το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο, το οποίο υπάγει τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας στον έλεγχο του κράτους μέλους καταγωγής, και από την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 2023 στην υπόθεση C-376/22, Google Ireland κ.λπ., κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν δύνανται να θεσπίζουν, δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 4 της οδηγίας, γενικά και αφηρημένα μέτρα έναντι παρόχων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη· μια γενική υποχρέωση εκπροσωπήσεως στη Ρουμανία θα ήτο ένα τοιούτο μέτρο· το σημείο επαφής διασφαλίζει την κοινοποίηση των πράξεων άνευ περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η παράγραφος (2) καθορίζει τα όρια για τις υπηρεσίες οι οποίες δεν είναι συστήματα αιχμής — ένα εκατομμύριο μηνιαίων χρηστών στη Ρουμανία, ως μέσο όρο των τελευταίων 6 μηνών, ή έσοδα άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ κατά την τελευταία κλεισμένη χρήση —, ούτως ώστε η υποχρέωση να αφορά μόνον τους μεγάλους παγκόσμιους παρόχους, απαιτητή εντός 90 ημερών από την υπέρβαση του ορίου. Τα όρια εμπνέονται από τον κορεατικό νόμο, ο οποίος προβλέπει κριτήρια κύκλου εργασιών και αριθμού χρηστών, και από τη λογική των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065. Η παράγραφος (3) απαριθμεί τις αρμοδιότητες: την παραλαβή των κοινοποιήσεων, με το αποτέλεσμα ότι η κοινοποίηση προς τον εκπρόσωπο είναι εγκύρως γενομένη προς τον εκπροσωπούμενο — άνευ του κανόνος αυτού, κάθε διαδικασία θα ανεστέλλετο στο στάδιο της κοινοποιήσεως των πράξεων στο εξωτερικό· την εκπροσώπηση ενώπιον της Αρχής· τη διάθεση της τεκμηριώσεως· την παρακολούθηση της εκτελέσεως των αποφάσεων. Η παράγραφος (4) επιβάλλει την κοινοποίηση και τη δημοσιότητα των στοιχείων του εκπροσώπου. Η παράγραφος (5) διευκρινίζει ότι ο ορισμός δεν αναιρεί την ευθύνη του εκπροσωπουμένου· ο εκπρόσωπος έχει το δικαίωμα, διά εντολής, στα έγγραφα και τα μέσα που είναι αναγκαία για τις αρμοδιότητές του και ευθύνεται μόνον για τις ίδιες του υποχρεώσεις, και ουχί για τη συμπεριφορά του εκπροσωπουμένου, λύση ειλημμένη από το άρθρο 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065. Η παράγραφος (6) αποφεύγει τη διπλασίαση των θεσμών: η υποχρέωση θεωρείται εκπληρωθείσα εάν ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος που ορίζεται κατά το άρθρο 54 του κανονισμού για την ΤΝ είναι εξουσιοδοτημένος και για τις αρμοδιότητες του παρόντος νόμου και διαθέτει σημείο επαφής στη Ρουμανία. Η παράγραφος (7) συνδέει τον κανόνα με τον μηχανισμό εκτελέσεως, βαθμιαίως: η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως, μετά τη λήξη της προθεσμίας συμμορφώσεως, συνιστά διοικητική παράβαση κατά το άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο f) και λόγο εγγραφής στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, ενώ, για τις υπηρεσίες παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης της παραγράφου (2), η παρεμπόδιση της πρόσβασης κατά το άρθρο 39 δύναται να διαταχθεί μόνον εάν η μη εκπλήρωση εξακολουθεί μετά από δύο διαδοχικές κυρώσεις διοικητικών παραβάσεων. Ο θεσμός έχει καθιερωμένα προηγούμενα στο δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 27 του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων, άρθρο 13 του κανονισμού για τις ψηφιακές υπηρεσίες, άρθρο 54 του κανονισμού για την ΤΝ) και στο ρουμανικό δίκαιο, διά του νόμου αριθ. 365/2002 περί του ηλεκτρονικού εμπορίου.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 20 ρυθμίζει την αναφορά των σοβαρών περιστατικών. Η προθεσμία των 24 ωρών (παράγραφος (1)) είναι εκείνη του άρθρου 33 του ΓΚΠΔ (72 ώρες) μειωμένη αναλόγως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου και τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης έλαβε γνώση ή όφειλε να λάβει γνώση του περιστατικού· η αρχική αναφορά περιλαμβάνει τα γεγονότα, τα μέτρα και τα υπεύθυνα πρόσωπα στον βαθμό που είναι γνωστά κατά την ημερομηνία εκείνη, με προοδευτική συμπλήρωση, ενώ η πλήρης έκθεση εντός 15 ημερών επιτρέπει την ανάλυση των αιτίων. Προς αποφυγή του παραλληλισμού με το άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και με το άρθρο 73 του κανονισμού για την ΤΝ, η δευτέρα φράση της παραγράφου (1) διευκρινίζει ρητώς ότι η αναφορά προς την Αρχή δεν αντικαθιστά την αναφορά προς την Υπηρεσία ΤΝ και επιτρέπει τη διαβίβαση αντιγράφου της εκθέσεως που συντάσσεται κατά τον κανονισμό, συμπληρωμένης με τα ειδικά στοιχεία του νόμου· αποφεύγεται ούτω το διπλό διοικητικό βάρος και τηρείται η αρχή της «μίας μόνης αναφοράς». Η παράγραφος (2) επιβάλλει την αυτόματη αναστολή του συστήματος κατά τη διαπίστωση ικανότητας απώλειας του ελέγχου, αποπείρας αποφυγής ή μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης στα βάρη, έως την απόφαση της Αρχής: στις καταστάσεις αυτές, κάθε ώρα λειτουργίας είναι μία ώρα κινδύνου· η αναστολή δύναται να περιορισθεί στην επηρεαζόμενη λειτουργία, εάν η απομόνωσή της είναι επαληθεύσιμη, και δεν εφαρμόζεται στις εκδηλώσεις που παράγονται σε αδειοδοτημένη αξιολόγηση εντός απομονωμένου περιβάλλοντος (άρθρο 15 παράγραφος (2)), όπου η εκδήλωση της ικανότητας είναι ο ίδιος ο σκοπός της δοκιμής. Η παράγραφος (3) θεσπίζει περιορισμένη επιείκεια για την καλόπιστη αναφορά, κατά το πρότυπο των προγραμμάτων επιείκειας του δικαίου του ανταγωνισμού (η πολιτική επιείκειας που προβλέπεται από τον νόμο περί ανταγωνισμού αριθ. 21/1996, όπως αναδημοσιεύθηκε) και της υποχρεωτικής αναφοράς των γεγονότων στην πολιτική αεροπορία (κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 376/2014, ο οποίος θεσπίζει τη «δίκαιη νοοτροπία»): η καλόπιστη αναφορά και η συνεργασία με την Αρχή είναι ελαφρυντικές περιστάσεις και δεν δύνανται να οδηγήσουν σε αυστηρότερη κύρωση από εκείνη που θα εφαρμοζόταν άνευ της αναφοράς. Εν αντιθέσει προς την αρχική διατύπωση, η οποία απέκλειε την επιείκεια οσάκις η παράβαση ήταν εκ προθέσεως, το κείμενο διαχωρίζει τις δύο εκτιμήσεις: η πρόθεση επιβαρύνει την αξιολόγηση της πράξεως που προκάλεσε το περιστατικό, της οποίας την ευθύνη η αναφορά δεν αίρει, η δε αναφορά και η συνεργασία εκτιμώνται χωριστά. Άνευ της εγγυήσεως αυτής, η υποχρέωση αναφοράς θα ήτο αναποτελεσματική, δεδομένου ότι θα ισοδυναμούσε με αυτοκαταγγελία. Η παράγραφος (4) απαιτεί όπως μια τοιαύτη εκδήλωση, η οποία δεν είναι σοβαρό περιστατικό (άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο n)), καταγράφεται στα ημερολόγια και κοινοποιείται στην Αρχή εντός 5 ημερών, με τα εφαρμοσθέντα μέτρα απομονώσεως.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 21 διασφαλίζει την προστασία των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος. Οι σημαντικότερες πληροφορίες περί των κινδύνων των συστημάτων αιχμής προήλθαν, κατά τα έτη 2023–2025, ουχί από τις αρχές, αλλά από εργαζομένους και πρώην εργαζομένους των εργαστηρίων («Right to Warn», η ανοιχτή επιστολή του Ιουνίου 2024 των εργαζομένων και πρώην εργαζομένων της OpenAI και της Google DeepMind), οι οποίοι κατήγγειλαν την ύπαρξη ρητρών εμπιστευτικότητας και μη δυσφημίσεως που εξαρτούσαν τα περιουσιακά δικαιώματα (τις αποκτηθείσες μετοχές) από τη σιωπή. Η παράγραφος (1) παραπέμπει στο γενικό καθεστώς του νόμου αριθ. 361/2022 περί της προστασίας των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μεταφέρει την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 87 του κανονισμού για την ΤΝ, αποφεύγοντας ούτω τον παραλληλισμό· ο νόμος δεν δημιουργεί διακριτό καθεστώς προστασίας, αλλά επεκτείνει το υφιστάμενο καθεστώς σε τρεις καταστάσεις τις οποίες ο νόμος αριθ. 361/2022 δεν καλύπτει ρητώς: την αναφορά κινδύνων για την ασφάλεια (και ουχί μόνον παραβάσεων του νόμου), την αναφορά που απευθύνεται απευθείας στο Κοινοβούλιο ή στο κοινό και την αναφορά της αποκρύψεως ικανοτήτων. Η δευτέρα περίοδος ορίζει την καλή πίστη κατά τους όρους του άρθρου 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 — εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι οι πληροφορίες είναι αληθείς κατά τον χρόνο της αναφοράς —, προστατεύοντας το εύλογο σφάλμα. Η τρίτη περίοδος διακρίνει, όπως το άρθρο 15 της οδηγίας, τη δημόσια αποκάλυψη από την εμπιστευτική αναφορά: αυτή προστατεύεται υπό τους όρους του νόμου αριθ. 361/2022, καθώς και — ευνοϊκότερη εθνική προστασία, επιτρεπόμενη από την οδηγία — οσάκις αφορά επικείμενο κίνδυνο για τη ζωή, την υγεία ή τον ανθρώπινο έλεγχο επί συστήματος αιχμής. Η παράγραφος (2) δηλώνει αυτοδικαίως άκυρες τις συμβατικές ρήτρες οι οποίες εμποδίζουν την αναφορά ή εξαρτούν περιουσιακά δικαιώματα από τη σιωπή, συμπληρώνοντας τις διατάξεις του νόμου αριθ. 361/2022 περί της ακυρότητας της παραιτήσεως από δικαιώματα, οι οποίες αφορούν μόνον τα δικαιώματα που προβλέπονται από τον νόμο εκείνον. Η παράγραφος (3) παραπέμπει στο έγκλημα των αντιποίνων του άρθρου 41 παράγραφος (3), ενώ η παράγραφος (4) υποχρεώνει την Αρχή να οργανώσει ασφαλή και ανώνυμο δίαυλο και να δημοσιεύει ετήσια στατιστικά στοιχεία, εγγύηση αποτελεσματικότητας ειλημμένη από το καθεστώς των διαύλων αναφοράς του νόμου αριθ. 361/2022 και από τον SB 53 της Καλιφόρνιας (τμήμα 1107 του καλιφορνέζικου Κώδικα Εργασίας). Η παράγραφος (5) διευκρινίζει ότι η προστασία δεν επιτρέπει τη δημοσίευση των βαρών ή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα άνευ σχέσεως με την αναφορά, πλην όμως η κοινοποίηση προς την Αρχή, διά του ασφαλούς διαύλου, των αποσπασμάτων βαρών ή ημερολογίων που είναι απολύτως αναγκαία για την απόδειξή της δεν παραβιάζει το άρθρο 12 και δεν συνιστά το έγκλημα του άρθρου 42 παράγραφος (2), όπως διευκρινίζουν και εκείνα τα κείμενα.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 22 καθορίζει τις υποχρεώσεις των παρόχων υπολογιστικής υποδομής: την εγγραφή στην Αρχή, την επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών («γνώση της πελατείας», κατά το πρότυπο του νόμου αριθ. 129/2019 για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας), την τήρηση αρχείου του υπολογιστικού όγκου ανά πελάτη και την αμελλητί εκτέλεση των εντολών αναστολής της πρόσβασης πελάτη ή διακοπής εργασίας υπολογισμού (παράγραφος (1)). Η εντολή ταυτοποιεί τον πελάτη και την επίμαχη εργασία, εκτελείται με την απομόνωσή τους και τη διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων και δεν δύναται να θίξει τους λοιπούς δικαιούχους της υποδομής. Η παράγραφος (1) συμπληρώθηκε με την υποχρέωση του παρόχου να εξασφαλίζει στον φορέα ανάπτυξης και στον φορέα εκμετάλλευσης τα τεχνικά μέσα που είναι αναγκαία για την άσκηση και τη δοκιμή της ικανότητας διακοπής, υπό τους όρους του άρθρου 14: η υποχρέωση του άρθρου 14 παράγραφος (5), κατά την οποία η διακοπή πρέπει να ενεργεί επί της υποδομής, θα παρέμενε άλλως εκτελεστή μόνον στον βαθμό που το επιτρέπουν οι συμβατικοί όροι μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης και του παρόχου, κατάσταση την οποία το άρθρο 28 δευτέρα περίοδος ήδη προβλέπει, πλην όμως η οποία δεν δύναται να υποκαταστήσει νόμιμη υποχρέωση του παρόχου· η συμπλήρωση επισύρει συγχρόνως την κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο c). Η παράγραφος (2) απαγορεύει τη διάθεση χωρητικότητας ικανής να υπερβεί το όριο σε πρόσωπο το οποίο δεν αποδεικνύει την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 7 και καθιστά την υποχρέωση διαχειρίσιμη: η απόδειξη επαληθεύεται στο μητρώο κοινοποιήσεων που τηρεί η Αρχή, η δε χωρητικότητα εκτιμάται αθροιστικά, επί 12 μήνες, για τον ίδιο πελάτη και για τους συνδεδεμένους πελάτες, πλην όμως μόνον εντός των ορίων των πληροφοριών που ο πάροχος κατέχει ή δύναται να λάβει από τον πελάτη· ο πάροχος δεν υποχρεούται να γνωρίζει τον όγκο που χρησιμοποιείται σε άλλους παρόχους, η δε χρήση της υποδομής δεν τεκμαίρεται ότι συνιστά εκπαίδευση συστήματος αιχμής. Η διάταξη μετατρέπει τους παρόχους υποδομής σε «φύλακες» του καθεστώτος, κατά την ίδιαν λογική κατά την οποία τα πιστωτικά ιδρύματα είναι φύλακες του καθεστώτος προλήψεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και είναι η μόνη η οποία επιτρέπει την εφαρμογή του νόμου έναντι αλλοδαπών φορέων ανάπτυξης οι οποίοι θα χρησιμοποιούσαν κέντρα δεδομένων της Ρουμανίας.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 23 καθορίζει το καθεστώς των δημοσίων αρχών και ιδρυμάτων που αναπτύσσουν, προμηθεύονται ή εκμεταλλεύονται συστήματα αιχμής: η πρώτη περίοδος της παραγράφου (1) τα υπάγει, κατά κανόνα, σε όλες τις διατάξεις του νόμου, σε συσχέτιση με το γενικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, ενώ η δευτέρα περίοδος ρυθμίζει τον τομέα της άμυνας, της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας. Η διάταξη είναι συνταγματική και αναγκαία: το άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού για την ΤΝ εξαιρεί την εθνική ασφάλεια από το πεδίο του ακριβώς διότι αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών (άρθρο 4 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση), όπερ σημαίνει ότι, ελλείψει εθνικής ρυθμίσεως, τα συστήματα που αναπτύσσονται για τους σκοπούς αυτούς θα παρέμεναν εκτός οιουδήποτε κανόνος. Στον τομέα αυτόν δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 7–11 (η κοινοποίηση και η αδειοδότηση) και τα άρθρα 35 και 36 (η αντικειμενική αστική ευθύνη και η ασφάλιση), ενώ τα άρθρα 12–21 και το κεφ. V εφαρμόζονται με τις προσαρμογές που καθορίζονται διά αποφάσεως του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας της Χώρας (του αρμοδίου οργάνου κατά το άρθρο 119 του Συντάγματος και τον νόμο αριθ. 415/2002). Οι προσαρμογές αφορούν αποκλειστικά τα άρθρα 12–21, το δε κεφ. V εφαρμόζεται πλήρως, άνευ προσαρμογών: τα απόλυτα όρια περί της θανατηφόρου βίας, της νομικής προσωπικότητας, της προσβάσεως σε δικαιώματα και της ελευθερίας της εκφράσεως δεν περιλαμβάνουν διαδικασίες κοινοποιήσεως ή αξιολογήσεως επιδεκτικές προσαρμογής, ούτως ώστε τυχόν εξουσιοδότηση επ' αυτών θα ήτο, συγχρόνως, άνευ αντικειμένου και επιδεκτική να αναγνωσθεί ως παρέκκλιση από τις εγγυήσεις. Οι προσαρμογές περιορίζονται εκ του νόμου σε προσδιορισμένα επιχειρησιακά ζητήματα — τη διαδικασία κοινοποιήσεως, τους τρόπους αξιολογήσεως και την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες — και δεν δύνανται να άρουν τον ουσιαστικό ανθρώπινο έλεγχο, την ικανότητα διακοπής, τις απαγορεύσεις των άρθρων 15 και 24 και την προστασία των καταγγελλόντων του άρθρου 21, ούτε να τροποποιήσουν τα συστατικά στοιχεία των διοικητικών παραβάσεων ή των εγκλημάτων: μια απόφαση του CSAT δεν είναι νόμος κατά την έννοια του άρθρου 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος και δεν δύναται να ορίζει κυρούμενες πράξεις. Η παράγραφος (2) προβλέπει ότι η Αρχή ασκεί τον έλεγχο διά προσωπικού με πιστοποιητικό ασφαλείας, κατά τον νόμο αριθ. 182/2002, και υποδεικνύει τη δικαστική εγγύηση: η προσβολή των αποφάσεων που αφορούν διαβαθμισμένες πληροφορίες γίνεται υπό τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο αριθ. 182/2002 και από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Κεφάλαιο V – Απόλυτα όρια. Ρήτρες ανθρωπιάς (άρθρα 24–30)
Το κεφάλαιο V περιλαμβάνει τις απαγορεύσεις τις οποίες ο νόμος καθιερώνει ως κανόνες δημοσίας τάξεως, μη επιδεκτικές παρεκκλίσεως διά άδειας, συμβάσεως ή συναινέσεως. Η ονομασία «ρήτρες ανθρωπιάς» είναι ειλημμένη από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο (η ρήτρα Martens των Συμβάσεων της Χάγης του 1899 και του 1907, κατά την οποία, στις μη προβλεπόμενες περιπτώσεις, τα πρόσωπα παραμένουν υπό την προστασία των «αρχών της ανθρωπιάς και των απαιτήσεων της δημόσιας συνειδήσεως») και εκφράζει την ιδέα ότι, ενώπιον μιας τεχνολογίας οι συνέπειες της οποίας δεν δύνανται να προβλεφθούν, ο νόμος πρέπει να θέσει ορισμένα όρια τα οποία δεν εξαρτώνται από αξιολογήσεις κινδύνου, από όρια ή από άδειες.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 24 καθιερώνει τον ανθρώπινο έλεγχο επί της θανατηφόρου βίας. Η παράγραφος (1) απαγορεύει όπως απόφαση χρήσεως θανατηφόρου βίας κατά ανθρωπίνου όντος λαμβάνεται ή εκτελείται από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης άνευ της επεμβάσεως ταυτοποιημένου φυσικού προσώπου, «για εκάστη απόφαση χωριστά», το οποίο διαθέτει τις πληροφορίες, τον χρόνο και τα μέσα που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση και την παρεμπόδιση αυτής — και ουχί απλώς της τυπικής παρουσίας ανθρώπου. Η διατύπωση υιοθετεί το πρότυπο του «ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου» το οποίο διαπραγματεύθηκε στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών περί ορισμένων συμβατικών όπλων και τη θέση που εξέφρασαν ο Γενικός Γραμματεύς του ΟΗΕ και η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (η κοινή έκκληση της 5ης Οκτωβρίου 2023) για τη σύναψη, έως το 2026, δεσμευτικού νομικού μέσου περί των συστημάτων αυτόνομων όπλων· το ψήφισμα της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ 78/241 της 22ας Δεκεμβρίου 2023 υιοθετήθηκε με την ψήφο 152 κρατών, περιλαμβανομένης της Ρουμανίας. Η δευτέρα περίοδος επιβάλλει την καταγραφή της αποφάσεως και του προσώπου που την ενέκρινε, ούτως ώστε η ευθύνη να εξατομικεύεται, και ορίζει αρνητικώς το πεδίο του κανόνος: αυτός δεν αφορά την αυτόματη αναχαίτιση βλημάτων και μη επανδρωμένων συσκευών, οι οποίες δεν στοχεύουν ανθρώπινα όντα, ούτε τις προσομοιώσεις εκπαιδεύσεως, ο δε συσχετισμός με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο διασφαλίζεται διά της ειδικής νομοθεσίας. Η οριοθέτηση αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση η οποία θα εκκένωνε τον κανόνα από περιεχόμενο, αλλά εμποδίζει την εφαρμογή του ιδίου τύπου σε διαφορετικές καταστάσεις. Τα συστήματα υποστηρίξεως της αποφάσεως, στα οποία η απόφαση παραμένει ανθρώπινη, δεν εμπίπτουν ούτε αυτά στον κανόνα. Η παράγραφος (2) παραπέμπει, για τον ορισμό του αυτόνομου φονικού οπλικού συστήματος, στο άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο x), και ουχί στην προηγούμενη παράγραφο, η οποία δεν περιλαμβάνει ορισμό, αλλά τον κανόνα της ανθρώπινης παρεμβάσεως για εκάστη απόφαση. Η παράγραφος (2) δεσμεύει το ρουμανικό κράτος να μην αναπτύσσει, να μην προμηθεύεται και να μην αδειοδοτεί τοιαύτα συστήματα και να υποστηρίζει τη διεθνή απαγόρευσή τους.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 25 απαγορεύει τη νομική προσωπικότητα και την περιουσιακή αυτονομία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η παράγραφος (1) αποκλείει ρητώς το να αποκτούν τα συστήματα νομική προσωπικότητα ή να είναι μέρη σε έννομες σχέσεις και καταλογίζει κάθε δικαιοπραξία που συνάπτεται μέσω αυτών στο πρόσωπο εξ ονόματος του οποίου ενήργησαν. Η διάταξη είναι αναγκαία διότι το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2017 (2015/2103(INL)) πρότεινε τη διερεύνηση καθεστώτος «ηλεκτρονικού προσώπου» για τα αυτόνομα ρομπότ, πρόταση η οποία μεταγενεστέρως απορρίφθηκε, ενώ η ρουμανική νομοθεσία δεν περιέχει ρητό κανόνα· το άρθρο 25 του Αστικού Κώδικα απαριθμεί τα υποκείμενα δικαίου (το φυσικό πρόσωπο και το νομικό πρόσωπο), πλην όμως δεν αποκλείει τη δημιουργία διά νόμου άλλων κατηγοριών. Η παράγραφος (2) απαγορεύει, στην πρώτη περίοδο, την απόδοση σε σύστημα της ικανότητας να κατέχει στο όνομά του χρήματα, ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, χρηματοπιστωτικά μέσα, αγαθά, λογαριασμούς ή κρυπτογραφικά κλειδιά· η απαγόρευση αυτή είναι το περιουσιακό συμπόρισμα της κρίσιμης ικανότητας της «αυτόνομης αποκτήσεως πόρων» του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχείο c): ένα σύστημα το οποίο δύναται να πληρώνει για την ιδίαν του υπολογιστική υποδομή δεν δύναται πλέον να διακοπεί διά της διακοπής της χρηματοδοτήσεως. Ούτως ώστε η απαγόρευση να μην περιλαμβάνει τις αυτόματες πληρωμές, τις κατανομές υπολογιστικής ισχύος και τις τρέχουσες επαγγελματικές πράξεις που διενεργούνται εντός ορίων καθοριζομένων από υπεύθυνο άνθρωπο, η δευτέρα περίοδος υιοθετεί τη λύση της οριοθετημένης εντολής: η διαχείριση ή η διάθεση τοιούτων πόρων ή υπολογιστικών πόρων διά συστήματος επιτρέπεται μόνον εντός των ορίων εντολής καθοριζομένης εκ των προτέρων από υπεύθυνο πρόσωπο, προσδιοριζομένης διά του αντικειμένου, της διαρκείας, του ανωτάτου ορίου και των προϋποθέσεων διακοπής· η αυτόνομη επέκταση της εντολής απαγορεύεται, η δε πράξη που την υπερβαίνει καταλογίζεται στον εντολέα και επιβάλλει τη διακοπή του συστήματος. Ο ορισμός της αυτόνομης ενέργειας του άρθρου 3 παράγραφος (2) στοιχείο d) παραπέμπει στην ίδια εντολή, το δε άρθρο 42 παράγραφος (1) ποινικοποιεί μόνον την παράβαση της πρώτης περιόδου και της παραγράφου (3), ούτως ώστε τα στοιχεία του ποινικού αδικήματος να καθορίζονται εκ του νόμου (άρθρο 23 παράγραφος (12) και άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος). Η παράγραφος (3) απαγορεύει τη σύσταση νομικών προσώπων ή καταπιστευμάτων ελεγχομένων πραγματικώς από σύστημα, προς απόφραξη της οδού καταστρατηγήσεως διά της παρεμβολής νομικής οντότητας, και ορίζει τον πραγματικό έλεγχο ως πραγματική εξουσία αποφάσεως επί των πράξεων της οντότητας, η δε χρήση του συστήματος για ανάλυση ή συστάσεις δεν συνιστά έλεγχο.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 26 θεσπίζει την απαγόρευση της εξαρτήσεως της συμμετοχής στην κοινωνική ζωή από τις αποφάσεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και από την αποδοχή των ψηφιακών μέσων. Η διάταξη ανταποκρίνεται σε κίνδυνο διακριτό από εκείνον της απώλειας του τεχνικού ελέγχου, πλην όμως εξ ίσου σοβαρό για την ελευθερία του πολίτη: εκείνον μιας κοινωνίας στην οποία η πρόσβαση στα δικαιώματα, στις ουσιώδεις υπηρεσίες και στην οικονομική και πολιτική ζωή καθίσταται υπηρεσία υπό προϋποθέσεις, παρεχομένη ή αφαιρουμένη αυτομάτως, αναλόγως του αν το πρόσωπο συμμορφώνεται ή ουχί. Η προειδοποίηση διατυπώθηκε δημοσίως, με αξιομνημόνευτους όρους, από τον Αυστραλό γερουσιαστή Alex Antic, σε κοινοβουλευτική ομιλία η οποία διαδόθηκε ευρέως το 2026: σε μια κάποτε ελεύθερη χώρα, ο πολίτης κατείχε τα πράγματα για τα οποία επλήρωνε και δεν εζούσε τη ζωή του επί συνδρομή· «η ψηφιακή φυλακή κλείνει, ουχί μόνον στην Αυστραλία, αλλά παγκοσμίως», και, άπαξ ολοκληρωθεί, «η ελευθερία σου θα εξαρτάται από τη συμμόρφωση προς τη μεγάλη κυβέρνηση και τη μεγάλη τεχνολογία, οι οποίες θα ελέγχουν το κουμπί διακοπής της συμμετοχής σου στην κοινωνία». Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το στοιχείο το οποίο καθιστά δυνατή μια τοιαύτη αρχιτεκτονική σε κλίμακα, δεδομένου ότι μόνον αυτή δύναται να εποπτεύει, να αξιολογεί και να αποφασίζει επί εκατομμυρίων προσώπων συγχρόνως, άνευ ανθρώπινης επεμβάσεως· διά τούτο η απαγόρευση έχει τη θέση της στο κεφάλαιο των ρητρών ανθρωπιάς.
Η παράγραφος (1) απαγορεύει στις δημόσιες αρχές και στα δημόσια ιδρύματα, καθώς και στους παρόχους ουσιωδών υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος, να εξαρτούν, να περιορίζουν ή να αναστέλλουν την πρόσβαση ενός προσώπου σε θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, σε δημόσιες και ουσιώδεις υπηρεσίες ή στη συμμετοχή στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή «αποκλειστικώς επί τη βάσει» αποφάσεως, αξιολογήσεως ή ταξινομήσεως παραγομένης από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης· η διάταξη δεν απαγορεύει τη χρήση των συστημάτων ως εργαλείου υποστηρίξεως, αλλά την αντικατάσταση της ανθρώπινης αποφάσεως. Οι παράγραφοι (2)–(6) οικοδομούν, σε τρεις βαθμίδες, τις εγγυήσεις του προσώπου. Η πρώτη βαθμίδα είναι διοικητική: το δικαίωμα σε επανεξέταση της αποφάσεως, εντός 15 ημερών, από ταυτοποιημένο φυσικό πρόσωπο, το οποίο φέρει την ευθύνη της τελικής αποφάσεως και την αιτιολογεί εγγράφως (παράγραφος (2)), όπερ εμποδίζει τη μετατροπή της «επανεξετάσεως» σε δευτέρα αυτόματη διαδικασία· η μηχανική επιβεβαίωση της βαθμολογίας, άνευ πραγματικής εξετάσεως της καταστάσεως του προσώπου, δεν συνιστά επανεξέταση, για δε τις υπηρεσίες υγείας ή τη διακοπή ουσιώδους υπηρεσίας, όπου οι 15 ημέρες δύνανται να σημαίνουν ανεπανόρθωτη ζημία, το πρόσωπο επιτυγχάνει, κατόπιν αιτήσεως, εντός 48 ωρών κατ' ανώτατο όριο, την προσωρινή διατήρηση της πρόσβασης έως το αποτέλεσμα της επανεξετάσεως. Η δευτέρα βαθμίδα αφορά την πρόσβαση στην υπηρεσία, και ουχί την προσβολή της αποφάσεως: η παράγραφος (3) υποχρεώνει στη διατήρηση οδού λήψεως της υπηρεσίας ή ασκήσεως του δικαιώματος η οποία δεν εξαρτάται από σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, δηλαδή μέσω προσώπου, στην έδρα, στη θυρίδα ή διά άλλου προσβασίμου μέσου, ούτως ώστε ο πολίτης ο οποίος δεν δύναται ή δεν επιθυμεί να διέλθει διά του αυτομάτου συστήματος να μην αποκλείεται· και η παράγραφος (4), ο πυρήνας του κανόνος, απαγορεύει την εξάρτηση της πρόσβασης από την αποδοχή μέσου ψηφιακής ταυτοποιήσεως, ψηφιακού μέσου πληρωμής ή συστήματος αξιολογήσεως της συμμορφώσεως, με υποχρεωτική εναλλακτική. Ο νόμος δεν απαγορεύει την ψηφιακή ταυτότητα, την ψηφιακή πληρωμή ή την αυτόματη αξιολόγηση καθ' εαυτές· απαγορεύει το να καταστούν αυταί υποχρεωτική προϋπόθεση της συμμετοχής στην κοινωνία. Η εναλλακτική δεν αίρει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις ταυτοποιήσεως ή ασφαλείας των πληρωμών, οι οποίες εκπληρώνονται διά άλλων μέσων (παράγραφος (4) δευτέρα περίοδος). Η τρίτη βαθμίδα είναι δικαστική, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος: η παράγραφος (5) παρέχει στο πρόσωπο το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση που διατηρείται κατόπιν της επανεξετάσεως, την άρνηση της επανεξετάσεως και την άρνηση της οδού πρόσβασης ή της εναλλακτικής ενώπιον του πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, εντός 30 ημερών, με απαλλαγή από το δικαστικό ένσημο, άνευ προηγούμενης διαδικασίας, με εκδίκαση κατεπειγόντως κατά την αντιδικαστική διαδικασία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και με δυνατότητα αναστολής της αποφάσεως, ανεξαρτήτως αν ο εκδώσας είναι δημόσια αρχή ή ιδιώτης πάροχος· η σιωπή επί της αιτήσεως επανεξετάσεως ισοδυναμεί με διατήρηση της αποφάσεως· η παράγραφος (6) προβλέπει την έφεση ενώπιον του εφετείου, εντός 15 ημερών, της αποφάσεως αυτού ούσης αμετάκλητης. Η αρμοδιότητα του πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας του προσώπου, και ουχί του δικαστηρίου της έδρας του εκδώσαντος, είναι κανόνας προστασίας του ασθενούς μέρους, γνωστός στο δίκαιο του καταναλωτή (άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012) και στις εργατικές διαφορές· η ενοποίηση της διαδικασίας για τις αρχές και τους ιδιώτες παρόχους, με έφεση εις αντικατάστασιν της αναιρέσεως, απαιτεί τη ρητή παρέκκλιση από το άρθρο 7 (την προηγούμενη διοικητική διαδικασία), το άρθρο 10 (την αρμοδιότητα) και το άρθρο 20 (την αναίρεση) του νόμου περί διοικητικών διαφορών αριθ. 554/2004, διατυπωμένη κατά το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000, και δικαιολογείται από την ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του εκδώσαντος (η παρέκκλιση μόνον από το άρθρο 10 θα καθιστούσε εφαρμοστέες την προηγούμενη διοικητική προσφυγή και την αναίρεση). Η παράγραφος (7) ορίζει τις ουσιώδεις υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος διά περιοριστικής απαριθμήσεως (ενέργεια, αέριο, ύδρευση, επικοινωνίες, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πληρωμών, υγεία, δημόσιες μεταφορές, εκπαίδευση), προς την ακρίβεια που απαιτείται από τον νόμο αριθ. 24/2000. Η παράγραφος (8) συντονίζει τον κανόνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού για την ΤΝ, το οποίο απαγορεύει τα συστήματα «κοινωνικής βαθμολόγησης», και με το άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, το οποίο απονέμει στο πρόσωπο το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση βασιζομένη αποκλειστικώς στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων του· οι δύο ευρωπαϊκοί κανόνες προστατεύουν το πρόσωπο σε περιορισμένες περιπτώσεις (την αξιολόγηση της κοινωνικής συμπεριφοράς με δυσανάλογη μεταχείριση, αντιστοίχως την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα), ενώ το άρθρο 26 θεσπίζει αντικειμενική απαγόρευση, δημοσίας τάξεως, ως προς την πρόσβαση στα δικαιώματα και στις υπηρεσίες, άνευ διπλασιάσεώς τους. Η διάταξη συνεχίζει, στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, την προστασία του πολίτη έναντι των ψηφιακών πλατφορμών και έναντι των τεχνολογικών εισβολών που καθιερώθηκε από τον Νόμο περί Κυριαρχίας, και στηρίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος (3), στο άρθρο 16 και στο άρθρο 53 του Συντάγματος: ο περιορισμός της ασκήσεως δικαιωμάτων δεν δύναται να διαταχθεί παρά μόνον διά νόμου, αναλόγως και άνευ προσβολής της υπάρξεως του δικαιώματος, προϋποθέσεις τις οποίες μια αυτόματη απόφαση, άνευ ανθρώπινης ευθύνης, δεν δύναται να πληρώσει.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 27 καθιερώνει την απαγόρευση της λογοκρισίας που ασκείται διά συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η παράγραφος (1) εκκινεί από το άρθρο 30 παράγραφος (2) του Συντάγματος («Η λογοκρισία οιουδήποτε είδους απαγορεύεται») και το εξειδικεύει για τα αυτόματα μέσα: μια συνταγματική απαγόρευση απευθυνομένη, ιστορικώς, στον ανθρώπινο λογοκριτή δεν δύναται να παρακαμφθεί διά της αναθέσεως της ιδίας λειτουργίας σε σύστημα το οποίο αποφασίζει τι δύνανται να λέγουν και τι δύνανται να πληροφορούνται οι πολίτες. Ο κανόνας δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα, αλλά εμποδίζει την αποκένωση περιεχομένου ενός υφισταμένου, όπερ τον τοποθετεί στην κατηγορία των κανόνων διασφαλίσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι οποίοι δεν αποτελούν μέρος του τομέα που εναρμονίζεται από τον κανονισμό για την ΤΝ, αυτού ρυθμίζοντος τις υποχρεώσεις των φορέων των συστημάτων, και ουχί το περιεχόμενο των δικαιωμάτων των προσώπων. Η δευτέρα περίοδος, η οποία στην αρχική διατύπωση απαγόρευε απολύτως κάθε χρήση συστήματος για τον περιορισμό της εκφράσεως, συσχετίσθηκε με τις παραγράφους (2)–(6): η απαγόρευση αφορά τον περιορισμό εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τον νόμο και άνευ των εγγυήσεων του άρθρου, ούτως ώστε το περιεχόμενο που απαγορεύεται από τον νόμο να δύναται να εξακολουθεί να εντοπίζεται και να αφαιρείται, τηρουμένων των προϋποθέσεων αιτιολογήσεως και επανεξετάσεως. Ο κανόνας προστατεύει τα πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφος της Ρουμανίας, και ουχί μόνον τους ρουμάνους πολίτες, κατά ορολογική ενότητα με την παράγραφο (2) και με το άρθρο 26 (άρθρο 37 του νόμου αριθ. 24/2000). Η παράγραφος (2) ορίζει το υλικό στοιχείο της απαγορεύσεως, με τους τεχνικούς όρους της πρακτικής της αυτόματης διαχειρίσεως περιεχομένου: την παρεμπόδιση, την αφαίρεση, τον αποκλεισμό, την απόκρυψη, τον περιορισμό της προβολής και τη σήμανση ως ψευδούς της εκφράσεως, καθώς και την κύρωση του προσώπου για την έκφραση, οσάκις διατάσσονται αποκλειστικώς από το σύστημα και αφορούν έκφραση την οποία ο νόμος δεν απαγορεύει. Η διατύπωση «αποκλειστικώς επί τη βάσει αποφάσεως… παραγομένης από το σύστημα» είναι η ίδια με εκείνη του άρθρου 26 παράγραφος (1) και με εκείνη του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ενώ η προϋπόθεση «εάν η έκφραση δεν απαγορεύεται από τον νόμο» διατηρεί ακέραια τα όρια της ελευθερίας εκφράσεως που προβλέπονται από το άρθρο 30 παράγραφοι (6) και (7) του Συντάγματος και από τον ποινικό νόμο. Η παράγραφος (3) απαγορεύει στις δημόσιες αρχές και στα δημόσια ιδρύματα να χρησιμοποιούν, να παραγγέλλουν, να χρηματοδοτούν ή να ζητούν, αμέσως ή διά τρίτων, συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για την εξατομικευμένη παρακολούθηση των προσώπων επί τη βάσει της δημόσιας εκφράσεώς τους ή για την ταξινόμηση, τη σήμανση ή τον περιορισμό της εκφράσεώς τους· η εξαίρεση περιορίζεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς από τον νόμο, σε σχέση με ποινικές πράξεις και με την προηγουμένη άδεια του δικαστού, δηλαδή στο καθεστώς των μέτρων τεχνικής εποπτείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η στατιστική ή μη εξατομικευμένη επεξεργασία δημοσίων πληροφοριών δεν συνιστά παρακολούθηση. Ο κανόνας ανταποκρίνεται σε πρακτική τεκμηριωμένη σε πλείονα κράτη, στα οποία οι αρχές εζήτησαν από τις πλατφόρμες, διά ανεπισήμων διαύλων, τον αυτόματο περιορισμό νομίμων περιεχομένων. Η παράγραφος (4) θεσπίζει τη διαφάνεια του μέτρου: την αμελλητί κοινοποίηση, εγγράφως, με τους λόγους, τη νομική βάση και τη μνεία ότι ελήφθη διά αυτομάτου συστήματος, και απαγορεύει τον μη δεδηλωμένο περιορισμό της προβολής («shadow banning»), την πρακτική διά της οποίας η έκφραση ενός προσώπου αποκρύπτεται από τους λοιπούς άνευ γνώσεώς του. Η παράγραφος (5) διασφαλίζει την ανθρώπινη επανεξέταση εντός 15 ημερών και παραπέμπει στο ένδικο μέσο του άρθρου 26 παράγραφοι (5) και (6): το πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του προσώπου, έφεση ενώπιον του εφετείου. Η παράγραφος (6) ρυθμίζει τη σχέση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2065 για τις ψηφιακές υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την αιτιολογική σκέψη 9, εναρμονίζει πλήρως τις υποχρεώσεις των παρόχων ενδιαμέσων υπηρεσιών και ρυθμίζει ρητώς τους συμβατικούς όρους (άρθρο 14), την αιτιολόγηση των αποφάσεων διαχειρίσεως περιεχομένου (άρθρο 17) και την εσωτερική επίλυση των καταγγελιών (άρθρο 20), άνευ απαγορεύσεως οιασδήποτε αρχικής αυτοματοποιημένης αποφάσεως· για τις πλατφόρμες, η νομιμότητα ενός περιεχομένου δεν ισοδυναμεί με την υποχρέωση φιλοξενίας του. Διά τούτο, για τους παρόχους ενδιαμέσων υπηρεσιών, το άρθρο εφαρμόζεται στον βαθμό που είναι συμβατός με τον κανονισμό, του οποίου οι διατάξεις παραμένουν εφαρμοστέες, δεν εμποδίζει τα μέτρα κατά ανεπιθύμητων μηνυμάτων, αυτοματοποιημένων λογαριασμών ή κινδύνων πληροφορικής ασφαλείας ούτε τα φίλτρα που επιλέγει ο χρήστης, και δεν δύναται να περιορίσει οιαδήποτε εγγύηση που προβλέπεται από τον κανονισμό υπέρ των αποδεκτών των υπηρεσιών. Η διατύπωση επιλύει υπέρ του δικαίου της Ένωσης την ένταση την οποία η απλή ρήτρα «άνευ θίξεως» άφηνε ανοικτή, παραμένουσας πλήρους της εθνικής εγγυήσεως έναντι των δημοσίων αρχών και των φορέων που δεν είναι πάροχοι ενδιαμέσων υπηρεσιών. Η παράβαση του άρθρου συνιστά διοικητική παράβαση (άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο d)), και διά του αποτελέσματος του άρθρου 30 κάθε αντίθετη ρήτρα είναι αυτοδικαίως άκυρη.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 28 διασφαλίζει την ανθρώπινη επέμβαση, απαγορεύοντας τη θέση ή τη διατήρηση σε λειτουργία των συστημάτων αιχμής υπό συνθήκες οι οποίες καθιστούν αδύνατη, τεχνικώς ή οργανωτικώς, την επέμβαση που προβλέπεται στο άρθρο 14, περιλαμβανομένης της κατανομής του συστήματος σε μη ελεγχόμενες υποδομές, της διαγραφής της ικανότητας διακοπής ή ενός βαθμού αυτονομίας ο οποίος αποκλείει την εποπτεία. Εάν το άρθρο 14 καθορίζει τις θετικές υποχρεώσεις του φορέα εκμετάλλευσης, το άρθρο 28 καθορίζει την αντίστοιχη απόλυτη απαγόρευση, ποινικώς κυρούμενη (άρθρο 42), και καλύπτει τις καταστάσεις στις οποίες η επέμβαση καθίσταται αδύνατη ουχί διά της ενεργείας του συστήματος, αλλά διά της επιλογής αρχιτεκτονικής του φορέα εκμετάλλευσης (παραδείγματος χάριν, συστήματα κατανεμημένα σε αποκεντρωμένα δίκτυα άνευ σημείου ελέγχου). Η δευτέρα περίοδος, προστεθείσα διότι το άρθρο 42 παράγραφος (1) παραπέμπει απευθείας στην απαγόρευση, οριοθετεί την πράξη: η χρήση υποδομής ανήκουσας σε τρίτον δεν συνιστά, αφ' εαυτής, έλλειψη ελέγχου, εάν τα συμβατικά δικαιώματα και τα τεχνικά μέσα επιτρέπουν στον φορέα εκμετάλλευσης την επαληθεύσιμη άσκηση της ικανότητας διακοπής, η δε προσωρινή αδυναμία μιας οδού επεμβάσεως, επανορθούμενη αμελλητί και καταγραφόμενη στα ημερολόγια, δεν συνιστά αδυναμία. Από τη διάκριση αυτή μεταξύ παροδικής βλάβης και διαρθρωτικής παραιτήσεως από τον έλεγχο εξαρτάται η προβλεψιμότητα του ποινικού κανόνα (άρθρο 23 παράγραφος (12) του Συντάγματος).
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 29 απαγορεύει τη μη περιορισμένη αναδρομική αυτοβελτίωση: τη σχεδίαση, εκπαίδευση ή εκμετάλλευση συστήματος ούτως ώστε να βελτιώνει τις ίδιες του τις ικανότητες ή να δημιουργεί ικανότερα διάδοχα συστήματα άνευ υποβολής εκάστης επαναλήψεως σε ανθρώπινη αξιολόγηση και έγκριση, στοιχείο περιλαμβανόμενο στον ορισμό του άρθρου 3 παράγραφος (2) στοιχείο h). Το σενάριο της «εκρήξεως νοημοσύνης» (I.J. Good, 1965), στο οποίο ένα σύστημα ικανό να σχεδιάζει συστήματα καλύτερα από το ίδιο πυροδοτεί αύξηση των ικανοτήτων εκτός οιουδήποτε ελέγχου, θεωρείται από σημαντικό μέρος της επιστημονικής κοινότητας, περιλαμβανομένου του Hinton, ως η πλέον πιθανή οδός προς μη αναστρέψιμη απώλεια του ελέγχου. Η δευτέρα περίοδος υποβάλλει στην αξιολόγηση και αδειοδότηση του κεφ. III κάθε επανάληψη διά της οποίας σύστημα αιχμής συμβάλλει, μέσω ουσιώδους τροποποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο aa), στη δημιουργία ή στην τελειοποίηση διαδόχου συστήματος· το όριο της ουσιώδους τροποποιήσεως αποκλείει τις ελάσσονες διορθώσεις κώδικα και τα πειράματα άνευ επιπτώσεως επί του κινδύνου, τα οποία η αρχική διατύπωση («συμβάλλει») θα περιελάμβανε. Τα ερευνητικά προγράμματα στα οποία τα συστήματα αιχμής χρησιμοποιούνται ως εργαλείο δύνανται να αδειοδοτούνται στο σύνολό τους, με υποχρεωτικά σημεία διακοπής καθοριζόμενα κατά το άρθρο 8 και με ανθρώπινη έγκριση κάθε σταδίου που παράγει νέο μοντέλο ή ουσιώδη τροποποίηση. Το άρθρο δεν απαγορεύει την έρευνα στον τομέα ούτε τη χρήση των συστημάτων για τη σχεδίαση άλλων συστημάτων, αλλά μόνον την εξάλειψη της «ανθρώπινης βρόχου» μεταξύ των επαναλήψεων· διπλασιάζεται από την απαγόρευση εκπαιδεύσεως του άρθρου 15 στοιχείο e) και από την κρίσιμη ικανότητα του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχείο e), άνευ επικαλύψεως με αυτές: το άρθρο 5 χαρακτηρίζει, το άρθρο 15 απαγορεύει την εκπαίδευση, το άρθρο 29 απαγορεύει την εκμετάλλευση.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 30 δηλώνει τις διατάξεις του κεφαλαίου κανόνες δημοσίας τάξεως και κυρώνει με απόλυτη ακυρότητα κάθε αντίθετη πράξη, διευκρινίζοντας ότι οι απαγορεύσεις δεν δύνανται να αρθούν διά συναινέσεως, εμπορικού απορρήτου, εθνικής ασφάλειας ή οικονομικού συμφέροντος. Η διάταξη εφαρμόζει το άρθρο 11 του Αστικού Κώδικα («δεν δύναται να γίνει παρέκκλιση διά συμβάσεων ή μονομερών δικαιοπραξιών από τους νόμους που ενδιαφέρουν τη δημόσια τάξη ή από τα χρηστά ήθη») και τα άρθρα 1246–1250 περί της απόλυτης ακυρότητας, και έχει ως ρόλο να αποκλείσει τα προβλέψιμα επιχειρήματα υπέρ μιας εξαιρέσεως: ότι ο χρήστης συναίνεσε, ότι το σύστημα είναι μυστικό ή ότι το οικονομικό ή στρατηγικό συμφέρον το απαιτεί. Η ρητή μνεία της εθνικής ασφάλειας είναι αναγκαία προς εμπόδιση της ερμηνείας κατά την οποία το άρθρο 23 θα επέτρεπε στο CSAT να άρει τα όρια αυτά, η δε τελευταία περίοδος το δηλώνει ευθέως: οι προσαρμογές που προβλέπονται στο άρθρο 23 δεν συνιστούν παρεκκλίσεις από τις εγγυήσεις του κεφαλαίου. Η παράγραφος (2) διευκρινίζει την έκταση της ακυρότητας, κατά το άρθρο 1255 του Αστικού Κώδικα: η ακυρότητα αφορά μόνον την αντίθετη ρήτρα, οι δε λοιπές ρήτρες παραμένουν έγκυρες εάν δύνανται να υφίστανται άνευ αυτής, τα δε καλοπίστως αποκτηθέντα δικαιώματα τρίτων οι οποίοι δεν συμμετέσχον στην παράβαση προστατεύονται. Η τελευταία περίοδος αναγνωρίζει ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν δύναται, αφ' εαυτού, να άρει την υπεροχή του αμέσως εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης, την καθιερουμένη από το άρθρο 148 παράγραφος (2) του Συντάγματος.
Κεφάλαιο VI – Η Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης (άρθρα 31–34)
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 31 ιδρύει την Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης ως ειδική δομή, άνευ νομικής προσωπικότητας, εντός της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες (ANCOM). Η επιλογή της οργανώσεως εντός της ANCOM, εις αντικατάστασιν μιας νέας αυτόνομης διοικητικής αρχής, έχει τρία θεμέλια. Το πρώτο είναι θεσμικό: η ANCOM είναι ήδη η αρχή που προτείνεται από την Κυβέρνηση, διά του μνημονίου για την εφαρμογή του κανονισμού για την ΤΝ, ως αρχή εποπτείας της αγοράς και μοναδικό σημείο επαφής σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης, ούτως ώστε μια παράλληλη αρχή θα είχε δημιουργήσει ακριβώς τον θεσμικό παραλληλισμό τον οποίο το άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000 απαγορεύει και θα είχε υποχρεώσει τους φορείς ανάπτυξης σε δύο διαδικασίες ενώπιον δύο αρχών για το ίδιο σύστημα. Το δεύτερο είναι καταστατικό: η ANCOM είναι αυτόνομη διοικητική αρχή υπό κοινοβουλευτικό έλεγχο, κατά την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 22/2009, χρηματοδοτούμενη εξ ολοκλήρου από ίδια έσοδα και εξαιρουμένη ρητώς, διά του άρθρου 2 παράγραφος (2) του νόμου-πλαισίου αριθ. 153/2017, από το ενιαίο σύστημα μισθοδοσίας του προσωπικού που αμείβεται από δημόσιους πόρους, όπερ καθιστά δυνατή την ανταγωνιστική αμοιβή των ειδικών άνευ ουδεμίας νέας παρεκκλίσεως. Το τρίτο είναι επιχειρησιακό: η ANCOM διαθέτει την εδαφική υποδομή, το τεχνικό προσωπικό και τη θεσμική σχέση με τους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των μέτρων παρεμποδίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 39. Η παράγραφος (2) ρυθμίζει τη διοίκηση: ένας αντιπρόεδρος της ANCOM με βαθμό υφυπουργού, με αποκλειστικές αρμοδιότητες στον τομέα της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης, διοριζόμενος από το Κοινοβούλιο σε κοινή συνεδρίαση για θητεία 6 ετών, μη ανανεώσιμη, μεταξύ προσώπων με αναγνωρισμένη κατάρτιση και εμπειρία στην τεχνητή νοημοσύνη, στην πληροφορική ασφάλεια ή στο δίκαιο των τεχνολογιών. Δεδομένου ότι η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 22/2009 ορίζει τον αριθμό των αντιπροέδρων της ANCOM, ο νόμος θεσπίζει τη θέση κατά ρητή παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος (1) αυτής, κατά το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000, διατηρώντας όμως τη διαδικασία διορισμού και τη διάρκεια της θητείας που προβλέπονται για τους λοιπούς αντιπροέδρους, προς ενότητα καθεστώτος. Η μακρά και μη ανανεώσιμη θητεία, μετατοπισμένη έναντι του τετραετούς εκλογικού κύκλου, είναι η κλασική εγγύηση ανεξαρτησίας. Η ίδια παράγραφος (2) ρυθμίζει επίσης τη χηρεία της θέσεως (διορισμός εντός 60 ημερών· προσωρινή αναπλήρωση για διάστημα έως 6 μηνών, εξασφαλιζόμενη από αντιπρόεδρο της ANCOM οριζόμενο από τον πρόεδρο αυτής), ούτως ώστε μια κοινοβουλευτική αδυναμία να μην αφήνει την Αρχή άνευ διοικήσεως, η δε προσωρινή αναπλήρωση να μην καταστεί διαρκής διοίκηση άνευ κοινοβουλευτικής εντολής. Η παράγραφος (3) υιοθετεί την απαγόρευση κατοχής θέσεων, συμμετοχών ή αμοιβών από φορείς ανάπτυξης ή φορείς εκμετάλλευσης, κατά τη διάρκεια της θητείας και 3 έτη μετά, η οποία ανταποκρίνεται στον κίνδυνο «αλώσεως του ρυθμιστή» («revolving door»), ιδιαιτέρως οξύ σε έναν τομέα στον οποίο οι αμοιβές του ιδιωτικού τομέα είναι δεκάκις μεγαλύτερες εκείνων του δημοσίου τομέως. Διά να αφορά η απαγόρευση την πραγματική σύγκρουση συμφερόντων, το κείμενο την περιορίζει στις άμεσες συμμετοχές, εξαιρεί τις κατοχές διά διαφοροποιημένων επενδυτικών κεφαλαίων, άνευ εξουσίας αποφάσεως, και χορηγεί, για τον μετά τη θητεία περιορισμό, αντισταθμιστική αποζημίωση καθοριζόμενη διά των μεθοδολογικών κανόνων, άνευ της οποίας ο περιορισμός θα ήτο δυσανάλογος (άρθρο 41 του Συντάγματος). Οι περιπτώσεις ανακλήσεως απαριθμούνται περιοριστικώς, κατά την απαίτηση ακριβείας του νόμου αριθ. 24/2000. Η παράγραφος (4) διασφαλίζει τη λειτουργική ανεξαρτησία της Αρχής εντός της ANCOM: οι αποφάσεις που προβλέπονται από τον νόμο εκδίδονται από τον αντιπρόεδρο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, εξ ονόματος της ANCOM, αυτού ευθυνομένου γι' αυτές ενώπιον του Κοινοβουλίου, και η Αρχή δεν δύναται να λαμβάνει οδηγίες από ουδεμία άλλη δημόσια αρχή, διατύπωση ειλημμένη από το άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για τις αρχές προστασίας δεδομένων και από το άρθρο 70 παράγραφος 1 του κανονισμού για την ΤΝ. Η παράγραφος (5) ορίζει την Αρχή εθνικό σημείο συνδέσμου με την Υπηρεσία ΤΝ και με την επιστημονική επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 68 του κανονισμού για την ΤΝ και οριοθετεί τις αρμοδιότητες, αντί της προηγούμενης διατυπώσεως, η οποία υπαινισσόταν ιεραρχία μεταξύ αρχών: οι εθνικές αρχές που ορίζονται κατά τον κανονισμό διατηρούν τις αρμοδιότητές τους, η Αρχή ασκεί αποκλειστικώς τις αρμοδιότητες του παρόντος νόμου ως προς τα συστήματα αιχμής και ενημερώνει την Υπηρεσία ΤΝ επί των αποφάσεων που αφορούν μοντέλα γενικής χρήσεως.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 32 απαριθμεί τις αρμοδιότητες της Αρχής, κατά τις πέντε λειτουργίες που είναι αναγκαίες σε ένα καθεστώς αδειοδοτήσεως: την αδειοδότηση (στοιχείο a), την επιθεώρηση (στοιχείο b), την επείγουσα επέμβαση (στοιχείο c), την τεχνική κανονιστική ρύθμιση (στοιχείο d) και την επιβολή κυρώσεων (στοιχείο e), στις οποίες προστίθενται η εποπτεία των οργανισμών αξιολόγησης (στοιχείο f), η παραλαβή και η επίλυση των αναφορών των προσώπων περί της παραβάσεως των ρητρών ανθρωπιάς των άρθρων 26 και 27 (στοιχείο g), η ετήσια αναφορά προς το Κοινοβούλιο (στοιχείο h), η διεθνής εκπροσώπηση (στοιχείο i) και η έρευνα (στοιχείο j). Η αρμοδιότητα του στοιχείου g) παρέχει στον πολίτη μια απλή, δωρεάν διοικητική οδό κατά της εξαρτήσεως της πρόσβασης και της αυτόματης λογοκρισίας, άνευ αφαιρέσεως του δικαιώματός του να προσφύγει απευθείας στο δικαστήριο. Η ετήσια δημόσια έκθεση περί της καταστάσεως του κινδύνου, με προθεσμία την 31η Μαρτίου, η οποία περιλαμβάνει και τις αναφορές περί των άρθρων 26 και 27, είναι το μέσον διά του οποίου το Κοινοβούλιο και το κοινό δύνανται να παρακολουθούν την εξέλιξη των ικανοτήτων και την επάρκεια του νόμου· έχει ως πρότυπο τις ετήσιες εκθέσεις της Εθνικής Επιτροπής Ελέγχου των Πυρηνικών Δραστηριοτήτων και της Εθνικής Αρχής Εποπτείας της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η αρμοδιότητα της έρευνας (στοιχείο j) είναι αναγκαία διότι η αξιολόγηση, η ερμηνευσιμότητα και η ευθυγράμμιση των συστημάτων είναι επιστημονικοί τομείς εν διαμορφώσει, στους οποίους μια αρχή η οποία απλώς εφαρμόζει τα πρότυπα άλλων παραμένει μονίμως εν υστερήσει· τα αποτελέσματά της υπόκεινται σε εξωτερική αξιολόγηση και στους κανόνες περί συγκρούσεως συμφερόντων. Οι παράγραφοι (2)–(4) προσθέτουν τρεις εγγυήσεις. Η παράγραφος (2) διαχωρίζει, εντός της Αρχής, τις λειτουργίες αξιολογήσεως, διερευνήσεως και κυρωτικής αποφάσεως σε διακριτές δομές και απαγορεύει στο πρόσωπο που αξιολόγησε ή διηρεύνησε να συμμετάσχει στην κυρωτική απόφαση (άρθρο 21 παράγραφος (3) του Συντάγματος)· οι οργανισμοί αξιολόγησης ορίζονται βάσει δημοσίων κριτηρίων, με κανόνες εξαιρέσεως και συγκρούσεως συμφερόντων, και δεν δύνανται να αξιολογούν συστήματα προσώπων με τα οποία τελούν σε οικονομικές σχέσεις. Η παράγραφος (3) ρυθμίζει την επιθεώρηση, η οποία αφορά τους επαγγελματικούς χώρους, και ουχί οιονδήποτε χώρο: γραπτή εντολή του αντιπροέδρου, με το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεωρήσεως, πρακτικό, πρόσβαση στους χώρους που χρησιμεύουν ως κατοικία μόνον κατόπιν αδειοδοτήσεως του δικαστού (άρθρο 27 του Συντάγματος), προστασία των απορρήτων που προστατεύονται εκ του νόμου και των διαδικαστικών δικαιωμάτων των προσώπων. Η παράγραφος (4) απαντά στην αντίρρηση περί της νομιμότητας της ποινικοποιήσεως: δεδομένου ότι τα άρθρα 40–42 συνδέουν ποινές με χαρακτηρισμούς θεμελιωμένους επί κρίσιμων ικανοτήτων, τα πρότυπα της Αρχής εξειδικεύουν τις μεθόδους αξιολογήσεως μόνον εντός των ορίων των κατηγοριών και κριτηρίων που καθορίζονται εκ του νόμου και δεν δύνανται να εισάγουν νέες κατηγορίες απαγορευμένων ικανοτήτων, ούτε να διευρύνουν τα συστατικά στοιχεία των διοικητικών παραβάσεων ή των εγκλημάτων· αντιστοίχως, το στοιχείο d) δεν αναφέρεται πλέον στον «κατάλογο των κρίσιμων ικανοτήτων», ο οποίος παραμένει εκ του νόμου (άρθρο 5 παράγραφος (2)), αλλά στις μεθόδους αξιολογήσεως και στα επίπεδα σημαντικότητας. Η λύση επιβάλλεται από το άρθρο 23 παράγραφος (12) και το άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος: διοικητική πράξη δεν δύναται να καθορίζει, ούτε εμμέσως, τη στιγμή από την οποία μια πράξη καθίσταται ποινική.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 33 ρυθμίζει το προσωπικό και τη χρηματοδότηση. Οι παράγραφοι (1) και (2) απαντούν στο ερώτημα από το οποίο εξαρτάται ο όλος νόμος: ποίος θα αξιολογεί τα συστήματα αιχμής. Το εξειδικευμένο προσωπικό διορίζεται αποκλειστικώς διά διαγωνισμού, ανοικτού σε οιοδήποτε πρόσωπο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις σπουδών και εμπειρίας, προκηρυσσομένου τουλάχιστον 30 ημέρες προηγουμένως, με τα αποτελέσματα προσβλητά ενώπιον του δικαστηρίου διοικητικών διαφορών. Η εξεταστική επιτροπή, τουλάχιστον 5 μελών, περιλαμβάνει τουλάχιστον 3 καθηγητές πανεπιστημίου από τον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών ή ειδικούς με αναγνωρισμένη πρακτική εμπειρία στην ασφάλεια και την αξιολόγηση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, προτεινομένους από τα διαπιστευμένα πανεπιστήμια τα οποία οργανώνουν διδακτορικές σπουδές στους τομείς αυτούς. Η πλειοψηφική παρουσία των εξωτερικών μελών στην επιτροπή έχει διπλό ρόλο: διασφαλίζει ότι η επιλογή γίνεται επί τη βάσει επαληθεύσιμης επάρκειας, και ουχί επί διοικητικών ή πολιτικών κριτηρίων, και εξάγει την πρόσληψη εκτός της επιρροής της βιομηχανίας, δεδομένου ότι τα μέλη της επιτροπής υπόκεινται στα ίδια ασυμβίβαστα με το προσωπικό της Αρχής. Η δημοσίευση της συνθέσεως της επιτροπής και των αποτελεσμάτων διασφαλίζει τον δημόσιο έλεγχο. Το πρότυπο είναι εκείνο των διαγωνισμών για τις διδακτικές και ερευνητικές θέσεις (νόμος περί ανωτάτης εκπαιδεύσεως αριθ. 199/2023) και των εξεταστικών επιτροπών της δικαιοσύνης, στις οποίες η συμμετοχή εξωτερικών μελών με επαγγελματικό κύρος είναι η εγγύηση αντικειμενικότητας. Η παράγραφος (3) προβλέπει την αμοιβή σε επίπεδο ανταγωνιστικό προς τον ιδιωτικό τομέα, κατά το ίδιον σύστημα μισθοδοσίας της ANCOM, καθοριζομένη ετησίως επί τη βάσει δημοσιευομένης μελέτης αγοράς· δεδομένου ότι το προσωπικό της ANCOM εξαιρείται του νόμου-πλαισίου αριθ. 153/2017 διά του άρθρου 2 παράγραφος (2) αυτού, δεν είναι αναγκαία ουδεμία παρέκκλιση, όπερ συνιστά έναν εκ των λόγων της επιλογής της οργανώσεως εντός της ANCOM. Άνευ ανταγωνιστικής αμοιβής, ο θεσμός δεν θα ηδύνατο να προσλάβει ουδένα ειδικό ικανό να αξιολογήσει ένα σύστημα αιχμής. Η παράγραφος (4) επεκτείνει τα ασυμβίβαστα στο σύνολο του προσωπικού, με προθεσμία 2 ετών. Η παράγραφος (5) ρυθμίζει τη χρηματοδότηση επί βάσεως η οποία αποκλείει κάθε οικονομικό κίνητρο κυρώσεως: η προηγούμενη μορφή απένειμε στην Αρχή ποσοστό 50% των προστίμων, με προορισμό ταμείο έρευνας, πλην όμως οι πόροι εκείνου που επιβάλλει τα πρόστιμα θα εξηρτώντο εξ αυτών. Η Αρχή χρηματοδοτείται πλέον από διακριτή κατανομή εκ του προϋπολογισμού της ANCOM, εγκρινομένη ετησίως και εμφανιζόμενη χωριστά, και από τα τέλη κοινοποιήσεως, αξιολογήσεως και αδειοδοτήσεως, καθοριζόμενα διά των μεθοδολογικών κανόνων αναλόγως του κόστους της υπηρεσίας (κατά το πρότυπο των τελών του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων και της Εθνικής Επιτροπής Ελέγχου των Πυρηνικών Δραστηριοτήτων)· τα πρόστιμα καθίστανται έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού και δεν δύνανται να καθορίζουν τους πόρους της Αρχής, η δε έρευνα του άρθρου 32 παράγραφος (1) στοιχείο j) χρηματοδοτείται διά διακριτής κατανομής, άνευ σχέσεως με τις κυρώσεις. Η ANCOM διασφαλίζει τον αρχικό προϋπολογισμό, περιλαμβανομένων του προσωπικού και της υποδομής, προ της εισπράξεως των τελών.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 34 ιδρύει το επιστημονικό συμβουλευτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από 9 αναγνωρισμένους ερευνητές, εκ των οποίων τουλάχιστον 3 από το εξωτερικό, το οποίο γνωμοδοτεί επί των προτύπων αξιολογήσεως, των μεθόδων αξιολογήσεως και των επιπέδων σημαντικότητας των κρίσιμων ικανοτήτων και επί των προτάσεων προσαρμογής των ορίων, και δημοσιεύει χωριστές απόψεις (παράγραφος (1)). Η παρουσία αλλοδαπών μελών είναι αναγκαία διότι η κορυφαία εμπειρογνωσία στον τομέα είναι συγκεντρωμένη σε ολίγα κέντρα του κόσμου, ενώ το δικαίωμα σε δημόσια χωριστή άποψη είναι η εγγύηση ότι η συμβουλευτική γνώμη δεν δύναται να αγνοηθεί σιωπηρώς. Οι παράγραφοι (2) και (3) συμπληρώνουν το καθεστώς του Συμβουλίου: τα μέλη διορίζονται από τον αντιπρόεδρο για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, κατόπιν προτάσεως της Ρουμανικής Ακαδημίας και των πανεπιστημίων που οργανώνουν διδακτορικές σπουδές στον τομέα, για θητεία 4 ετών, ανανεώσιμη άπαξ, υπόκεινται στα ασυμβίβαστα του άρθρου 31 παράγραφος (3), δύνανται να ανακληθούν μόνον για διαπιστωμένο ασυμβίβαστο ή αδικαιολόγητη μη συμμετοχή, οι δε γνωμοδοτήσεις εκδίδονται με την πλειοψηφία των μελών. Η γνωμοδότηση είναι συμβουλευτική, πλην όμως η Αρχή αιτιολογεί οσάκις αποκλίνει από αυτήν· η πρόσβαση των μελών, περιλαμβανομένων των αλλοδαπών, στις προστατευόμενες πληροφορίες γίνεται υπό τους όρους του νόμου, οι δε χωριστές απόψεις δημοσιεύονται σε εκδοχές που προστατεύουν τις ευαίσθητες πληροφορίες και διατηρούν το επιστημονικό επιχείρημα. Το πρότυπο είναι εκείνο της επιστημονικής επιτροπής της Υπηρεσίας ΤΝ (άρθρο 68 του κανονισμού για την ΤΝ) και των επιστημονικών συμβουλίων των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών οργανισμών.
Κεφάλαιο VII – Η ευθύνη (άρθρα 35–45)
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 35 θεσπίζει την αντικειμενική, εις ολόκληρον, αστική ευθύνη του φορέα ανάπτυξης και του φορέα εκμετάλλευσης για τις ζημίες που προκαλούνται από σύστημα αιχμής, περιλαμβανομένων εκείνων διά αυτονόμων ενεργειών του συστήματος, διά της χρήσεως από τρίτους ή διά της διαρροής των βαρών. Το θεμέλιο είναι το άρθρο 1376 του Αστικού Κώδικα (η ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από πράγματα, ανεξαρτήτως οιασδήποτε υπαιτιότητας), στο οποίο ο νόμος παραπέμπει ρητώς, αποφεύγοντας τον παραλληλισμό· ο νόμος δεν δημιουργεί νέα ευθύνη, αλλά διευκρινίζει την εφαρμογή της ευθύνης για τα πράγματα σε μια κατηγορία «πραγμάτων» των οποίων η αυτονομία καθιστά αβεβαία την έννοια της «νομικής φυλάξεως». Το ειδικό πρότυπο είναι ο νόμος αριθ. 703/2001 περί της αστικής ευθύνης για πυρηνικές ζημίες, ο οποίος διοχετεύει την ευθύνη αποκλειστικώς επί του φορέα εκμετάλλευσης της εγκαταστάσεως, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, με υποχρεωτική ασφάλιση και με περιορισμένους λόγους απαλλαγής· το ίδιο πρότυπο χρησιμοποιείται από τη Σύμβαση των Παρισίων του 1960 και από τη Σύμβαση της Βιέννης του 1963 περί της αστικής ευθύνης για πυρηνικές ζημίες. Η παράγραφος (1) διευκρινίζει, κατόπιν νομικής αναλύσεως, το καθεστώς της αποδείξεως: το θύμα αποδεικνύει τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο, πλην όμως η πληροφοριακή ασυμμετρία διορθώνεται: το δικαστήριο δύναται να διατάξει πρόσβαση στα ημερολόγια και στην κρίσιμη τεκμηρίωση, με προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών, εάν δε ο φορέας ανάπτυξης ή ο φορέας εκμετάλλευσης δεν προσκομίσει τα ημερολόγια τα οποία είχε υποχρέωση να διατηρεί κατά το άρθρο 16, ο αιτιώδης σύνδεσμος τεκμαίρεται μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Το τεκμήριο ακολουθεί τη λογική της αποκαλύψεως αποδεικτικών στοιχείων και των τεκμηρίων της οδηγίας (ΕΕ) 2024/2853. Η ίδια παράγραφος (1) διευκρινίζει επίσης την αναγωγή (αναλόγως της συμβολής εκάστου) και προβλέπει ότι όποιος τροποποίησε ουσιωδώς το σύστημα ευθύνεται ως φορέας ανάπτυξης για τις ζημίες που προκλήθηκαν από την τροποποίηση.
Η παράγραφος (2) περιορίζει τους λόγους απαλλαγής στην αποκλειστική πράξη του θύματος και στην ανωτέρα βία εξωτερική του συστήματος και αποκλείει ρητώς από την έννοια της ανωτέρας βίας την απρόβλεπτη συμπεριφορά του συστήματος, το σφάλμα αξιολογήσεως, την πράξη του τρίτου ο οποίος απέκτησε πρόσβαση και την έλλειψη επιστημονικής γνώσεως κατά την ημερομηνία της θέσεως σε λειτουργία. Ο τελευταίος αυτός αποκλεισμός αίρει την υπεράσπιση του «κινδύνου αναπτύξεως» («development risk defence»), που επιτρέπεται από το άρθρο 7 στοιχείο ε) της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ και διατηρείται, με δυνατότητα παρεκκλίσεως εκ μέρους των κρατών μελών, στην οδηγία (ΕΕ) 2024/2853, πλην όμως θα ήτο ασυμβίβαστη με την προκείμενη του νόμου: εάν ο φορέας ανάπτυξης επικαλείται το γεγονός ότι δεν ηδύνατο να γνωρίζει τον κίνδυνο, επιβεβαιώνει ακριβώς την αβεβαιότητα η οποία δικαιολογεί το καθεστώς αδειοδοτήσεως και πρέπει να ευθύνεται διότι έθεσε σε λειτουργία το σύστημα εντός της αβεβαιότητας αυτής. Η παράγραφος (3) δηλώνει άκυρες τις ρήτρες περιορισμού της ευθύνης έναντι των θυμάτων· οι ρήτρες μεταξύ επαγγελματιών είναι έγκυρες μόνον στις μεταξύ τους σχέσεις (περιλαμβανομένης της αναγωγής) και για τις δικές τους περιουσιακές ζημίες, άνευ δυνατότητας να θίξουν τα δικαιώματα των θυμάτων ή την κάλυψη του άρθρου 36. Η παράγραφος (4) καθορίζει προθεσμίες παραγραφής 10 ετών από τη γνώση και 30 ετών από την πράξη, ταυτόσημες με εκείνες του νόμου αριθ. 703/2001 και δικαιολογημένες από τον λανθάνοντα χαρακτήρα ορισμένων ζημιών· για τη διαρκή πράξη, η προθεσμία τρέχει από την παύση αυτής. Η παράγραφος (5) αναδιατυπώθηκε προς συμβατότητα με το εναρμονισμένο καθεστώς της ευθύνης για τα ελαττωματικά προϊόντα (νόμος αριθ. 240/2004 και η μέλλουσα μεταφορά της οδηγίας (ΕΕ) 2024/2853, η οποία αφήνει ανέπαφες τις αγωγές που θεμελιώνονται σε άλλους λόγους πλην του ελαττωματικού χαρακτήρα): το άρθρο θεσπίζει διακριτό λόγο ευθύνης, θεμελιωμένο επί του κινδύνου που δημιουργείται διά της αναπτύξεως και της εκμεταλλεύσεως του συστήματος, δεν τροποποιεί το εναρμονισμένο καθεστώς, δεν αποκλείει την αγωγή του θύματος επί του καθεστώτος αυτού και απαγορεύει τη διπλή αποκατάσταση. Για τις ζημίες που εμπίπτουν στο πεδίο της οδηγίας, ο αποκλεισμός της υπερασπίσεως που θεμελιώνεται επί του σταδίου της γνώσεως είναι επιτρεπόμενη παρέκκλιση, για την οποία η Κυβέρνηση εκπληρώνει τις διατυπώσεις του άρθρου 18.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 36 επιβάλλει την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης ή ισοδύναμη χρηματική εγγύηση, με ελάχιστα όρια 100 εκατομμυρίων ευρώ για τα συστήματα κατηγορίας I και 1 δισεκατομμυρίου ευρώ για εκείνα της κατηγορίας II, και την ευθεία αγωγή του θύματος κατά του ασφαλιστού ή του εκδότου της εγγυήσεως. Το πρότυπο είναι ο νόμος αριθ. 703/2001 (η υποχρεωτική ασφάλιση ή χρηματική εγγύηση του πυρηνικού φορέα εκμετάλλευσης) και ο νόμος αριθ. 132/2017 περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης αυτοκινήτων (η ευθεία αγωγή του ζημιωθέντος προσώπου κατά του ασφαλιστού). Τα ποσά είναι σταθμισμένα κατά τη χρηματοοικονομική ικανότητα των φορέων ανάπτυξης αιχμής (αποτιμωμένων σε εκατοντάδες δισεκατομμυρίων δολαρίων) και κατά την έκταση των δυνατών ζημιών· τα συστήματα κατηγορίας III δεν εμφανίζονται, διότι δεν δύνανται να τεθούν σε λειτουργία. Απαίτηση όμως αδύνατη να ικανοποιηθεί στην αγορά θα λειτουργούσε ως έμμεση απαγόρευση. Η παράγραφος (1) προβλέπει ότι τα ποσά ισχύουν για έκαστο περιστατικό, με συνολικό ετήσιο ανώτατο όριο τουλάχιστον διπλάσιο αυτών, της καλύψεως ανασυγκροτούμενης εντός 30 ημερών από την εξάντλησή της. Η ρήτρα μη διαθεσιμότητας της αγοράς: εάν η Αρχή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, διαπιστώσει διά δημόσιας εκθέσεως ότι η κάλυψη δεν δύναται να συναφθεί υπό τους όρους του νόμου, η Κυβέρνηση δύναται να καθορίσει διά κανόνων κατώτερα επίπεδα, ουχί όμως κάτω του ενός πέμπτου των ποσών, και εναλλακτικούς μηχανισμούς – ομαδικές εγγυήσεις, τραπεζικές εγγυήσεις ή ταμείο εγγυήσεως χρηματοδοτούμενο από τους φορείς ανάπτυξης και τους φορείς εκμετάλλευσης· το όριο του ενός πέμπτου και η προϋπόθεση της δημόσιας εκθέσεως αποκλείουν διακριτική μείωση. Η παράγραφος (2) ορίζει τη χρηματική εγγύηση: επιστολή τραπεζικής εγγυήσεως, κατάθεση ή εγγύηση εκδιδόμενη από αδειοδοτημένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εκτελεστή κατ' αίτηση του θύματος δυνάμει αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως ή συμβιβασμού, με ευθεία αγωγή και κατά του εκδότου. Η υποχρέωση ασφαλίσεως έχει και λειτουργία έμμεσης ρυθμίσεως: οι ασφαλιστές θα επιβάλουν, διά των όρων αναλήψεως, πρότυπα ασφάλειας τα οποία ο νόμος δεν δύναται να εξειδικεύσει.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 37 καθορίζει τις διοικητικές παραβάσεις, διαρθρωμένες σε βαθμίδες σοβαρότητας, με ποσοστιαία πρόστιμα επί του παγκόσμιου κύκλου εργασιών (1–3%, 2–5%, 3–7%, 5–10%), κατά το πρότυπο του άρθρου 99 του κανονισμού για την ΤΝ (έως 7%) και του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ (έως 4%). Το στοιχείο b) παραπέμπει στο άρθρο 16 παράγραφοι (1)–(5), και όχι μόνο στις παραγράφους (2)–(5): υπό την προηγούμενη μορφή, η βαρύτερη πράξη στο ζήτημα της καταγραφής – η μη τήρηση και η μη διαφύλαξη κανενός ημερολογίου, υποχρέωση προβλεπόμενη στην παράγραφο (1) – δεν καλυπτόταν από την παραπομπή του κειμένου. Για τον ίδιο λόγο, η παραπομπή του στοιχείου b) διευκρινίσθηκε στο άρθρο 14 παράγραφος (1), (5) και (6), και δίπλα στη δοκιμή της ικανότητας διακοπής μνημονεύθηκαν η διατήρηση αυτής και ο ορισμός των προσώπων που είναι υπεύθυνα για την ανθρώπινη εποπτεία, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 14 παράγραφος (3), υποχρέωση η οποία δεν περιλαμβανόταν σε κανένα από τα στοιχεία της παραγράφου. Η διευκρίνιση αυτή δεν δημιουργεί νέα κύρωση για τη διαγραφή της ικανότητας διακοπής, πράξη ήδη απαγορευμένη από το άρθρο 28 και κυρωνόμενη, αυστηρότερα, διά του στοιχείου d)· προς αποφυγήν συρροής διοικητικών παραβάσεων, το στοιχείο b) επιφυλάσσει ρητώς τις πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 28. Το στοιχείο d) συμπληρώθηκε με τις απαγορεύσεις του άρθρου 14 παράγραφος (2), οι οποίες, καίτοι διατυπωμένες ως απαγορεύσεις διαμόρφωσης, δεν περιλαμβάνονταν στην απαρίθμηση του στοιχείου και παρέμεναν, κατ' επιχείρημα εκ του αντιθέτου, άνευ διοικητικής κύρωσης. Τα στοιχεία e) και f) κυρώνουν την παράβαση των υποχρεώσεων σημάνσεως του παραγομένου περιεχομένου, ενημερώσεως του χρήστη και σχετικά με τον εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση· για τις πράξεις οι οποίες συνιστούν συγχρόνως παραβάσεις του άρθρου 50 του κανονισμού για την ΤΝ, το στοιχείο e) προβλέπει ότι το πρόστιμο επιβάλλεται εντός των ορίων του άρθρου 99 παράγραφος (4) του κανονισμού, διαχωρίζοντας ρητώς τα δύο καθεστώτα. Η παράγραφος (2) διαφοροποιεί τα σταθερά πρόστιμα κατά την κατηγορία των προσώπων, εξ απαιτήσεως της αναλογικότητας: τα νομικά πρόσωπα άνευ κύκλου εργασιών, 100.000–10.000.000 λέι· τα φυσικά πρόσωπα, 10.000–1.000.000 λέι· και για τις πράξεις των στοιχείων e) και f) τελεσθείσες από πρόσωπα τα οποία δεν είναι φορείς ανάπτυξης ή φορείς εκμετάλλευσης συστήματος αιχμής, 20.000–1.000.000 λέι για τα νομικά πρόσωπα και 5.000–200.000 λέι για τα φυσικά πρόσωπα. Η παράγραφος (3) προβλέπει τις συμπληρωματικές κυρώσεις, επιβαλλόμενες αναλόγως της σοβαρότητας της πράξεως, περιλαμβανομένης της δημεύσεως των βαρών, ειδικής κυρώσεως άνευ της οποίας το πρόστιμο θα ήτο απλώς κόστος συναλλαγής· τα δημευθέντα βάρη φυλάσσονται από την Αρχή υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 12. Η παράγραφος (4) παραπέμπει στο γενικό καθεστώς του διατάγματος της Κυβέρνησης αριθ. 2/2001, με δύο παρεκκλίσεις διατυπωμένες κατά το άρθρο 63 του νόμου αριθ. 24/2000: τον αποκλεισμό της δυνατότητας καταβολής του ημίσεος του ελαχίστου του προστίμου (άρθρο 28 του διατάγματος), ασυμβίβαστο με τα ποσοστιαία πρόστιμα, και προθεσμία παραγραφής 5 ετών αντί εκείνης των 6 μηνών (άρθρο 13 παράγραφος (1) του διατάγματος), δικαιολογημένη από την πολυπλοκότητα της διαπιστώσεως. Η παράγραφος (5), νέα, περιλαμβάνει τους κανόνες εξατομικεύσεως και συσχετίσεως: τα κριτήρια εξατομικεύσεως (η σοβαρότητα και η έκταση της πράξεως, ο δημιουργηθείς κίνδυνος, ο πραγματικός έλεγχος επί της πράξεως, η συνεργασία και η αποκατάσταση), τη βάση υπολογισμού (τον κύκλο εργασιών της προηγούμενης οικονομικής χρήσεως, σε επίπεδο ομίλου), την απαγόρευση της διπλής κυρώσεως για την ίδια πράξη δυνάμει του νόμου και του κανονισμού (ne bis in idem) και το καθεστώς των αρχών και των δημοσίων ιδρυμάτων, στα οποία το πρόστιμο επιβάλλεται στο υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, εντός των ορίων της παραγράφου (2). Οι διοικητικές παραβάσεις του παρόντος νόμου δεν επικαλύπτονται με εκείνες του κανονισμού για την ΤΝ: τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 101 του κανονισμού επιβάλλονται αποκλειστικώς από την Επιτροπή, για την παράβαση των υποχρεώσεων του κανονισμού, ενώ οι παρούσες διοικητικές παραβάσεις κυρώνουν υποχρεώσεις του νόμου άνευ αντιστοίχου στον κανονισμό.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 38 ανοίγει νέο τμήμα, «Η παύση της παροχής των υπηρεσιών και η παρεμπόδιση της πρόσβασης», το οποίο ανταποκρίνεται σε πρακτικό όριο του όλου καθεστώτος: οι πλείστοι φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων αιχμής δεν έχουν έδρα, περιουσιακά στοιχεία ή προσωπικό στη Ρουμανία, ούτως ώστε τα ποσοστιαία πρόστιμα και η ποινική ευθύνη των παραγόντων αποφάσεως δύνανται να παραμείνουν άνευ αποτελέσματος επ' αυτών. Ο μόνος πραγματικός μοχλός του ρουμανικού κράτους έναντι ενός τοιούτου φορέα εκμετάλλευσης είναι η πρόσβαση στους χρήστες του εδάφους του. Η παράγραφος (1) διαβαθμίζει τη μη συμμόρφωση, δεδομένου ότι μια τυπική και δυνάμενη να θεραπευθεί έλλειψη δεν δύναται να επισύρει την ίδια συνέπεια με σοβαρό κίνδυνο: όχληση, με προθεσμία θεραπείας τουλάχιστον 15 ημερών και δικαίωμα ακροάσεως· αιτιολογημένη απόφαση διαπιστώσεως μόνον εάν η μη συμμόρφωση επιμένει ή συνίσταται σε σοβαρό κίνδυνο μη δυνάμενο να θεραπευθεί εντός της προθεσμίας· υποχρέωση παύσεως εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση· σε περίπτωση επικείμενου κινδύνου για τη ζωή, την υγεία ή τον ανθρώπινο έλεγχο, δεν χορηγείται προθεσμία θεραπείας, του επείγοντος αιτιολογουμένου. Η υποχρέωση παύσεως δεν είναι κύρωση, αλλά η φυσική συνέπεια του γεγονότος ότι η υπηρεσία δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις παροχής, κατά το πρότυπο της αποσύρσεως από την αγορά των μη συμμορφούμενων προϊόντων (άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 για την εποπτεία της αγοράς). Η παράγραφος (2) προβλέπει τη δημοσίευση της αποφάσεως στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης, μέσον διαφάνειας με διπλό ρόλο: την ενημέρωση των χρηστών και των παρόχων επικοινωνιών και τη δημοσιότητα της μη συμμορφώσεως, η οποία αποθαρρύνει την ενσωμάτωση, την προώθηση και την πληρωμή της υπηρεσίας από τους επαγγελματίες της ρουμανικής αγοράς· το πρότυπο είναι ο δημόσιος κατάλογος των μη αδειοδοτημένων φορέων τυχερών παιγνίων που τηρείται από την Εθνική Υπηρεσία Τυχερών Παιγνίων κατά την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 77/2009. Η παράγραφος (3) κυρώνει τη συνέχιση της παροχής με πρόστιμο από 100.000 έως 10.000.000 ευρώ, σε ισοδύναμο λέι, για έκαστο μήνα συνεχίσεως, των κλασμάτων μηνός υπολογιζομένων αναλόγως, καθοριζόμενο κατά τη διάρκεια, τον αριθμό των θιγομένων προσώπων και τη σοβαρότητα, με ανώτατο όριο 5% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών για την ίδια μη συμμόρφωση, διακριτό από την κύρωση για την αρχική παράβαση – κριτήρια τα οποία διασφαλίζουν την αναλογικότητα. Ο περιοδικός χαρακτήρ του προστίμου είναι ειλημμένος από τον θεσμό των χρηματικών ποινών εξαναγκασμού που προβλέπονται στο άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και στο άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 για τις ψηφιακές υπηρεσίες, και είναι ο μόνος ο οποίος διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα έναντι φορέως με έσοδα δισεκατομμυρίων. Το ποσό εκφράζεται σε ευρώ, με καταβολή σε λέι κατά την ισοτιμία της ημέρας, τεχνική επιτρεπομένη από τον νόμο αριθ. 24/2000 και χρησιμοποιούμενη στη χρηματοπιστωτική νομοθεσία. Η παράγραφος (4) επιβάλλει στην Αρχή να αποφασίσει τη διαγραφή εντός 10 ημερών από την απόδειξη της συμμορφώσεως και να την κοινοποιήσει αμελλητί στους παρόχους που εκτελούν την παρεμπόδιση, η δε άρνηση ή καθυστέρηση της διαγραφής δύναται να προσβληθεί κατά το άρθρο 39 παράγραφος (5). Η παράγραφος (5) επεκτείνει το καθεστώς στον φορέα ανάπτυξης ο οποίος παρέχει απευθείας πρόσβαση, προς αποφυγή της καταστρατηγήσεως διά της απουσίας διακριτού φορέα εκμετάλλευσης.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 39 ρυθμίζει την παρεμπόδιση της πρόσβασης, ως προσωρινό διοικητικό μέτρο, επικουρικό της υποχρεώσεως παύσεως. Η παράγραφος (1) την εξαρτά από αιτιολογημένη απόφαση της Αρχής και την υποβάλλει στον έλεγχο αναγκαιότητας και αναλογικότητας που απαιτεί το άρθρο 53 του Συντάγματος: η παρεμπόδιση δύναται να διαταχθεί μόνον εάν τα λιγότερο περιοριστικά μέτρα δεν οδήγησαν σε συμμόρφωση ή είναι προδήλως ανεπαρκή έναντι της σοβαρότητας του κινδύνου· η απόφαση εξετάζει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα, αποφεύγει την επιβάρυνση άλλων υπηρεσιών που φιλοξενούνται στην ίδια υποδομή και επανεξετάζεται αυτεπαγγέλτως ανά 90 ημέρες, οι δε χρήστες ενημερώνονται, διά σελίδας ανακατευθύνσεως, για τον λόγο του μέτρου και για το ένδικο βοήθημα. Η παράγραφος (2) τη θέτει σε εκτέλεση διά των παρόχων δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εντός 48 ωρών, με την τεχνική υποστήριξη της ANCOM, κατά τον μηχανισμό ο οποίος λειτουργεί ήδη στο ρουμανικό δίκαιο για τους μη αδειοδοτημένους ιστοτόπους τυχερών παιγνίων (πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 77/2009) και για το παράνομο περιεχόμενο (νόμος αριθ. 365/2002, κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065). Η παράγραφος (3) διασφαλίζει την αναλογικότητα: η παρεμπόδιση αφορά αποκλειστικώς τη μη συμμορφούμενη υπηρεσία, και ουχί την όλη δραστηριότητα του φορέα εκμετάλλευσης, και παύει αυτοδικαίως κατά τη διαγραφή. Η παράγραφος (4) είναι αναγκαία για τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης: για τις υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο κράτος μέλος, το άρθρο 3 παράγραφοι (4)–(6) της οδηγίας 2000/31/ΕΚ περί του ηλεκτρονικού εμπορίου, μεταφερθείσας διά του νόμου αριθ. 365/2002, επιτρέπει τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας μόνον διά ατομικού μέτρου, κατά συγκεκριμένης υπηρεσίας, για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή προστασίας της δημοσίας υγείας, αναλογικού, κατόπιν αιτήματος προς το κράτος μέλος προελεύσεως και με κοινοποίηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή· κατά την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υποθέσεως C-376/22, Google Ireland και λοιποί (9 Νοεμβρίου 2023), τα κράτη μέλη δεν δύνανται να θεσπίζουν, δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος (4), γενικά και αφηρημένα μέτρα. Διά τούτο το κείμενο προβλέπει ρητώς τον ατομικό χαρακτήρα του μέτρου, τη συγκεκριμένη υπηρεσία, το ουσιαστικό έρεισμα (δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια, δημόσια υγεία) και τη διαδικασία του νόμου αριθ. 365/2002· η παρεμπόδιση παραμένει μέτρο κατά περίπτωση, μεταγενέστερο συγκεκριμένης παραβάσεως, και ουχί γενική υποχρέωση. Η παράγραφος (5) διασφαλίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη (άρθρα 21 και 52 του Συντάγματος): προσφυγή εντός 30 ημερών ενώπιον του Εφετείου Βουκουρεστίου, τμήματος διοικητικών και φορολογικών διαφορών, εκδικαζόμενη κατεπειγόντως και κατά προτεραιότητα· η προσφυγή δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση, λύση δικαιολογημένη από τον προληπτικό χαρακτήρα του μέτρου και ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 14 παράγραφος (4), πλην όμως το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει την προσωρινή αναστολή, εκδικαζόμενη εντός το πολύ 10 ημερών, με στάθμιση του κινδύνου για την ασφάλεια και της ζημίας, η δε απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ενώπιον της Ανωτάτης Ακυρωτικής Δικαιοσύνης εντός 15 ημερών. Η παράγραφος (6) απαλλάσσει τους παρόχους επικοινωνιών από την ευθύνη για την ορθή και καλόπιστη εκτέλεση της αποφάσεως, κατά το πρότυπο των άρθρων 12–15 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (άρθρα 11 επ. του νόμου αριθ. 365/2002), όχι όμως και για την υπερβολική παρεμπόδιση που προκλήθηκε εξ υπαιτιότητός τους.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 40 ποινικοποιεί τη μη αδειοδοτημένη θέση σε λειτουργία και τη συνέχιση της εκμεταλλεύσεως μετά την εντολή διακοπής, με φυλάκιση από 2 έως 7 έτη (παράγραφος (1)), αντιστοίχως από 5 έως 12 έτη στη διακεκριμένη μορφή (παράγραφος (2)). Η ποινικοποίηση ακολουθεί το πρότυπο των άρθρων 44 επ. του νόμου αριθ. 111/1996 (η άνευ άδειας διεξαγωγή πυρηνικών δραστηριοτήτων, τιμωρουμένη με φυλάκιση). Τα όρια της ποινής είναι εκείνα των εγκλημάτων σοβαρού κινδύνου του Ποινικού Κώδικα (παραδείγματος χάριν, άρθρο 345 – η μη τήρηση του καθεστώτος των πυρηνικών υλικών, 3–10 έτη). Δύο διευκρινίσεις επιβάλλονται από τη νομιμότητα της ποινικοποιήσεως (άρθρο 23 παράγραφος (12) και άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h) του Συντάγματος). Η πρώτη οριοθετεί το ενεργό υποκείμενο: η χρήση, ως τελικού χρήστη, συστήματος τιθεμένου στη διάθεσή του από άλλον δεν συνιστά έγκλημα (άρθρα 3 και 43). Η δεύτερη διευκρινίζει το επιβαρυντικό αποτέλεσμα: η απλή «εκδήλωση κρίσιμης ικανότητας» ηδύνατο να περιλαμβάνει το αποτέλεσμα ελεγχόμενης δοκιμής· το κείμενο απαιτεί την εκδήλωση, εκτός ελεγχόμενης αξιολόγησης, μιας εκ των ικανοτήτων του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχεία c)–e) ή την επέλευση ενός εκ των αποτελεσμάτων των στοιχείων a) ή b), το δε αποτέλεσμα καταλογίζεται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος (4) του Ποινικού Κώδικα (υπέρβαση της προθέσεως). Ο νόμος δεν τροποποιεί τον Ποινικό Κώδικα, αλλά θεσπίζει εγκλήματα σε ειδικό νόμο, κατά το άρθρο 1 παράγραφος (1) του νόμου αριθ. 24/2000 και την πάγια πρακτική της ειδικής νομοθεσίας (νόμος αριθ. 111/1996, νόμος αριθ. 535/2004 περί της προλήψεως και καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας). Η παράγραφος (2) χρησιμοποιεί την έννοια της εγκεκριμένης αξιολόγησης σε απομονωμένο περιβάλλον, κατά το άρθρο 15 παράγραφος (2), την ίδια με εκείνη του άρθρου 3 παράγραφος (1) στοιχείο n), του άρθρου 15 παράγραφος (3) και του άρθρου 20 παράγραφοι (2) και (4)· η έκφραση «ελεγχόμενη αξιολόγηση», χρησιμοποιούμενη προηγουμένως μόνον σε αυτό το σημείο, απαλείφθηκε, δεδομένου ότι όρος άνευ αντιστοιχίας στο υπόλοιπο του νόμου, σε διάταξη επιβαρύνσεως της ποινής, θα αντέβαινε στην απαίτηση προβλεψιμότητας του ποινικού νόμου, κατά το άρθρο 23 παράγραφος (12) του Συντάγματος.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 41 ποινικοποιεί την ψευδή αξιολόγηση και την παρακώλυση του ελέγχου. Η εν γνώσει υποβολή, προς την Αρχή ή προς οργανισμό αξιολόγησης, δεδομένων, αποτελεσμάτων ή δηλώσεων ψευδών ή ελλιπών κατά τρόπο παραπλανητικό, σχετικά με ουσιώδη στοιχεία των ικανοτήτων, του όγκου υπολογισμού, της ασφάλειας των βαρών ή των συμβάντων, καθώς και η διαμόρφωση του συστήματος με σκοπό την παραπλάνηση των αξιολογητών ως προς την αξιολογούμενη διαμόρφωση ή τις πραγματικές ικανότητες (παράγραφος (1), 3–10 έτη), είναι το ειδικό έγκλημα του καθεστώτος: ένα σύστημα αδειοδοτήσεως βασιζόμενο στις αποδείξεις που παρέχονται από τον αιτούντα δεν δύναται να λειτουργήσει εάν η παραποίησή τους είναι απλώς διοικητική παράβαση. Το πρότυπο είναι, στο συγκριτικό δίκαιο, το τμήμα 1001 του τίτλου 18 του Κώδικα των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο τιμωρεί με έως 5 έτη τις ψευδείς δηλώσεις που γίνονται προς τις ομοσπονδιακές αρχές. Η δευτέρα περίπτωση ανταποκρίνεται στο προηγούμενο του «Dieselgate» του 2015, στο οποίο τα οχήματα ανίχνευαν τις συνθήκες δοκιμής και μετέβαλλαν τη συμπεριφορά τους, και στην κρίσιμη ικανότητα του άρθρου 5 παράγραφος (2) στοιχείο d). Οι απαιτήσεις «εν γνώσει», «ουσιώδη στοιχεία» και «με σκοπό την παραπλάνηση» διακρίνουν την εκ προθέσεως παραποίηση από την αβέβαιη εκτίμηση και από το καλόπιστο σφάλμα, η δε παράγραφος (4) εξαιρεί ρητώς την αβέβαιη εκτίμηση δηλωθείσα ως τοιαύτη, το σφάλμα διορθωθέν μόλις έγινε γνωστό και τη διαμόρφωση του συστήματος στο πλαίσιο δοκιμής συμφωνηθείσας με τον αξιολογητή. Η παρακώλυση της πρόσβασης και η καταστροφή των ημερολογίων (παράγραφος (2), 1–5 έτη) ακολουθούν το πρότυπο του άρθρου 275 του Ποινικού Κώδικα (η αφαίρεση ή καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων ή εγγράφων), πλην όμως η «παρακώλυση, καθ' οιονδήποτε τρόπο,» αναφέρεται σε πρόσβαση ασκούμενη εντός των ορίων της αρμοδιότητας της Αρχής και επί τη βάσει έγγραφου αιτήματος, η δε άρνηση θεμελιωμένη στην έλλειψη αρμοδιότητας ή στο επαγγελματικό απόρρητο του δικηγόρου ή σε άλλο απόρρητο προστατευόμενο από τον νόμο δεν συνιστά έγκλημα, το δικαστήριο αποφαινόμενο επ' αυτού. Τα αντίποινα κατά των καταγγελλόντων (παράγραφος (3), 6 μήνες–3 έτη ή χρηματική ποινή) ορίζονται διά ρητής παραπομπής στα μέτρα που προβλέπονται από τον νόμο αριθ. 361/2022 και εξαρτώνται από τη σχέση με προστατευόμενη καταγγελία κατά το άρθρο 21· ο νόμος αριθ. 361/2022 κυρώνει τα αντίποινα μόνον ως διοικητική παράβαση, όπερ είναι ανεπαρκές για έναν τομέα στον οποίο το διακύβευμα της σιωπής ενός εργαζομένου δύναται να είναι δισεκατομμυρίων ευρώ.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 42 ποινικοποιεί την ανάπτυξη των απαγορευμένων συστημάτων. Η παράγραφος (1) κυρώνει την εκ προθέσεως εκπαίδευση, σχεδίαση ή εκμετάλλευση συστήματος υπό τις συνθήκες που απαγορεύονται από το άρθρο 15 παράγραφος (1), το άρθρο 25 παράγραφος (2) πρώτη περίοδος και παράγραφος (3), το άρθρο 28 πρώτη περίοδος ή το άρθρο 29 πρώτη περίοδος (3–10 έτη)· οι παραπομπές προσδιορίσθηκαν σε επίπεδο παραγράφου και περιόδου, ούτως ώστε ο κανόνας ποινικοποιήσεως να αφορά αποκλειστικώς τις καθαυτό απαγορεύσεις, κατά την απαίτηση προβλεψιμότητας του ποινικού νόμου. Η παράγραφος (2) κυρώνει την άνευ δικαιώματος αποκάλυψη, μετάδοση ή διάθεση των βαρών συστημάτων κατηγορίας II ή III (5–15 έτη), πράξη της οποίας η σοβαρότητα κείται μεταξύ της αποκαλύψεως κρατικών μυστικών (άρθρο 303 του Ποινικού Κώδικα) και της προδοσίας διά μεταδόσεως κρατικών μυστικών (άρθρο 395 του Ποινικού Κώδικα, 10–20 έτη)· προκειμένου το στοιχείο «άνευ δικαιώματος» να μην εξαρτάται από μεταγενέστερη ερμηνευτική υπεράσπιση, το κείμενο προβλέπει ρητώς ότι οι επιτρεπόμενες κατά το άρθρο 12 παράγραφος (2) μεταβιβάσεις και οι προστατευόμενες κατά το άρθρο 21 παράγραφος (5) ανακοινώσεις δεν συνιστούν έγκλημα. Η παράγραφος (3) διαβαθμίζει τα αποτελέσματα, αντί του προηγούμενου ενιαίου πλαισίου: η ποινή των 10–20 ετών, αντίστοιχη των εγκλημάτων κατά της ζωής, επιφυλάσσεται για τον θάνατο, τη σοβαρή σωματική βλάβη ή την απώλεια του ανθρωπίνου ελέγχου η οποία κατέστησε αδύνατη την ανθρώπινη παρέμβαση και ακολουθήθηκε από αυτόνομες ενέργειες με συνέπειες επί προσώπων, περιβάλλοντος ή κρίσιμης υποδομής· η ιδιαιτέρως σοβαρή περιουσιακή ζημία και η προσωρινή απώλεια του ελέγχου τιμωρούνται με 7–15 έτη· τα αποτελέσματα καταλογίζονται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος (4) του Ποινικού Κώδικα. Η απαίτηση της προθέσεως στην παράγραφο (1) διαχωρίζει το έγκλημα από τη διοικητική παράβαση του άρθρου 37 παράγραφος (1) στοιχείο d), η οποία κυρώνει τις ίδιες παραβάσεις τελεσθείσες άνευ προθέσεως.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 43 καθιερώνει την εγγύηση του χρήστη. Στην αρχική του μορφή, το σχέδιο ποινικοποιούσε την πρόσβαση, διά καταστρατηγήσεως της παρεμποδίσεως, σε υπηρεσία εγγεγραμμένη στον Κατάλογο των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης – τη μόνη πράξη σε ολόκληρο το σχέδιο η οποία ηδύνατο να τελεσθεί από χρήστη. Ο εισηγητής εγκατέλειψε αυτήν την ποινικοποίηση και την αντικατέστησε με εγγύηση αντιθέτου περιεχομένου: ο νόμος είναι δομημένος από υποχρεώσεις επιβαλλόμενες σε εκείνους οι οποίοι ασκούν εξουσία επί του προσώπου και από δικαιώματα απονεμόμενα σε αυτό (άρθρα 17, 18, 26 και 27)· η αποτελεσματικότητα των άρθρων 38 και 39 δεν εξαρτάται από την κύρωση του χρήστη, σκοπός τους ήτο η απομάκρυνση της μη συμμορφούμενης υπηρεσίας από το νόμιμο εμπορικό κύκλωμα· η δε σύγκριση με την ΠΝΠ αριθ. 77/2009 είναι ακατάλληλη, εκεί κυρωνομένης συμπεριφοράς με δυνατότητα ιδίας βλάβης, ενώ εδώ ο χρήστης αποκτά πρόσβαση σε υπηρεσία την οποία ο φορέας εκμετάλλευσης, και όχι αυτός, αρνήθηκε να συμμορφώσει. Η παράγραφος (1) προβλέπει ότι η πρόσβαση φυσικού προσώπου, για προσωπικό σκοπό, σε υπηρεσία εγγεγραμμένη στον Κατάλογο, περιλαμβανομένης της προσβάσεως διά καταστρατηγήσεως της παρεμποδίσεως, δεν συνιστά έγκλημα ή διοικητική παράβαση και δεν δύναται να επισύρει καμία κύρωση ή περιοριστικό μέτρο για τη μη συμμόρφωση της υπηρεσίας, της ευθύνης βαρυνούσης αποκλειστικώς τον φορέα εκμετάλλευσης και τον φορέα ανάπτυξης· το κείμενο διευκρινίζει ότι η αποκλειστικότητα της ευθύνης αφορά τη μη συμμόρφωση της υπηρεσίας και ότι η εγγύηση δεν αίρει την ευθύνη για διακριτές πράξεις, προβλεπόμενες από τον νόμο, τελεσθείσες διά της χρήσεως της υπηρεσίας. Η παράγραφος (2) θεσπίζει ερμηνευτικό κανόνα κατά τον οποίο τα άρθρα 38 και 39 δεν δύνανται να αναγνωσθούν ως πηγή οιασδήποτε υποχρεώσεως εις βάρος των χρηστών ή εξαρτήσεως των δικαιωμάτων αυτών. Η παράγραφος (3), νέα, επεκτείνει την εγγύηση στον επαγγελματία τελικό χρήστη ο οποίος δεν είναι φορέας εκμετάλλευσης και δεν θέτει την υπηρεσία στη διάθεση άλλων προσώπων. Η διάταξη συσχετίζεται με το άρθρο 26 παράγραφοι (1) και (4) και με το άρθρο 27. Η εγγύηση αφορά την προσωπική πρόσβαση, όχι ολόκληρο τον νόμο: το ίδιο πρόσωπο δύναται να είναι και φορέας ανάπτυξης, φορέας εκμετάλλευσης ή δημοσιεύων παραγόμενο υλικό, οπότε τα άρθρα 17–19 και 37 του καθίστανται εφαρμοστέα. Δεδομένου ότι η παρεμπόδιση δύναται να αρχίσει προτού τεθεί σε ισχύ το ποινικό τμήμα, το άρθρο 50 δεύτερη περίοδος προβλέπει ότι το άρθρο 43 τίθεται σε ισχύ ταυτοχρόνως με τον νόμο.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 44 ρυθμίζει την ευθύνη των προσώπων με θέσεις αποφάσεως. Η παράγραφος (1) διευκρινίζει ότι τα εγκλήματα καταλογίζονται εις βάρος των φυσικών προσώπων τα οποία διέταξαν ή ενέκριναν την τέλεση των πράξεων, καθώς και εκείνων τα οποία, έχοντα τη νομική υποχρέωση και την πραγματική δυνατότητα να τις εμποδίσουν, ανέχθηκαν εν γνώσει την τέλεσή τους, με ατομική στοιχειοθέτηση της μορφής υπαιτιότητας κατά τον Ποινικό Κώδικα, ανεξαρτήτως της ιδιότητάς τους και ανεξαρτήτως της ευθύνης του νομικού προσώπου, στοιχειοθετουμένης κατά το άρθρο 135 του Ποινικού Κώδικα· το κείμενο δεν δημιουργεί νέα μορφή συμμετοχής, αλλά αίρει την υπεράσπιση της διαχύσεως της ευθύνης σε σύνθετες εταιρικές δομές. Η προηγούμενη διατύπωση ηδύνατο να περιλαμβάνει υπαλλήλους οι οποίοι εγνώριζαν, πλην όμως δεν ηδύναντο να παρέμβουν· το κείμενο ευθυγραμμίζει την υπόθεση της ανοχής με τις προϋποθέσεις της ευθύνης για παράλειψη του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα (η νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση ενεργείας), με ατομικώς στοιχειοθετούμενη υπαιτιότητα. Η παράγραφος (2) αποκλείει τον λόγο μη τιμωρησίας της εντολής του ανωτέρου ή του διοικητικού οργάνου, κατά το πρότυπο του άρθρου 33 του Καταστατικού της Ρώμης και του άρθρου 21 παράγραφος (2) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο δεν αναγνωρίζει την προδήλως παράνομη εντολή ως λόγο άρσεως του αδίκου, πλην όμως διατηρεί ρητώς τους λόγους άρσεως του αδίκου και του καταλογισμού του Ποινικού Κώδικα. Ο νόμος δεν περιέχει ίδιο κανόνα περί της εφαρμογής του ποινικού νόμου στον χώρο, δεδομένου ότι το άρθρο 8 παράγραφος (4) του Ποινικού Κώδικα (το έγκλημα θεωρείται τελεσθέν στο έδαφος της Ρουμανίας και οσάκις το αποτέλεσμα επήλθε, έστω και εν μέρει, στο έδαφος αυτό) και τα άρθρα 9–11 του Ποινικού Κώδικα (οι αρχές της προσωπικότητας, της πραγματικότητας και της καθολικότητας) είναι επαρκή, ενώ κανόνας παραπομπής θα συνιστούσε παραλληλισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 45 καθορίζει την αρμοδιότητα και τα προσωρινά μέτρα. Η ποινική δίωξη για τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 40–42 ανήκει υποχρεωτικώς στον εισαγγελέα της Διεύθυνσης Διερεύνησης των Εγκλημάτων Οργανωμένου Εγκλήματος και Τρομοκρατίας (παράγραφος (1)), δομή η οποία διαθέτει ήδη αρμοδιότητα για τα πληροφορικά και τα τρομοκρατικά εγκλήματα (άρθρο 11 της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 78/2016), η δε εκδίκαση σε πρώτο βαθμό ανήκει στο πρωτοδικείο, κατά τον γενικό κανόνα του άρθρου 36 παράγραφος (1) στοιχείο c) του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τα εγκλήματα τα οποία διά νόμου υπάγονται στην αρμοδιότητά του· η προηγούμενη παραπομπή στο άρθρο 44 απαλείφθηκε, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό δεν ορίζει αυτοτελές έγκλημα, αλλά τα υπεύθυνα πρόσωπα. Η παράγραφος (2) επιτρέπει στον εισαγγελέα να διατάξει, σε περίπτωση επείγοντος, διά αιτιολογημένης διατάξεως, ως προσωρινό μέτρο διάρκειας το πολύ 30 ημερών, τη διακοπή του συστήματος, τη σφράγιση της υποδομής και τη δέσμευση των βαρών, με επικύρωση από τον δικαστή δικαιωμάτων και ελευθεριών εντός 48 ωρών, επί ποινή αυτοδίκαιης παύσεως του μέτρου, κατά το πρότυπο των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 249 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και της πληροφορικής έρευνας του άρθρου 168. Το μέτρο συνοδεύεται από πρόσθετες εγγυήσεις: περιορισμός στο υπολογιστικό φορτίο και στα αφορώμενα βάρη οσάκις η απομόνωσή τους είναι επαρκής, διαφύλαξη των δεδομένων και φύλαξη των βαρών υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 12, δικαίωμα προσβολής από το θιγόμενο πρόσωπο και από τους θιγόμενους τρίτους, επανεξέταση ανά 30 ημέρες και παράταση υπό τους ίδιους όρους. Η ταχεία δικαστική επικύρωση και τα όρια αυτά διασφαλίζουν τη συμφωνία με τα άρθρα 21 και 53 του Συντάγματος. Η παράγραφος (3) συμπληρώνει το άρθρο 11 παράγραφος (1) της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 78/2016 με τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 40–42, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα της DIICOT καθορίζεται διά της πράξεώς της οργανώσεως, η οποία πρέπει να συσχετισθεί ρητώς, κατά τον νόμο αριθ. 24/2000. Η ακριβής διάρθρωση του άρθρου 11 παράγραφος (1) της πράξεως πρέπει να επαληθευθεί επί του ενοποιημένου κειμένου προ της καταθέσεως.
Κεφάλαιο VIII – Διεθνής συνεργασία. Μεταβατικές και τελικές διατάξεις (άρθρα 46–50)
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 46 καθορίζει τις υποχρεώσεις εξωτερικής δράσεως της Κυβερνήσεως: την προώθηση, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ισοδυνάμου καθεστώτος προηγουμένης αδειοδοτήσεως και κοινής ευρωπαϊκής ικανότητας αξιολογήσεως (παράγραφος (1))· τη διαπραγμάτευση, στο πλαίσιο του ΟΗΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΝΑΤΟ και άλλων οργανισμών, συνθήκης περί του περιορισμού και της επαληθεύσεως των υπολογιστικών ικανοτήτων αιχμής, της απαγορεύσεως των αυτόνομων θανατηφόρων όπλων και της απαγορεύσεως των συστημάτων κατηγορίας III, με ετήσια αναφορά προς το Κοινοβούλιο (παράγραφος (2))· και τη σύναψη συμφωνιών αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αξιολογήσεων (παράγραφος (3)). Οι παράγραφοι (1) και (2) θεσπίζουν υποχρεώσεις κινήσεως και αναφοράς ενεργειών, όχι υποχρεώσεις αποτελέσματος. Η παράγραφος (3) διευκρινίζει ότι οι συμφωνίες της Αρχής συνάπτονται εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της, δημοσιεύονται και δεν δύνανται να παρεκκλίνουν από τον νόμο ή από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο αναγνωρίζει ανοικτά, κατά την αρχή του άρθρου 2 στοιχείο g), ότι ο εθνικός νόμος δεν δύναται να επιλύσει μόνος ένα παγκόσμιο πρόβλημα· μετατρέπει όμως τη διαπίστωση αυτή σε υποχρέωση δράσεως, και ουχί σε λόγο αδρανείας. Το ιστορικό πρότυπο είναι η Συνθήκη μη διαδόσεως των πυρηνικών όπλων του 1968, η οποία λειτούργησε διά του ελέγχου των σχασίμων υλικών και διά των επιθεωρήσεων του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενεργείας· το ισοδύναμο για την τεχνητή νοημοσύνη είναι ο έλεγχος και η επαλήθευση του υπολογισμού, που προτείνεται στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία υπό την ονομασία «compute governance» και υποστηρίζεται από τους Hinton, Bengio και πολυαρίθμους ερευνητές στις δημόσιες εκκλήσεις των ετών 2023–2025.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 47 θεσπίζει τη ρήτρα επανεξετάσεως ανά 2 έτη, επί τη βάσει της εκθέσεως της Αρχής και της γνώμης του επιστημονικού συμβουλίου. Η ρήτρα περιοδικής επανεξετάσεως επιβάλλεται από το άρθρο 7 του νόμου αριθ. 24/2000 (η προκαταρκτική εκτίμηση των επιπτώσεων) και από τον ρυθμό της τεχνολογικής εξελίξεως. Η έκθεση αξιολογεί, επί τη βάσει δημοσιευμένης μεθοδολογίας, την αποτελεσματικότητα της προστασίας, τα συμβάντα, το κόστος, την πρόσβαση στις υπηρεσίες, τα ανεπιθύμητα αποτελέσματα και την αναλογικότητα εκάστου μέτρου, δύναται να προτείνει τον περιορισμό μέτρου διαπιστωθέντος ως αναποτελεσματικού έστω και εάν ο γενικός κίνδυνος διατηρείται, και περιλαμβάνει τις αποκλίνουσες επιστημονικές γνώμες. Η τελευταία περίοδος κλείνει όμως μια οδό καταστρατηγήσεως: το επιχείρημα ότι «ούτως ή άλλως δεν δυνάμεθα να ελέγξουμε τα συστήματα, άρα η ρύθμιση είναι ανώφελη», το οποίο θα μετέτρεπε την αβεβαιότητα σε άδεια· η έλλειψη επικυρωμένης μεθόδου ελέγχου δεν δύναται να προβληθεί, αφ' εαυτής, ως λόγος χαλαρώσεως, πλην όμως ουδέ υποκαθιστά την επανεκτίμηση της αναλογικότητας. Ο νόμος απαντά ότι η αβεβαιότητα είναι ο λόγος της ρυθμίσεως, και ουχί της εγκαταλείψεώς της.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 48 περιλαμβάνει τις μεταβατικές διατάξεις, κατά το άρθρο 54 του νόμου αριθ. 24/2000, και διαρθρώνει τις προθεσμίες συμμορφώσεως σε δύο βαθμίδες, ούτως ώστε ουδεμία υποχρέωση να καθίσταται απαιτητή πριν υπάρξει το μέσο διά του οποίου δύναται να εκπληρωθεί. Η πρώτη βαθμίδα εκκινεί από την έναρξη ισχύος του νόμου: εντός 60 ημερών, οι φορείς ανάπτυξης και οι φορείς εκμετάλλευσης κοινοποιούν στην Αρχή τα συστήματα αιχμής που ευρίσκονται σε λειτουργία στο έδαφος της Ρουμανίας ή τίθενται στη διάθεση προσώπων της Ρουμανίας (παράγραφος (2))· εντός 90 ημερών συμμορφώνονται προς τις διατάξεις του νόμου που δεν εξαρτώνται από τους μεθοδολογικούς κανόνες (παράγραφος (1)) και εκπληρούν τις υποχρεώσεις αντιληπτής σημάνσεως, ενημερώσεως των χρηστών και ορισμού του εκπροσώπου για τη συμμόρφωση (παράγραφος (4)), οι δε διατάξεις περί της παύσεως της παροχής και της παρεμποδίσεως (άρθρα 38 και 39) εφαρμόζονται μόνον μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής (παράγραφος (3)), όπερ διασφαλίζει την προβλεψιμότητα για τους φορείς εκμετάλλευσης και τηρεί το άρθρο 15 παράγραφος (2) του Συντάγματος. Η δεύτερη βαθμίδα εκκινεί από την έναρξη ισχύος των μεθοδολογικών κανόνων που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος (2): εντός 90 ημερών από την ημερομηνία αυτή υποβάλλεται η αίτηση αδειοδοτήσεως, της οποίας η διαδικασία καθορίζεται διά των κανόνων (παράγραφος (2)), πραγματοποιείται η ενσωματωμένη τεχνική σήμανση (παράγραφος (4)), και καθίστανται απαιτητές, εν γένει, όλες οι υποχρεώσεις των οποίων η εκπλήρωση εξαρτάται από τα πρότυπα, τις διαδικασίες, τα όρια ή τα ποσά που καθορίζονται διά των κανόνων, των δε αντιστοίχων διοικητικών παραβάσεων μη δυναμένων να διαπιστωθούν έως τότε (παράγραφος (5)). Η παράγραφος (5) διευκρινίζει συγχρόνως ότι οι απαγορεύσεις του νόμου, οι υποχρεώσεις περί της ικανότητας διακοπής, της καταγραφής και της αναφοράς των σοβαρών συμβάντων, καθώς και οι λοιπές υποχρεώσεις που δύνανται να εκπληρωθούν άνευ κανόνων εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του νόμου· το μεταβατικό καθεστώς δεν αναβάλλει, επομένως, τίποτε από όσα προστατεύουν ευθέως τον ανθρώπινο έλεγχο. Τα κοινοποιηθέντα συστήματα δύνανται να διατηρηθούν σε λειτουργία έως την απόφαση της Αρχής, πλην όμως ουχί πλέον των 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των απαγορεύσεων και των αμέσως εφαρμοστέων εγγυήσεων των κεφ. IV και V (και ουχί ολοκλήρου του κεφαλαίου IV, το οποίο περιλαμβάνει και υποχρεώσεις εξαρτώμενες από κανόνες)· αποφεύγεται ούτω τόσο το κενό εφαρμογής όσο και η αιφνίδια διακοπή υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται από εκατομμύρια πρόσωπα, πλην όμως καθορίζεται απόλυτο όριο της ανοχής. Αυτό παρατείνεται αυτοδικαίως κατά τη διάρκεια κατά την οποία η θέσπιση των κανόνων ή η επίλυση της αιτήσεως υπερβαίνει τις νόμιμες προθεσμίες, ο επιμελής αιτών μη δυνάμενος να τιμωρηθεί για την καθυστέρηση των θεσμών, η δε Αρχή δυναμένη να επιβάλει, αιτιολογημένως, πρόσθετους όρους ασφαλείας κατά τη διάρκεια της παρατάσεως. Η προθεσμία των 90 ημερών είναι η συνήθης στη ρουμανική νομοθεσία για τη συμμόρφωση προς νέες απαιτήσεις αδειοδοτήσεως και είναι επαρκής, δεδομένου ότι οι φορείς ανάπτυξης αιχμής διαθέτουν ήδη τις εσωτερικές αξιολογήσεις που απαιτούνται από τον κανονισμό για την ΤΝ. Η παράγραφος (6) αναθέτει στον πρόεδρο της ANCOM, έως τον διορισμό του αντιπροέδρου για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής, περιλαμβανομένων των επειγόντων μέτρων του άρθρου 32 παράγραφος (1) στοιχείο c)· η προηγούμενη μορφή περιόριζε το ενδιάμεσο καθεστώς στην παραλαβή των κοινοποιήσεων. Η παράγραφος (3) περιλαμβάνει και συσχέτιση χωρίς την οποία το μεταβατικό καθεστώς θα ήτο αντιφατικό: η διατήρηση σε λειτουργία κοινοποιηθέντος συστήματος, κατά τη διάρκεια κατά την οποία η παράγραφος (2) το επιτρέπει και κατά την εξέταση της εμπροθέσμως κατατεθείσας αιτήσεως, δεν συνιστά το έγκλημα που προβλέπεται στο άρθρο 40 παράγραφος (1). Ελλείψει της διευκρινίσεως αυτής, η ίδια συμπεριφορά θα ήτο, μεταξύ της 270ής ημέρας από τη δημοσίευση – ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος των ποινικών διατάξεων – και της συμπληρώσεως των 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, συγχρόνως επιτρεπόμενη από τη μεταβατική διάταξη και ποινικοποιημένη από την ποινική διάταξη. Η εξαίρεση οριοθετείται αυστηρώς: δεν καλύπτει τη θέση σε λειτουργία μη κοινοποιηθέντος συστήματος, τη διατήρηση σε λειτουργία μετά την απόρριψη της αιτήσεως, μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο (2) ή μετά την κοινοποίηση εντολής διακοπής. Η παράγραφος (4) κατανεμήθηκε, με τη σειρά της, στα συστατικά στοιχεία της σήμανσης προέλευσης: η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος (4) εις βάρος των δημοσίων αρχών αφορά τη σήμανση που ορίζεται στην παράγραφο (1), αποτελούμενη τόσο από την αντιληπτή σήμανση όσο και από την ενσωματωμένη τεχνική σήμανση, ούτως ώστε έκαστο συστατικό στοιχείο να ακολουθεί την ιδία προθεσμία, η δε δημόσια αρχή δεν υποχρεούται να εφαρμόσει σήμανση της οποίας το πρότυπο δεν έχει ακόμη εγκριθεί.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 49 προβλέπει τα μέτρα οργανώσεως και τους κανόνες εφαρμογής, με προθεσμίες υπολογιζόμενες από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου, ούτως ώστε να προκύψει ενιαίο χρονοδιάγραμμα και ώστε ο θεσμός και οι κανόνες αξιολογήσεως να είναι διαθέσιμοι προ των προθεσμιών των φορέων εκμετάλλευσης. Η παράγραφος (1) προβλέπει τον διορισμό, από το Κοινοβούλιο, του αντιπροέδρου για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και τη συμπλήρωση της οργανωτικής δομής και του κανονισμού οργανώσεως και λειτουργίας της ANCOM με την Αρχή, διά αποφάσεως του προέδρου της ANCOM δημοσιευομένης στην Επίσημη Εφημερίδα, εντός 60 ημερών από τη δημοσίευση. Η παράγραφος (2) προβλέπει την έγκριση των μεθοδολογικών κανόνων εντός 120 ημερών από τη δημοσίευση, κατόπιν προτάσεως της Αρχής, με τη γνώμη του επιστημονικού συμβουλίου και μετά από δημόσια διαβούλευση τουλάχιστον 30 ημερών, με ακριβή απαρίθμηση του αντικειμένου τους (διαδικασίες, πρότυπα, οι προϋποθέσεις του απομονωμένου περιβάλλοντος, η σήμανση προέλευσης, οι μέθοδοι αξιολόγησης και τα επίπεδα σημαντικότητας των κρίσιμων ικανοτήτων, το όριο της υποδομής, τα τέλη καθοριζόμενα σε σχέση με το κόστος της υπηρεσίας και το ύψος της ασφαλίσεως ή της εγγυήσεως). Η ανάθεση προς την Κυβέρνηση περιορίζεται σε τεχνικά και διαδικαστικά ζητήματα, σύμφωνα με τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά την οποία τα ουσιώδη στοιχεία της ρυθμίσεως πρέπει να καθορίζονται διά νόμου (παραδείγματος χάριν, η απόφαση αριθ. 51/2016)· το κείμενο το ορίζει ρητώς: οι κανόνες εξειδικεύουν το καθεστώς που καθορίζεται διά νόμου, δεν δύνανται να καθορίσουν το ουσιώδες περιεχόμενο των υποχρεώσεων, των απαγορεύσεων και των κυρώσεων, τα δε πρότυπα δημοσιεύονται. Ο κατάλογος των κρίσιμων ικανοτήτων δεν περιλαμβάνεται πλέον μεταξύ των αντικειμένων των κανόνων, δεδομένου ότι παραμένει στον νόμο (άρθρο 5 παράγραφος (2)), σε συσχέτιση με το άρθρο 32 παράγραφος (4). Η παράγραφος (3), νέα, θεσπίζει το ενδιάμεσο καθεστώς: έως την έγκριση των κανόνων, οι αξιολογήσεις διενεργούνται κατά τα πρότυπα των κωδίκων ορθής πρακτικής που υιοθετούνται δυνάμει του κανονισμού για την ΤΝ και κατά τις επιστημονικώς αναγνωρισμένες μεθόδους, η δε Αρχή δημοσιεύει προσωρινές κατευθυντήριες γραμμές. Η απαρίθμηση του αντικειμένου των κανόνων συμπληρώθηκε με το επίπεδο που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος (5), με τη διαδικασία δοκιμής και τη διάρκεια που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος (1) και (6), με τις ελάχιστες απαιτήσεις της απομονώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος (1) στοιχείο bb) και με το ύψος της αντισταθμιστικής αποζημίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος (3), ούτως ώστε έκαστο στοιχείο που αφήνεται στους μεθοδολογικούς κανόνες από άλλο άρθρο του νόμου να περιλαμβάνεται και στο άρθρο που θεσπίζει την ανάθεση.
→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 50 καθορίζει την έναρξη ισχύος 30 ημέρες από τη δημοσίευση, κατά το άρθρο 78 του Συντάγματος και το άρθρο 12 του νόμου αριθ. 24/2000, με εξαίρεση τα άρθρα 40–42, 44 και 45, τα οποία τίθενται σε ισχύ 270 ημέρες από τη δημοσίευση, και με τη διευκρίνιση ότι το άρθρο 43 τίθεται σε ισχύ ταυτοχρόνως με τον νόμο. Η προθεσμία του ποινικού τμήματος εκφράζεται σε ημέρες από τη δημοσίευση, ουχί σε ημερολογιακούς μήνες, και παρατάθηκε από 6 μήνες σε 270 ημέρες, ούτως ώστε οι ποινικοποιήσεις να καταστούν ενεργές μόνον μετά τους μεθοδολογικούς κανόνες (120 ημέρες) και μετά την περίοδο προσαρμογής των εξαρτωμένων εξ αυτών υποχρεώσεων (210 ημέρες): ποινικοποίηση συνδεδεμένη με την αδειοδότηση προϋποθέτει διαθέσιμη διαδικασία αδειοδοτήσεως, η δε ενεργοποίησή της προ των κανόνων θα ήτο αντίθετη προς την προβλεψιμότητα του ποινικού νόμου (άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 23 παράγραφος (12) του Συντάγματος). Η τελική διατύπωση βεβαιώσεως της υιοθετήσεως, προβλεπόμενη στα άρθρα 40 και 46 του νόμου αριθ. 24/2000, υποδεικνύει την τήρηση των άρθρων 75 και 76 παράγραφος (1) του Συντάγματος, του νόμου όντος οργανικού καθόσον ρυθμίζει εγκλήματα και ποινές (άρθρο 73 παράγραφος (3) στοιχείο h)) και τροποποιεί, κατά παρέκκλιση, την οργάνωση αυτόνομης διοικητικής αρχής ιδρυθείσας διά οργανικού νόμου (άρθρο 117 παράγραφος (3)).
Το ενιαίο χρονοδιάγραμμα το οποίο προκύπτει από τα άρθρα 48–50, υπολογιζόμενο από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου (P), είναι το ακόλουθο: P+30 ημέρες – η έναρξη ισχύος, περιλαμβανομένης της εγγυήσεως του χρήστη (άρθρο 43), των απαγορεύσεων και των αμέσως εφαρμοστέων υποχρεώσεων· P+60 ημέρες – ο διορισμός του αντιπροέδρου και η οργάνωση της Αρχής (άρθρο 49 παράγραφος (1))· P+90 ημέρες – η κοινοποίηση των συστημάτων που ευρίσκονται σε λειτουργία (άρθρο 48 παράγραφος (2))· P+120 ημέρες – η έγκριση των μεθοδολογικών κανόνων (άρθρο 49 παράγραφος (2)) και η απαιτητότητα των υποχρεώσεων που είναι ανεξάρτητες από κανόνες (άρθρο 48 παράγραφοι (1) και (4)), χρονικό σημείο από το οποίο καθίστανται εφαρμοστέα και τα άρθρα 38 και 39· P+210 ημέρες – εάν οι κανόνες εγκριθούν εμπροθέσμως, η απαιτητότητα των εξαρτωμένων από κανόνες υποχρεώσεων, η ενσωματωμένη τεχνική σήμανση και οι αιτήσεις αδειοδοτήσεως (άρθρο 48 παράγραφοι (2), (4) και (5))· P+270 ημέρες – η έναρξη ισχύος του ποινικού τμήματος (άρθρα 40–42, 44 και 45)· η ανοχή για τα κοινοποιηθέντα συστήματα λήγει 12 μήνες από την έναρξη ισχύος, παρατεινόμενη αυτοδικαίως κατά την καθυστέρηση των θεσμών (άρθρο 48 παράγραφος (2)).
3. Η συμμόρφωση προς τους κανόνες νομοτεχνικής (νόμος αριθ. 24/2000)
Το σχέδιο συνετάγη με αυστηρή τήρηση του νόμου αριθ. 24/2000, όπως αναδημοσιεύθηκε, ως ακολούθως. Η θεμελίωση και η προκαταρκτική εκτίμηση των επιπτώσεων (άρθρα 6, 7 και 30–31) περιλαμβάνονται στην παρούσα αιτιολογική έκθεση, με την ανάλυση της υφισταμένης καταστάσεως, των συγκριτικών προτύπων και των αποτελεσμάτων. Η ένταξη στο νομοθετικό σύστημα (άρθρο 13) διασφαλίζεται διά της ρητής αναφοράς στον κανονισμό για την ΤΝ (άρθρο 1 παράγραφος (3) του νόμου) και διά των κανόνων παραπομπής στις συναφείς πράξεις. Η αποφυγή των παραλληλισμών (άρθρο 16) υπήρξε αντικείμενο διακριτής αναλύσεως, παρουσιαζομένης στο σημείο 3 του Τμήματος 5: ουδεμία υφισταμένη ρύθμιση επαναλαμβάνεται, αλλά υιοθετείται διά παραπομπής, και οι παρεκκλίσεις διατυπώνονται ρητώς με τη φράση «κατά παρέκκλιση από», κατά το άρθρο 63. Η ορολογική ενότητα (άρθρο 37) διασφαλίζεται διά των ορισμών του άρθρου 3, οι οποίοι υιοθετούν διά παραπομπής τις έννοιες που έχουν καθιερωθεί από το δίκαιο της Ένωσης και ορίζουν αυτοτελώς, με αιτιολόγηση, τις νέες έννοιες («σύστημα αιχμής», «βάρη», «φορέας εκμετάλλευσης», «θέση σε λειτουργία»), αποφεύγοντας τους όρους με διαφορετική έννοια στον κανονισμό για την ΤΝ («φορέας», «πάροχος», «θέση σε λειτουργία» κατά τον κανονισμό). Το κανονιστικό ύφος (άρθρα 36 και 38) είναι προστακτικό, σε ενεστώτα χρόνο, άνευ επεξηγήσεων εντός παρενθέσεων και άνευ μη καθιερωμένων νεολογισμών· όλοι οι τεχνικοί όροι που χρησιμοποιούνται στο διατακτικό μέρος («βάρη», «αρχιτεκτονική», «εκπαίδευση», «λεπτομερής προσαρμογή», «ενισχυτική μάθηση», «διαρροή», «αυτόνομη αναπαραγωγή», «αναδρομική αυτοβελτίωση», «απόκρυψη των ικανοτήτων», «αποφυγή της εποπτείας», «αντίσταση στη διακοπή», «εξωτερικό εργαλείο», «εγκεκριμένο περιβάλλον λειτουργίας» και οι λοιποί) ορίζονται στο άρθρο 3, διαρθρωμένο σε δύο παραγράφους – έννοιες-αντικείμενα και, αντιστοίχως, εργασίες και συμπεριφορές – ούτως ώστε εκάστη απαρίθμηση να παραμένει εντός του ορίου των γραμμάτων του αλφαβήτου και ούτως ώστε το υλικό στοιχείο των απαγορεύσεων και των εγκλημάτων να έχει συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο. Τα συστατικά μέρη (άρθρα 40–46) είναι: ο τίτλος, το προοίμιο (επιτρεπόμενο από το άρθρο 43 για τη συνοπτική εκφορά της αιτιολογίας, κατά το πρότυπο των νόμων ιδιαιτέρας σημασίας), η εισαγωγική διατύπωση, το διατακτικό μέρος και η διατύπωση βεβαιώσεως της νομιμότητας της υιοθετήσεως. Η διάρθρωση του διατακτικού μέρους (άρθρα 47–56) τηρεί τη σειρά γενικές διατάξεις – διατάξεις ουσιαστικού δικαίου – μεταβατικές διατάξεις – τελικές διατάξεις, με κεφάλαια αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς και τμήματα με αραβικούς· τα άρθρα αριθμούνται συνεχώς, οι παράγραφοι με αραβικούς αριθμούς εντός παρενθέσεων, οι απαριθμήσεις με γράμματα, και ουδεμία απαρίθμηση σημαινομένη διά γράμματος περιλαμβάνει άλλη απαρίθμηση (άρθρο 49 παράγραφος (3))· τα άρθρα δεν φέρουν περιθώριες ονομασίες, δεδομένου ότι το άρθρο 47 παράγραφος (3) τις επιφυλάσσει στους κώδικες και στους νόμους μεγάλης εκτάσεως. Οι κανόνες παραπομπής (άρθρο 50) υποδεικνύουν τα πλήρη στοιχεία ταυτοποιήσεως των πράξεων στις οποίες γίνεται παραπομπή, οι δε αναθέσεις προς την Κυβέρνηση (άρθρο 49) περιορίζονται σε διαδικαστικά και τεχνικά ζητήματα, της τελευταίας περιόδου του άρθρου 49 παράγραφος (2) του νόμου απαγορεύουσας ρητώς στους μεθοδολογικούς κανόνες να καθορίσουν το ουσιώδες περιεχόμενο των υποχρεώσεων, των απαγορεύσεων και των κυρώσεων. Ο νόμος περιλαμβάνει μία και μόνη ρητή επέμβαση επί του κειμένου άλλης κανονιστικής πράξεως – τη συμπλήρωση του άρθρου 11 παράγραφος (1) της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 78/2016, διατασσομένη διά του άρθρου 45 παράγραφος (3) –, συνταχθείσα κατά τα άρθρα 59–62 (η πλήρης ταυτοποίηση της πράξεως, με τα στοιχεία δημοσιεύσεως και εγκρίσεως, και ο τύπος της συμπληρώσεως)· οι σημειακές παρεκκλίσεις επιτρέπονται από το άρθρο 63 και δεν επηρεάζουν το κείμενο των πράξεων από τις οποίες γίνεται παρέκκλιση. Κατόπιν της ανεξάρτητης νομικής αναλύσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 2026, το σχέδιο αναθεωρήθηκε προς: (i) την οριοθέτηση του πεδίου του έναντι του κανονισμού για την ΤΝ (άρθρο 1 παράγραφος (4), άρθρο 9 παράγραφος (7), άρθρο 17 παράγραφος (6), άρθρο 19 παράγραφος (1) και άρθρο 27 παράγραφος (6))· (ii) τη διατήρηση στον νόμο όλων των συστατικών στοιχείων των διοικητικών παραβάσεων και των εγκλημάτων, με την απαγόρευση της επεκτάσεώς τους διά προτύπων (άρθρο 32 παράγραφος (4))· (iii) τον συγχρονισμό των διαδικασιών, των προτύπων και των προθεσμιών διά ενιαίου χρονοδιαγράμματος υπολογιζομένου από την ημερομηνία δημοσιεύσεως (άρθρα 48–50)· (iv) την προσθήκη διαδικαστικών εγγυήσεων έναντι της Αρχής (άρθρο 9 παράγραφος (4), άρθρο 11 παράγραφος (2), άρθρο 14 παράγραφος (4), άρθρο 32 παράγραφοι (2)–(3), άρθρο 39 παράγραφοι (1) και (5), άρθρο 45 παράγραφος (2)). Το εργασιακό αντίτυπο του σχεδίου φέρει την ένδειξη «ΣΧΕΔΙΟ»· η διατύπωση βεβαιώσεως της νομιμότητας της υιοθετήσεως, εγγεγραμμένη στο τέλος του κειμένου, είναι η συνήθης για σχέδιο νόμου και δεν αντιπροσωπεύει ήδη επελθούσα υιοθέτηση.
Τμήμα 3 – Ο κοινωνικοοικονομικός αντίκτυπος του σχεδίου κανονιστικής πράξης
| 1. Μακροοικονομικός αντίκτυπος | Περιορισμένος και έμμεσος. Το καθεστώς αδειοδοτήσεως αφορά εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό οικονομικών φορέων (τους φορείς ανάπτυξης των συστημάτων τα οποία υπερβαίνουν τις 10^25 πράξεις κινητής υποδιαστολής – επί του παρόντος, κάτω των είκοσι σε παγκόσμιο επίπεδο, ουδείς με έδρα στη Ρουμανία – και τους παρόχους υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας). Τα συστήματα υπό το όριο και οι εφαρμογές που αναπτύσσονται επί τη βάσει των υφισταμένων μοντέλων δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση. Μεσοπροθέσμως, η ύπαρξη σαφούς πλαισίου και αρμοδίας αρχής συνιστά πλεονέκτημα εγκαταστάσεως για τις επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, διά της προβλεψιμότητας, και μειώνει τον μακροοικονομικό συστημικό κίνδυνο που συνδέεται με ένα μείζον περιστατικό. |
| 1¹. Αντίκτυπος στο ανταγωνιστικό περιβάλλον και στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων | Ουδέτερος. Οι υποχρεώσεις εφαρμόζονται άνευ διακρίσεων σε όλους τους φορείς ανάπτυξης και τους φορείς εκμετάλλευσης που εμπίπτουν στο πεδίο του νόμου, ανεξαρτήτως εθνικότητας, και η απλοποιημένη διαδικασία αναγνωρίσεως (άρθρο 9 παράγραφος (7)) διασφαλίζει τη συμβατότητα με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών. Δεν θεσπίζονται κρατικές ενισχύσεις. Η χρηματοδότηση της έρευνας στην ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης (άρθρο 32 παράγραφος (1) στοιχείο j)) από τη διακριτή δημοσιονομική κατανομή που προβλέπεται στο άρθρο 33 παράγραφος (5), άνευ σχέσεως με τις επιβαλλόμενες κυρώσεις, γίνεται τηρουμένου του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 (απαλλαγές κατά κατηγορία για την έρευνα και ανάπτυξη). |
| 2. Αντίκτυπος στο επιχειρηματικό περιβάλλον | Για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις: ουδείς άμεσος αντίκτυπος (άρθρο 4 παράγραφος (2))· παραμένουν όμως δικαιούχοι των υπηρεσιών αιχμής και δύνανται να επηρεασθούν εμμέσως από ενδεχομένη παύση της παροχής ή παρεμπόδιση μη συμμορφούμενης υπηρεσίας (άρθρα 38–39), λόγω του οποίου ο νόμος προβλέπει την προθεσμία συμμορφώσεως των 90 ημερών και τη διατήρηση σε λειτουργία έως την απόφαση της Αρχής (άρθρο 48). Για τους παρόχους υπολογιστικής υποδομής: υποχρεώσεις εγγραφής, γνώσεως της πελατείας και αναφοράς, παρεμφερείς προς εκείνες της νομοθεσίας περί της προλήψεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με μειωμένο διοικητικό κόστος. Για τους φορείς ανάπτυξης αιχμής: το κόστος της ανεξάρτητης αξιολογήσεως και της υποχρεωτικής ασφαλίσεως, ανάλογο προς την αξία των επενδύσεων (της τάξεως των εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για ένα μόνον κύκλο εκπαιδεύσεως) και προς την έκταση του κινδύνου. |
| 3. Κοινωνικός αντίκτυπος | Θετικός. Ο νόμος προστατεύει τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του προσώπου έναντι μιας κατηγορίας κινδύνων που δεν καλύπτονται από την ισχύουσα νομοθεσία, θεσπίζει την προστασία των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος των εργαστηρίων και διασφαλίζει την αποκατάσταση των ζημιών διά αντικειμενικής ευθύνης και υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Οι ρήτρες ανθρωπιάς (κεφ. V) προστατεύουν τις δημοκρατικές διαδικασίες και τον ανθρώπινο έλεγχο επί των θανατηφόρων αποφάσεων. |
| 4. Περιβαλλοντικός αντίκτυπος | Εμμέσως θετικός. Η κοινοποίηση και η τήρηση αρχείου της υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας (άρθρο 7 παράγραφος (3) και άρθρο 22), με σημαντική ενεργειακή κατανάλωση, επιτρέπουν τη συσχέτιση με τις ενεργειακές και περιβαλλοντικές πολιτικές. |
| 5. Άλλες πληροφορίες | Ο νόμος συμβάλλει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Ρουμανία διά της Συμβάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου (CETS αριθ. 225) και διά του ψηφίσματος της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ 78/241 περί των συστημάτων αυτόνομων θανατηφόρων όπλων. |
Τμήμα 4 – Ο οικονομικός αντίκτυπος στον γενικό ενοποιημένο προϋπολογισμό, τόσο βραχυπροθέσμως, για το τρέχον έτος, όσο και μακροπροθέσμως (5 έτη)
Ο οικονομικός αντίκτυπος συνίσταται στις δαπάνες οργανώσεως και λειτουργίας της Αρχής για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, εντός της ANCOM, εκτιμώμενες για δυναμικό περίπου 80 θέσεων, εκ των οποίων τουλάχιστον 50 τεχνικοί ειδικοί προσλαμβανόμενοι διά διαγωνισμού και αμειβόμενοι σε επίπεδο αγοράς, και στις δαπάνες της υπολογιστικής υποδομής που είναι αναγκαία για τις αξιολογήσεις. Η οργάνωση εντός της ANCOM, αρχής χρηματοδοτουμένης εξ ολοκλήρου από ίδια έσοδα, μειώνει το κόστος ιδρύσεως (έδρα, υποστηρικτικές λειτουργίες, πληροφοριακά συστήματα) και δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Κατά το άρθρο 33 παράγραφος (5), η Αρχή χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της ANCOM, διά διακριτής κατανομής, εγκρινόμενης ετησίως και εμφανιζόμενης χωριστά, και από τα τέλη κοινοποιήσεως, αξιολογήσεως και αδειοδοτήσεως, καθοριζόμενα διά των μεθοδολογικών κανόνων σε σχέση με το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας· ο αρχικός προϋπολογισμός, περιλαμβανομένων του προσωπικού και της υποδομής, εξασφαλίζεται από την ANCOM προ της εισπράξεως των τελών. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται κατά τον νόμο αποτελούν έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού και δεν δύνανται να προσδιορίζουν τους πόρους της Αρχής, η δε έρευνα που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος (1) στοιχείο j) χρηματοδοτείται διά διακριτής δημοσιονομικής κατανομής, άνευ σχέσεως με τις κυρώσεις· τα έσοδα από τα πρόστιμα δεν δύνανται να εκτιμηθούν εκ των προτέρων και δεν λαμβάνονται υπόψη κατωτέρω. Οι εκτιμήσεις, εκφρασμένες σε εκατομμύρια λέι, είναι ενδεικτικές και πρόκειται να οριστικοποιηθούν από το Υπουργείο Οικονομικών κατά τη γνωμοδότηση.
| Δείκτες | Τρέχον έτος (2027) | 2028 | 2029 | 2030 | 2031 | Μέσος όρος πενταετίας |
| 1. Μεταβολές των δημοσιονομικών εσόδων, συν/πλην, εκ των οποίων: | +5 | +10 | +15 | +20 | +20 | +14 |
| a) κρατικός προϋπολογισμός, εξ αυτού: τέλη κοινοποιήσεως, αξιολογήσεως και αδειοδοτήσεως, καθοριζόμενα σε σχέση με το κόστος της υπηρεσίας (ίδια έσοδα της ANCOM, κατανεμόμενα στην Αρχή)· τα πρόστιμα αποτελούν έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού (άρθρο 33 παράγραφος (5)), μη δυνάμενα να εκτιμηθούν εκ των προτέρων και μη περιλαμβανόμενα | +5 | +10 | +15 | +20 | +20 | +14 |
| b) τοπικοί προϋπολογισμοί | – | – | – | – | – | – |
| c) προϋπολογισμός κρατικών κοινωνικών ασφαλίσεων | – | – | – | – | – | – |
| 2. Μεταβολές των δημοσιονομικών δαπανών, συν/πλην, εκ των οποίων: | +45 | +85 | +90 | +95 | +100 | +83 |
| a) κρατικός προϋπολογισμός, εξ αυτού: (i) δαπάνες προσωπικού | +20 | +40 | +42 | +45 | +48 | +39 |
| (ii) αγαθά και υπηρεσίες (περιλαμβανομένης της υπολογιστικής υποδομής για τις αξιολογήσεις) | +20 | +40 | +43 | +45 | +47 | +39 |
| (iii) κεφαλαιουχικές δαπάνες | +5 | +5 | +5 | +5 | +5 | +5 |
| b) τοπικοί προϋπολογισμοί | – | – | – | – | – | – |
| c) προϋπολογισμός κρατικών κοινωνικών ασφαλίσεων | – | – | – | – | – | – |
| 3. Οικονομικός αντίκτυπος, συν/πλην (εκατομμύρια λέι) | –40 | –75 | –75 | –75 | –80 | –69 |
| 4. Προτάσεις για την κάλυψη της αυξήσεως των δημοσιονομικών δαπανών | Οι δαπάνες καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ANCOM, διά της διακριτής κατανομής που προβλέπεται στο άρθρο 33 παράγραφος (5) – περιλαμβανομένου του αρχικού προϋπολογισμού που εξασφαλίζεται από την ANCOM προ της εισπράξεως των τελών –, και από τα τέλη τα καθοριζόμενα σε σχέση με το κόστος της υπηρεσίας· τα πρόστιμα, τα οποία αποτελούν έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, δεν συνιστούν πηγή χρηματοδοτήσεως της Αρχής. Προτείνεται, συμπληρωματικώς, η ανακατεύθυνση μέρους των πόρων που διατίθενται στην Εθνική Στρατηγική στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης 2024–2027 και από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Έξυπνη Ανάπτυξη, Ψηφιοποίηση και Χρηματοδοτικά Μέσα 2021–2027 (στόχος πολιτικής 1 – μια εξυπνοτέρα Ευρώπη). | |||||
| 5. Προτάσεις για την αντιστάθμιση της μειώσεως των δημοσιονομικών εσόδων | Δεν συντρέχει περίπτωση· το σχέδιο δεν μειώνει δημοσιονομικά έσοδα. | |||||
| 6. Αναλυτικοί υπολογισμοί περί της θεμελιώσεως των μεταβολών των δημοσιονομικών εσόδων και/ή δαπανών | Δαπάνες προσωπικού: 80 θέσεις, μέσο εκτιμώμενο ακαθάριστο κόστος 40.000 λέι/μήνα για το τεχνικό προσωπικό (50 θέσεις) και 15.000 λέι/μήνα για τους λοιπούς, υπό καθεστώς μισθολογικής παρεκκλίσεως. Αγαθά και υπηρεσίες: ενοικίαση υπολογιστικής χωρητικότητας για τις αξιολογήσεις (εκτιμωμένως 25 εκατομμύρια λέι/έτος), συμβάσεις με ανεξάρτητους οργανισμούς αξιολόγησης, διεθνείς μεταβάσεις. Έσοδα: τέλη κοινοποιήσεως, αξιολογήσεως και αδειοδοτήσεως εκτιμώμενα σε 1–3 εκατομμύρια λέι ανά σύστημα, για 5–10 συστήματα ετησίως, με ανώτατο όριο, κατά το άρθρο 33 παράγραφος (5), το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας· τα έσοδα από τα πρόστιμα περιέρχονται στον κρατικό προϋπολογισμό, εξαρτώνται από τον αριθμό και τη σοβαρότητα των διαπιστωθεισών παραβάσεων και δεν δύνανται να εκτιμηθούν εκ των προτέρων, ούτως ώστε δεν συμπεριελήφθησαν. | |||||
| 7. Άλλες πληροφορίες | Οι τιμές εκφράζονται σε εκατομμύρια λέι. Το κόστος ενός μόνου μείζονος περιστατικού που αποτρέπεται (παραδείγματος χάριν, μιας αυτόνομης κυβερνοεπιθέσεως κατά της ενεργειακής υποδομής) υπερβαίνει κατά πλείονες τάξεις μεγέθους το ετήσιο κόστος της Αρχής. |
Τμήμα 5 – Τα αποτελέσματα της παρούσης κανονιστικής πράξης επί της ισχυούσης νομοθεσίας
a) ισχύουσες κανονιστικές πράξεις οι οποίες θα τροποποιηθούν ή θα καταργηθούν, συνεπεία της ενάρξεως ισχύος του σχεδίου κανονιστικής πράξης
Το σχέδιο δεν καταργεί καμία κανονιστική πράξη και τροποποιεί ρητώς, διά συμπληρώσεως, μία και μόνη κανονιστική πράξη (άρθρο 45 παράγραφος (3)). Κατά τα λοιπά, διά της τεχνικής του κανόνος παραπομπής και της ρητής παρεκκλίσεως, παράγει τα ακόλουθα αποτελέσματα επί της ισχύουσας νομοθεσίας:
Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 78/2016 για την οργάνωση και τη λειτουργία της Διεύθυνσης Διερεύνησης των Εγκλημάτων Οργανωμένου Εγκλήματος και Τρομοκρατίας, καθώς και για την τροποποίηση και τη συμπλήρωση ορισμένων κανονιστικών πράξεων, εγκριθείσα με τροποποιήσεις διά του νόμου αριθ. 120/2018 – ρητή συμπλήρωση (άρθρο 45 παράγραφος (3) του νόμου): στο άρθρο 11 παράγραφος (1) εισάγεται νέο σημείο, διά του οποίου τα εγκλήματα που προβλέπονται στα άρθρα 40–42 του νόμου υπάγονται στην αρμοδιότητα της DIICOT· 1 πράξη συμπληρούμενη στο κείμενο. Η ακριβής διάρθρωση του άρθρου 11 παράγραφος (1) (η αρίθμηση των σημείων και η ενοποιημένη μορφή επί της παρούσης) πρόκειται να επαληθευθεί επί του ενοποιημένου κειμένου προ της καταθέσεως, ο δε τύπος της συμπληρώσεως θα προσαρμοσθεί αναλόγως.
Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 27/2003 περί της διαδικασίας της σιωπηρής εγκρίσεως – ρητή παρέκκλιση (άρθρο 9 παράγραφος (4) του νόμου): η έλλειψη απαντήσεως της Αρχής δεν ισοδυναμεί με σιωπηρή αδειοδότηση· 1 παρέκκλιση.
Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 22/2009 περί της ιδρύσεως της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες, εγκριθείσα διά του νόμου αριθ. 113/2010 – ρητή παρέκκλιση (άρθρο 31 παράγραφος (2) του νόμου) από το άρθρο 11 παράγραφος (1): ένας επιπλέον αντιπρόεδρος, για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, διοριζόμενος από το Κοινοβούλιο υπό τις ίδιες προϋποθέσεις· 1 παρέκκλιση. Ο νόμος-πλαίσιο αριθ. 153/2017 δεν επηρεάζεται, του προσωπικού της ANCOM εξαιρουμένου της εφαρμογής του διά του άρθρου 2 παράγραφος (2) αυτού.
Ο νόμος περί των διοικητικών διαφορών αριθ. 554/2004 – ρητή παρέκκλιση (άρθρο 26 παράγραφος (6) του νόμου) από το άρθρο 7 (η προηγούμενη διοικητική διαδικασία), το άρθρο 10 (η καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα) και το άρθρο 20 (το ένδικο μέσο): οι προσφυγές κατά των αποφάσεων των αρχών και των δημοσίων ιδρυμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 26 και, διά παραπομπής, στο άρθρο 18 παράγραφος (3) και στο άρθρο 27 παράγραφος (5), δεν υπόκεινται στην προηγούμενη διοικητική διαδικασία, εκδικάζονται από το πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του προσώπου, με έφεση ενώπιον του εφετείου· 1 παρέκκλιση (από τρία κείμενα).
Το διάταγμα της Κυβέρνησης αριθ. 2/2001 περί του νομικού καθεστώτος των διοικητικών παραβάσεων – ρητές παρεκκλίσεις (άρθρο 37 παράγραφος (4) του νόμου) από το άρθρο 28 (καταβολή του ημίσεος του ελαχίστου του προστίμου) και από το άρθρο 13 παράγραφος (1) (η προθεσμία παραγραφής της επιβολής της κυρώσεως)· 2 παρεκκλίσεις.
Ο νόμος αριθ. 361/2022 περί της προστασίας των καταγγελλόντων δημοσίου συμφέροντος – συμπλήρωση του πεδίου εφαρμογής διά κανόνος παραπομπής (άρθρο 21 του νόμου), άνευ τροποποιήσεως του κειμένου· το καθεστώς προστασίας επεκτείνεται στις αναφορές περί των κινδύνων για την ασφάλεια και της αποκρύψεως ικανοτήτων.
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (άρθρο 22) και ο νόμος αριθ. 190/2018 – κανόνες παραπομπής (άρθρο 26 παράγραφος (8) του νόμου), άνευ τροποποιήσεως.
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 για τις ψηφιακές υπηρεσίες – κανόνας συντονισμού (άρθρο 27 παράγραφος (6) του νόμου): για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, το άρθρο 27 εφαρμόζεται μόνον κατά το μέτρο που είναι συμβατό με τον κανονισμό, του οποίου οι διατάξεις περί των συμβατικών όρων (άρθρο 14), της αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 17) και της επιλύσεως των καταγγελιών (άρθρο 20) παραμένουν εφαρμοστέες· καμία εγγύηση του κανονισμού υπέρ των αποδεκτών των υπηρεσιών δεν περιορίζεται· άνευ τροποποιήσεως.
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 – κανόνες συντονισμού: άρθρο 1 παράγραφος (4) και άρθρο 9 παράγραφος (7) του νόμου (ο νόμος δεν θεσπίζει προϋποθέσεις διαθέσεως στην αγορά της Ένωσης μοντέλων γενικού σκοπού και δεν θίγει τις αρμοδιότητες της Επιτροπής που προβλέπονται στο άρθρο 88 του κανονισμού· για τα μοντέλα με συστημικό κίνδυνο των οποίων οι πάροχοι τηρούν το κεφ. V του κανονισμού, η Αρχή θεμελιώνεται στην τεκμηρίωση που κοινοποιείται στην Υπηρεσία ΤΝ)· άρθρο 17 παράγραφος (6) (για τους παρόχους και τους φορείς εφαρμογής στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 50 του κανονισμού, οι υποχρεώσεις σημάνσεως θεωρούνται εκπληρωθείσες διά της τηρήσεως του άρθρου 50 παράγραφοι (2) και (4), ο δε νόμος καθορίζει μόνον την αρμόδια αρχή, τη διαδικασία διαπιστώσεως και τις κυρώσεις, εντός των ορίων του άρθρου 99 παράγραφος (4) του κανονισμού)· άρθρο 18 παράγραφος (5) (άρθρο 50 παράγραφος (1) του κανονισμού και άρθρα 13–15 και 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679)· άρθρο 19 παράγραφοι (1) και (6) (οι φορείς ανάπτυξης και οι φορείς εκμετάλλευσης εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος ορίζουν μόνον σημείο επαφής, το οποίο δύναται να είναι ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του άρθρου 54 του κανονισμού ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065· ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος ο εξουσιοδοτημένος και για τη Ρουμανία εκπληρώνει την υποχρέωση του νόμου)· άνευ τροποποιήσεως των πράξεων της Ένωσης.
Η οδηγία 2000/31/ΕΚ (άρθρο 3) και ο νόμος αριθ. 365/2002 περί του ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως αναδημοσιεύθηκε – κανόνες παραπομπής (άρθρο 4 παράγραφος (4) και άρθρο 39 παράγραφος (4) του νόμου): οι υποχρεώσεις του νόμου εφαρμόζονται στις υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο κράτος μέλος υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας, η δε παρεμπόδιση τοιαύτης υπηρεσίας διατάσσεται μόνον ατομικώς, για συγκεκριμένη υπηρεσία, με τη διαδικασία αιτήματος προς το κράτος μέλος προελεύσεως και κοινοποιήσεως προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή· άνευ τροποποιήσεως.
Η οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 περί της ευθύνης για τα προϊόντα με ελαττώματα – κανόνας συντονισμού (άρθρο 35 παράγραφος (5) του νόμου): η αντικειμενική ευθύνη που θεσπίζεται από τον νόμο αποτελεί διακριτό έρεισμα, το οποίο δεν τροποποιεί το εναρμονισμένο καθεστώς της ευθύνης για τα προϊόντα· κατά το μέτρο που ο αποκλεισμός της ανωτέρας βίας λόγω ελλείψεως επιστημονικής γνώσεως εμπίπτει στο πεδίο της οδηγίας, η Κυβέρνηση εκπληρώνει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18 της οδηγίας (η παρέκκλιση περί του κινδύνου αναπτύξεως).
Η οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 σχετικά με τη διαδικασία παροχής πληροφοριών στον τομέα των τεχνικών κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, μεταφερθείσα διά της αποφάσεως της Κυβερνήσεως αριθ. 1016/2004 – προς επαλήθευση προ της καταθέσεως: οι διατάξεις των άρθρων 17–19, 38 και 39 του νόμου, καθώς και οι μεθοδολογικοί κανόνες περί της τεχνικής σημάνσεως, ενδέχεται να συνιστούν «κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες» κατά την έννοια της οδηγίας, οπότε το σχέδιο κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε στάδιο σχεδίου, τηρουμένης της περιόδου αναμονής· η σημείωση περί των ευρωπαϊκών κοινοποιήσεων συνοδεύει το σχέδιο.
Ο Αστικός Κώδικας (άρθρο 1376), ο Ποινικός Κώδικας (άρθρο 16 παράγραφος (4), άρθρο 135), ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 36, 168, 249), ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (η διαδικασία της αντιδικίας, άρθρο 23 παράγραφος (2) και άρθρο 26 παράγραφος (5) του νόμου), ο νόμος αριθ. 182/2002, η πράξη νομοθετικού περιεχομένου της Κυβερνήσεως αριθ. 155/2024, ο νόμος αριθ. 240/2004 – κανόνες παραπομπής, άνευ τροποποιήσεως.
Συνοπτικώς: 0 καταργούμενες πράξεις, 1 πράξη συμπληρούμενη στο κείμενο (ΠΝΠ αριθ. 78/2016), 5 ρητές παρεκκλίσεις (από 7 κείμενα), 2 συμπληρώσεις πεδίου διά κανόνος παραπομπής (νόμος αριθ. 361/2022, νόμος αριθ. 365/2002), κανόνες συντονισμού με το δίκαιο της Ένωσης στο άρθρο 1 παράγραφος (4), άρθρο 9 παράγραφος (7), άρθρο 17 παράγραφος (6), άρθρο 18 παράγραφος (5), άρθρο 19 παράγραφοι (1) και (6), άρθρο 27 παράγραφος (6) και άρθρο 35 παράγραφος (5)· 1 ευρωπαϊκή κοινοποίηση προς επαλήθευση (οδηγία (ΕΕ) 2015/1535). Οι συσχετίσεις με τις ενοποιημένες μορφές των παρατιθέμενων εθνικών πράξεων (οι Κώδικες, οι νόμοι αριθ. 182/2002, 365/2002, 554/2004 και 361/2022, το ΔΚ αριθ. 2/2001, οι ΠΝΠ αριθ. 22/2009, 78/2016 και 155/2024) επαληθεύονται επί των ενοποιημένων κειμένων προ της καταθέσεως.
b) κανονιστικές πράξεις οι οποίες θα εκπονηθούν κατόπιν της εφαρμογής των νέων διατάξεων
Απόφαση του Κοινοβουλίου για τον διορισμό του αντιπροέδρου της ANCOM για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης και απόφαση του προέδρου της ANCOM, δημοσιευόμενη στην Επίσημη Εφημερίδα, για τη συμπλήρωση της οργανωτικής δομής και του κανονισμού οργανώσεως και λειτουργίας με την Αρχή, περιλαμβανομένης της οργανώσεως διακριτών δομών αξιολογήσεως, διερευνήσεως και αποφάσεως περί κυρώσεων (άρθρο 32 παράγραφος (2))· προθεσμία: 60 ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου (άρθρο 49 παράγραφος (1)).
Απόφαση της Κυβερνήσεως για την έγκριση των Μεθοδολογικών Κανόνων εφαρμογής του νόμου, εκδιδόμενη κατόπιν προτάσεως της Αρχής, με τη γνώμη του επιστημονικού συμβουλίου και μετά από δημόσια διαβούλευση τουλάχιστον 30 ημερών· προθεσμία: 120 ημέρες από τη δημοσίευση του νόμου (άρθρο 49 παράγραφος (2)). Αντικείμενο: η διαδικασία κοινοποιήσεως και αδειοδοτήσεως· η απλοποιημένη διαδικασία αναγνωρίσεως των συστημάτων που έχουν νομίμως τεθεί σε λειτουργία σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 9 παράγραφος (7))· τα πρότυπα αξιολογήσεως, ασφάλειας των βαρών και ικανότητας διακοπής· οι προϋποθέσεις του απομονωμένου περιβάλλοντος (άρθρο 15 παράγραφος (2))· τα πρότυπα της σημάνσεως προέλευσης (άρθρο 17)· οι μέθοδοι αξιολόγησης και τα επίπεδα σημαντικότητας των κρίσιμων ικανοτήτων, εντός των ορίων του άρθρου 5 παράγραφος (2), άνευ δυνατότητας προσθήκης άλλων κατηγοριών αποτελεσμάτων· το όριο της υπολογιστικής υποδομής μεγάλης χωρητικότητας (άρθρο 6 παράγραφος (4))· το ύψος των τελών, καθοριζόμενο σε σχέση με το κόστος της υπηρεσίας· το ύψος της ασφαλίσεως ή της χρηματικής εγγυήσεως (άρθρο 36)· η διαδικασία ελέγχου του προσωπικού με πρόσβαση στα βάρη, με τη γνώμη της ORNISS (άρθρο 12 παράγραφος (1))· η διαδικασία δοκιμής της ικανότητας διακοπής (άρθρο 14 παράγραφος (1))· το επίπεδο από το οποίο διαπιστώνεται η απώλεια της καταληπτότητας των ημερολογίων (άρθρο 16 παράγραφος (5))· η αντισταθμιστική αποζημίωση του αντιπροέδρου (άρθρο 31 παράγραφος (3)). Οι κανόνες εξειδικεύουν το πλαίσιο του νόμου και δεν δύνανται να καθορίσουν το ουσιώδες περιεχόμενο των υποχρεώσεων, των απαγορεύσεων και των κυρώσεων· τα πρότυπα δημοσιεύονται.
Προσωρινές κατευθυντήριες γραμμές της Αρχής, δημοσιευόμενες έως την έγκριση των μεθοδολογικών κανόνων, οι δε αξιολογήσεις διενεργούμενες κατά το διάστημα αυτό κατά τους κώδικες ορθής πρακτικής που υιοθετούνται δυνάμει του κανονισμού για την ΤΝ και κατά τις επιστημονικώς αναγνωρισμένες μεθόδους (άρθρο 49 παράγραφος (3))· μεταγενεστέρως, τα πρότυπα της Αρχής, με τη γνώμη του επιστημονικού συμβουλίου, εντός των ορίων του άρθρου 32 παράγραφος (4).
Απόφαση του προέδρου της ANCOM περί του επιπέδου αμοιβής του εξειδικευμένου προσωπικού της Αρχής, επί τη βάσει της δημοσιευομένης μελέτης αγοράς (άρθρο 33 παράγραφος (3))· η προκήρυξη και ο κανονισμός του διαγωνισμού για το εξειδικευμένο προσωπικό (άρθρο 33 παράγραφοι (1) και (2)).
Απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας της Χώρας περί των προσαρμογών που εφαρμόζονται στα συστήματα του τομέα της άμυνας και της εθνικής ασφάλειας (άρθρο 23).
Αποφάσεις της Κυβερνήσεως περί της περιοδικής προσαρμογής του υπολογιστικού ορίου, κατόπιν προτάσεως της Αρχής (άρθρο 6 παράγραφος (2)).
Ο νόμος εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689, ευρισκόμενος εν εξελίξει εκπονήσεως από την Κυβέρνηση, θα πρέπει να συσχετισθεί με τον παρόντα νόμο ως προς τη συνεργασία μεταξύ των οριζομένων αρχών και της Αρχής (άρθρο 31 παράγραφος (5)) και ως προς τον κανόνα κατά τον οποίο για την ίδια πράξη δεν δύνανται να επιβληθούν δύο κυρώσεις δυνάμει του νόμου και του κανονισμού (άρθρο 37 παράγραφος (5)).
c) Η ανάλυση των νομοθετικών παραλληλισμών (άρθρο 16 του νόμου αριθ. 24/2000)
Κατά το άρθρο 16 παράγραφος (1) του νόμου αριθ. 24/2000, «κατά τη διαδικασία της νομοθετήσεως απαγορεύεται η θέσπιση των ιδίων ρυθμίσεων σε πλείονα άρθρα ή παραγράφους της ιδίας κανονιστικής πράξης ή σε δύο ή πλείονες κανονιστικές πράξεις», και προς υπογράμμιση των νομοθετικών συνδέσμων χρησιμοποιείται ο κανόνας παραπομπής. Εκάστη διάταξη του σχεδίου επαληθεύθηκε σε σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία, με τα αποτελέσματα συνοψιζόμενα στον ακόλουθο πίνακα.
| Η διάταξη του σχεδίου | Ισχύουσα κανονιστική πράξη με παρεμφερές αντικείμενο | Το συμπέρασμα της επαληθεύσεως και η υιοθετηθείσα λύση |
| Άρθρο 1 παράγραφοι (3)–(4) και άρθρο 9 παράγραφος (7) – η σχέση με τον κανονισμό για την ΤΝ και τα μοντέλα γενικού σκοπού | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 2, κεφ. V (άρθρα 51–56 – τα μοντέλα γενικού σκοπού), άρθρο 88 (η αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής για την εποπτεία των παρόχων μοντέλων γενικού σκοπού), άρθρο 99 | Ρητή οριοθέτηση: ο νόμος δεν θεσπίζει προϋποθέσεις διαθέσεως στην αγορά της Ένωσης μοντέλων γενικού σκοπού και δεν θίγει τις αρμοδιότητες της Επιτροπής (άρθρο 88)· οι υποχρεώσεις του αφορούν τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική ασφάλεια, την ευθύνη, τα δικαιώματα των προσώπων στις μη εναρμονισμένες σχέσεις και την οργάνωση των αρχών, η δε αδειοδότηση αφορά τη θέση σε λειτουργία στο έδαφος της Ρουμανίας. Για τα μοντέλα με συστημικό κίνδυνο των οποίων οι πάροχοι τηρούν το κεφ. V, η Αρχή θεμελιώνεται στην τεκμηρίωση που κοινοποιείται στην Υπηρεσία ΤΝ και ελέγχει μόνον τις προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τον κανονισμό (άρθρο 9 παράγραφος (7)). |
| Άρθρο 3 στοιχεία a), b), n) – οι ορισμοί του συστήματος ΤΝ, του μοντέλου γενικού σκοπού, του σοβαρού περιστατικού | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 3 σημεία 1, 63, 49 | Δυνητική επικάλυψη αποφευχθείσα: οι ορισμοί δεν επαναλαμβάνονται, αλλά υιοθετούνται διά κανόνος παραπομπής· το σοβαρό περιστατικό συμπληρώνεται με καταστάσεις μη καλυπτόμενες από τον κανονισμό. |
| Άρθρο 3 στοιχεία g)–i) – φορέας ανάπτυξης, φορέας εκμετάλλευσης, θέση σε λειτουργία | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 3 σημεία 3 (πάροχος), 4 (φορέας εφαρμογής), 8 (φορέας), 11 (θέση σε λειτουργία) | Διακριτές έννοιες, με διαφορετικό περιεχόμενο (υλική δραστηριότητα, και ουχί διάθεση στην αγορά). Προς αποφυγή της ορολογικής συγχύσεως (άρθρο 37 του νόμου αριθ. 24/2000), ο νόμος χρησιμοποιεί ιδίους όρους, οριζομένους αυτοτελώς. |
| Άρθρα 5–6 – το όριο των 10^25 FLOP και οι κρίσιμες ικανότητες | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 51 και παράρτημα XIII | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: ο κανονισμός χρησιμοποιεί το όριο για το τεκμήριο συστημικού κινδύνου και για τις υποχρεώσεις επιμελείας του παρόχου· ο νόμος το χρησιμοποιεί για την ενεργοποίηση του εθνικού καθεστώτος αδειοδοτήσεως, σε μη εναρμονισμένους τομείς. Το όριο είναι ταυτόσημο προς συνοχή. Ο κατάλογος των κρίσιμων ικανοτήτων δεν περιλαμβάνει τον επηρεασμό των δημοκρατικών διαδικασιών ή της κοινής γνώμης, ύλη η οποία παραμένει αποκλειστικώς στο πεδίο του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και του άρθρου 50 του κανονισμού, της εκλογικής νομοθεσίας και του Ποινικού Κώδικα· ο νόμος δεν απονέμει ουδεμία αρμοδιότητα περί του περιεχομένου της δημόσιας συζητήσεως. |
| Άρθρα 7–11 – η κοινοποίηση της εκπαιδεύσεως και η προηγούμενη αδειοδότηση | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 52 (η κοινοποίηση προς την Επιτροπή), άρθρα 53 και 55 (οι υποχρεώσεις των παρόχων) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: ο κανονισμός δεν περιέχει καθεστώς προηγούμενης αδειοδοτήσεως ούτε την κοινοποίηση της εκπαιδεύσεως. Η αδειοδότηση αφορά δραστηριότητες που διεξάγονται στο έδαφος της Ρουμανίας (εκπαίδευση, εκμετάλλευση) και δεν θέτει προϋποθέσεις στη διάθεση στην εσωτερική αγορά (άρθρο 1 παράγραφος (4))· το άρθρο 9 παράγραφος (7) διασφαλίζει την αναγνώριση, διά της απλοποιημένης διαδικασίας που καθορίζεται από τους μεθοδολογικούς κανόνες, των συστημάτων που έχουν νομίμως τεθεί σε λειτουργία σε άλλα κράτη μέλη, το δε άρθρο 9 παράγραφος (4) θεσπίζει διαδικαστικές εγγυήσεις (προθεσμία, περιορισμένη αναστολή, αιτιολόγηση για εκάστη προϋπόθεση, αγωγή περί υποχρεώσεως εκδόσεως αποφάσεως). |
| Άρθρο 12 – η ασφάλεια των βαρών | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο δ)· ΠΝΠ αριθ. 155/2024 (NIS 2)· νόμος αριθ. 182/2002 | Ειδικό αντικείμενο (τα βάρη) και ειδικό πρότυπο (ισοδύναμο του «άκρως απορρήτου»), μη καλυπτόμενα από τις μνημονευθείσες πράξεις. Το άρθρο 12 παράγραφος (4) προβλέπει ρητώς την εφαρμογή χωρίς να θίγεται η ΠΝΠ αριθ. 155/2024. Ο νόμος αριθ. 182/2002 χρησιμοποιείται ως κανόνας παραπομπής για το πρότυπο, άνευ διαβαθμίσεως των βαρών. |
| Άρθρο 14 – η ανθρώπινη εποπτεία | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 14 (συστήματα υψηλού κινδύνου) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 14 του κανονισμού εφαρμόζεται στα συστήματα υψηλού κινδύνου του παραρτήματος III· ο νόμος ρυθμίζει τα συστήματα αιχμής, με διαφορετικό περιεχόμενο (δοκιμασμένη ικανότητα διακοπής, οριζόμενα πρόσωπα). |
| Άρθρο 15 και κεφ. V – απαγορεύσεις | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 5 (απαγορευμένες πρακτικές) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 5 του κανονισμού απαγορεύει πρακτικές χρήσεως (υποσυνείδητη χειραγώγηση, κοινωνική βαθμολόγηση, βιομετρική ταυτοποίηση)· ο νόμος απαγορεύει χαρακτηριστικά σχεδιάσεως και εκπαιδεύσεως του συστήματος, μη καλυπτόμενα από τον κανονισμό. |
| Άρθρο 17 – η σήμανση του παραγομένου περιεχομένου | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 50 παράγραφοι (2) και (4) και άρθρο 99 παράγραφος (4)· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065· Ποινικός Κώδικας (άρθρο 325 – η πληροφορική πλαστογραφία, άρθρο 244 – η απάτη) | Μερική επικάλυψη ταυτοποιηθείσα και επιλυθείσα διά του άρθρου 17 παράγραφος (6): για τους παρόχους και τους φορείς εφαρμογής στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 50 του κανονισμού, οι υποχρεώσεις σημάνσεως θεωρούνται εκπληρωθείσες διά της τηρήσεως του άρθρου 50 παράγραφοι (2) και (4), ο δε νόμος καθορίζει μόνον την αρμόδια αρχή, τη διαδικασία διαπιστώσεως και τις κυρώσεις, εντός των ορίων του άρθρου 99 παράγραφος (4) του κανονισμού (άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο e) δεύτερη περίοδος). Το άρθρο 17 εφαρμόζεται πλήρως μόνον στα αποτελέσματα συστημάτων εκπαιδευθέντων ή εκμεταλλευομένων στη Ρουμανία τα οποία δεν διατίθενται στην αγορά της Ένωσης και στη δημόσια ανακοίνωση των ρουμανικών αρχών· η απαγόρευση αφαιρέσεως της σημάνσεως (παράγραφος (3)) είναι πράξη μη καλυπτόμενη από τον κανονισμό. Οι πράξεις που τελούνται διά της χρήσεως μη σημασμένου περιεχομένου προς δόλιο σκοπό παραμένουν στη σφαίρα του Ποινικού Κώδικα. |
| Άρθρο 18 – η ενημέρωση του χρήστη | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 50 παράγραφος 1· κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, άρθρα 13–15 και 22· νόμος αριθ. 190/2018 | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: ο κανονισμός αφορά την ενημέρωση περί της αλληλεπιδράσεως με το σύστημα, ενώ ο ΓΚΠΔ την ενημέρωση περί της επεξεργασίας των δεδομένων· το άρθρο 18 ρυθμίζει την ενημέρωση περί της θεμελιώσεως μιας αποφάσεως στο αποτέλεσμα ενός συστήματος και περί του προσώπου το οποίο ευθύνεται γι' αυτήν, ύλη διοικητικής διαδικασίας και αστικής ευθύνης, μη εναρμονισμένη. |
| Άρθρο 19 – ο εκπρόσωπος για τη συμμόρφωση | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 54 (ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος)· κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, άρθρο 27· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065, άρθρο 13· νόμος αριθ. 365/2002 | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι μνημονευθέντες θεσμοί αφορούν την εκπροσώπηση για τις υποχρεώσεις των αντιστοίχων πράξεων. Ο εκπρόσωπος που προβλέπεται από τον νόμο ορίζεται μόνον από τους φορείς ανάπτυξης και τους φορείς εκμετάλλευσης εγκατεστημένους εκτός της Ένωσης, για το εθνικό καθεστώς αδειοδοτήσεως, επιθεωρήσεως, παύσεως της παροχής και παρεμποδίσεως και για την κοινοποίηση των πράξεων· όσοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος ορίζουν μόνον σημείο επαφής, το οποίο δύναται να είναι ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος που προβλέπεται στο άρθρο 54 του κανονισμού για την ΤΝ ή ο νόμιμος εκπρόσωπος που προβλέπεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 (άρθρο 19 παράγραφος (1)), ούτως ώστε δεν επιβάλλεται υποχρέωση εγκαταστάσεως αντίθετη προς το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ· το άρθρο 19 παράγραφος (6) αποφεύγει τη διπλασίαση, αναγνωρίζοντας ως εκπληρωθείσα την υποχρέωση οσάκις ο ευρωπαϊκός εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος είναι εξουσιοδοτημένος και για τη Ρουμανία. |
| Άρθρο 20 – η αναφορά των σοβαρών περιστατικών | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 55 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και άρθρο 73 | Μερική επικάλυψη ταυτοποιηθείσα και επιλυθείσα: το άρθρο 20 παράγραφος (1) δευτέρα φράση προβλέπει ότι η αναφορά προς την Αρχή δεν αντικαθιστά την αναφορά προς την Υπηρεσία ΤΝ και επιτρέπει τη διαβίβαση της ιδίας εκθέσεως, συμπληρωμένης· αποφεύγεται το διπλό διοικητικό βάρος. |
| Άρθρο 21 – οι καταγγέλλοντες δημοσίου συμφέροντος | Νόμος αριθ. 361/2022· οδηγία (ΕΕ) 2019/1937· κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 87 | Επικάλυψη αποφευχθείσα διά κανόνος παραπομπής στον νόμο αριθ. 361/2022· ο νόμος προσθέτει μόνον τα μη καλυπτόμενα στοιχεία (κίνδυνοι ασφάλειας, αναφορά προς το Κοινοβούλιο/το κοινό, ακυρότητα των περιουσιακών ρητρών, το έγκλημα των αντιποίνων). |
| Άρθρο 22 – οι πάροχοι υπολογιστικής υποδομής | ΠΝΠ αριθ. 155/2024 (τα κέντρα δεδομένων ως ουσιώδεις οντότητες)· νόμος αριθ. 129/2019 (γνώση της πελατείας) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι υποχρεώσεις του νόμου (η τήρηση αρχείου του υπολογιστικού όγκου, η απαγόρευση παροχής άνω του ορίου άνευ κοινοποιήσεως) είναι ειδικές και δεν ανευρίσκονται στις μνημονευθείσες πράξεις· η υποχρέωση γνώσεως της πελατείας έχει πρότυπο, και ουχί πηγή, στον νόμο αριθ. 129/2019. |
| Άρθρο 23 – οι δημόσιες αρχές, η άμυνα και η εθνική ασφάλεια | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 2 παράγραφος 3 (εξαίρεση)· νόμος αριθ. 415/2002 (CSAT) | Τομέας καταλειπόμενος ρητώς στα κράτη μέλη· δεν υφίσταται εθνική ρύθμιση των συστημάτων ΤΝ στον τομέα αυτόν. Η αρμοδιότητα του CSAT είναι εκείνη που προβλέπεται από τον νόμο αριθ. 415/2002. |
| Άρθρο 24 – η θανατηφόρος βία | Δεν υφίσταται εθνική ρύθμιση· ψήφισμα ΓΣ ΟΗΕ 78/241 | Δεν υφίσταται παραλληλισμός. |
| Άρθρο 25 – η νομική προσωπικότητα και η περιουσιακή αυτονομία | Αστικός Κώδικας, άρθρο 25 (τα υποκείμενα δικαίου)· νόμος αριθ. 129/2019 (ο πραγματικός δικαιούχος) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: ο Αστικός Κώδικας δεν περιέχει κανόνα ρητού αποκλεισμού· ο νόμος τον θεσπίζει, εν αρμονία προς το άρθρο 25. |
| Άρθρο 26 – η απαγόρευση της εξαρτήσεως της συμμετοχής στην κοινωνική ζωή | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 5 παράγραφος (1) στοιχείο γ) (η κοινωνική βαθμολόγηση)· κανονισμός (ΕΕ) 2016/679, άρθρο 25 (αυτοματοποιημένες αποφάσεις)· νόμος αριθ. 190/2018 | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 5 στοιχείο γ) του κανονισμού απαγορεύει την αξιολόγηση των προσώπων επί τη βάσει της κοινωνικής συμπεριφοράς με δυσανάλογα επιζήμια μεταχείριση· το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ απονέμει ατομικό δικαίωμα περί των αποφάσεων που βασίζονται αποκλειστικώς στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Το άρθρο 26 θεσπίζει αντικειμενική απαγόρευση, δημοσίας τάξεως, περί της εξαρτήσεως της πρόσβασης στα δικαιώματα, στις ουσιώδεις υπηρεσίες και στην κοινωνική ζωή από αποφάσεις συστημάτων ΤΝ ή από την αποδοχή ψηφιακών μέσων, με την εγγύηση της εναλλακτικής επιλογής και με προσφυγή ενώπιον του πρωτοδικείου του τόπου κατοικίας, άνευ προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας και με έφεση ενώπιον του εφετείου (ρητή παρέκκλιση από τα άρθρα 7, 10 και 20 του νόμου αριθ. 554/2004)· η παράγραφος (8) προβλέπει την εφαρμογή άνευ βλάβης των δύο αυτών κανόνων. |
| Άρθρο 27 – η απαγόρευση της λογοκρισίας διά συστημάτων ΤΝ | Σύνταγμα της Ρουμανίας, άρθρο 30 παράγραφος (2) (η απαγόρευση της λογοκρισίας)· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 (DSA), αιτιολογική σκέψη 9 (πλήρης εναρμόνιση) και άρθρα 14, 17, 20 (οι συμβατικοί όροι, η αιτιολόγηση των αποφάσεων μετριασμού, οι εσωτερικές καταγγελίες)· Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (η τεχνική επιτήρηση) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: το άρθρο 30 του Συντάγματος διακηρύσσει την απαγόρευση, άνευ ρυθμίσεως των αυτόματων μέσων· η DSA εναρμονίζει πλήρως τις υποχρεώσεις των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών (αιτιολογική σκέψη 9), τις οποίες ο νόμος δεν αναπαράγει. Το άρθρο 27 παράγραφος (6) – κανόνας συντονισμού – προβλέπει ότι, για τους παρόχους αυτούς, το άρθρο εφαρμόζεται μόνον κατά το μέτρο που είναι συμβατό με την DSA, της οποίας τα άρθρα 14, 17 και 20 παραμένουν εφαρμοστέα, ότι τα μέτρα κατά ανεπιθύμητων μηνυμάτων, αυτοματοποιημένων λογαριασμών, κινδύνων ασφαλείας και τα φίλτρα που επιλέγει ο χρήστης δεν θίγονται και ότι καμία εγγύηση της DSA υπέρ των αποδεκτών δεν δύναται να περιορισθεί. Το άρθρο 27 θεσπίζει απαγόρευση δημοσίας τάξεως απευθυνόμενη κατά πρώτον στις δημόσιες αρχές (παράγραφος (3)), με δικαίωμα σε ανθρώπινη απόφαση και σε δικαστήριο (παράγραφος (5), διά παραπομπής στο άρθρο 26 παράγραφοι (5) και (6)). |
| Άρθρα 35–36 – η αντικειμενική αστική ευθύνη και η ασφάλιση | Αστικός Κώδικας, άρθρο 1376· νόμος αριθ. 240/2004 (ελαττωματικά προϊόντα)· οδηγία (ΕΕ) 2024/2853, άρθρα 2–3 και 18· νόμος αριθ. 703/2001 | Δυνητική επικάλυψη με την ευθύνη για τα προϊόντα επιλυθείσα διά του άρθρου 35 παράγραφος (5): διακριτό έρεισμα, θεμελιούμενο επί κινδύνου, το οποίο δεν τροποποιεί το εναρμονισμένο καθεστώς της ευθύνης για τα προϊόντα (σώρευση ερεισμάτων, άνευ διπλής αποκαταστάσεως)· κατά το μέτρο που ο αποκλεισμός της ανωτέρας βίας λόγω ελλείψεως επιστημονικής γνώσεως (παράγραφος (2)) εμπίπτει στο πεδίο της οδηγίας, η Κυβέρνηση εκπληρώνει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18 αυτής. Το άρθρο 1376 του Αστ. Κώδ. εφαρμόζεται διά κανόνος παραπομπής («εφαρμόζεται αναλόγως»), και δεν αναπαράγεται. Το άρθρο 36 επιτρέπει κατώτερα επίπεδα και εναλλακτικούς μηχανισμούς εγγυήσεως εάν η κάλυψη δεν είναι διαθέσιμη στην αγορά. |
| Άρθρο 37 – διοικητικές παραβάσεις | Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρα 99 και 101· ΔΚ αριθ. 2/2001 | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: τα πρόστιμα του κανονισμού κυρώνουν τις υποχρεώσεις του κανονισμού (επιβαλλόμενα από την Επιτροπή για τα μοντέλα γενικού σκοπού)· οι διοικητικές παραβάσεις του νόμου κυρώνουν τις υποχρεώσεις του νόμου, για δε τις πράξεις οι οποίες συνιστούν παραβάσεις του άρθρου 50 του κανονισμού το πρόστιμο επιβάλλεται εντός των ορίων του άρθρου 99 παράγραφος (4) αυτού (παράγραφος (1) στοιχείο e))· για την ίδια πράξη δεν δύνανται να επιβληθούν δύο κυρώσεις δυνάμει του νόμου και του κανονισμού (παράγραφος (5)). Το γενικό καθεστώς του ΔΚ αριθ. 2/2001 εφαρμόζεται διά παραπομπής, με δύο ρητές παρεκκλίσεις. Τα συστατικά στοιχεία παραμένουν καθοριζόμενα αποκλειστικώς διά νόμου (άρθρο 32 παράγραφος (4)). |
| Άρθρα 38–39 – η παύση της παροχής και η παρεμπόδιση της πρόσβασης | ΠΝΠ αριθ. 77/2009 (η παρεμπόδιση των ιστοτόπων μη αδειοδοτημένων τυχερών παιγνίων)· οδηγία 2000/31/ΕΚ, άρθρο 3, και νόμος αριθ. 365/2002· ΔΕΕ, C-376/22, Google Ireland και λοιποί, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, ECLI:EU:C:2023:835· κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 (DSA), άρθρα 51 και 76· κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020, άρθρο 16 | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι υφιστάμενοι μηχανισμοί αφορούν άλλα αντικείμενα (τυχερά παίγνια, παράνομο περιεχόμενο, μη συμμορφούμενα προϊόντα). Για τις υπηρεσίες από άλλα κράτη μέλη, το άρθρο 4 παράγραφος (4) και το άρθρο 39 παράγραφος (4) παραπέμπουν στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ και στον νόμο αριθ. 365/2002: το μέτρο διατάσσεται μόνον ατομικώς, για συγκεκριμένη υπηρεσία, για υποχρέωση αναγκαία για την προστασία της τάξεως, της ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας, με τη διαδικασία αιτήματος προς το κράτος προελεύσεως και κοινοποιήσεως προς την Επιτροπή – και ουχί ως γενικό και αφηρημένο μέτρο, αποκλειόμενο από το ΔΕΕ στην υπόθεση C-376/22 (σκέψη 27). Η παρεμπόδιση είναι επικουρική, αιτιολογημένη, επανεξεταζόμενη ανά 90 ημέρες και υποκείμενη σε προσφυγή με προσωρινή δικαστική αναστολή (άρθρο 39 παράγραφοι (1) και (5)). Το περιοδικό πρόστιμο κυρώνει υποχρέωση ιδίαν του νόμου (την παύση της παροχής), άνευ αντιστοίχου στον κανονισμό για την ΤΝ. |
| Άρθρο 43 – η εγγύηση του χρήστη (η πρόσβαση στις παρεμποδισμένες υπηρεσίες δεν είναι κολάσιμη) | Ποινικός Κώδικας, άρθρο 360 (η παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα)· ΠΝΠ αριθ. 77/2009 (η συμμετοχή σε μη αδειοδοτημένα τυχερά παίγνια – διοικητική παράβαση) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός ούτε επικάλυψη: το άρθρο 43 δεν ποινικοποιεί και δεν κυρώνει τίποτε, αλλά αποτελεί γενική εγγύηση η οποία αποκλείει ρητώς την ευθύνη του χρήστη (περιλαμβανομένου του επαγγελματία τελικού χρήστη, παράγραφος (3)) για την πρόσβαση σε μη συμμορφούμενη υπηρεσία και απαγορεύει την ερμηνεία των άρθρων 38–39 υπό την έννοια της θεσπίσεως υποχρεώσεων εις βάρος των χρηστών (παράγραφος (2))· τίθεται σε ισχύ ταυτοχρόνως με τον νόμο, όχι με τις ποινικές διατάξεις (άρθρο 50 δεύτερη περίοδος). Το άρθρο 360 του Ποιν. Κώδ. παραμένει εφαρμοστέο επί της άνευ δικαιώματος πρόσβασης σε πληροφοριακό σύστημα διά της παραβάσεως των μέτρων ασφαλείας αυτού, πράξη διακριτή, την οποία δεν θίγει το παρόν σχέδιο. |
| Άρθρα 40–42 και 44 – εγκλήματα | Ποινικός Κώδικας: άρθρα 303, 345, 275, 360–366 (πληροφορικά εγκλήματα), 135· νόμος αριθ. 111/1996· νόμος αριθ. 361/2022 (αντίποινα – διοικητική παράβαση) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός: οι ποινικοποιούμενες πράξεις (μη αδειοδοτημένη εκμετάλλευση, ψευδής αξιολόγηση, ανάπτυξη απαγορευμένων συστημάτων) δεν έχουν αντίστοιχο στον Ποινικό Κώδικα. Τα αντίποινα κατά των καταγγελλόντων είναι διοικητική παράβαση στον νόμο αριθ. 361/2022 και καθίστανται έγκλημα μόνον στο πεδίο του νόμου, διά ειδικού κανόνος. Ο αρχικώς προβλεπόμενος κανόνας περί της εφαρμογής του ποινικού νόμου στον χώρο απαλείφθηκε από το σχέδιο, του άρθρου 8 παράγραφος (4) και των άρθρων 9–11 του Ποινικού Κώδικα όντων επαρκών· τα βαρύτερα αποτελέσματα καταλογίζονται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος (4) του Ποιν. Κώδ., η δε ευθύνη για τη μη παρεμπόδιση της πράξεως (άρθρο 44) στοιχειοθετείται μόνον έναντι του προσώπου το οποίο έχει τη νομική υποχρέωση και την πραγματική δυνατότητα να παρέμβει, με ατομική στοιχειοθέτηση της υπαιτιότητας. |
| Άρθρο 45 – η αρμοδιότητα της DIICOT και τα προσωρινά μέτρα | ΠΝΠ αριθ. 78/2016, άρθρο 11 παράγραφος (1)· Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, άρθρα 36, 168, 249 | Η αρμοδιότητα καθορίζεται διά της ρητής συμπληρώσεως του άρθρου 11 παράγραφος (1) της ΠΝΠ αριθ. 78/2016 (άρθρο 45 παράγραφος (3)), κατά τα άρθρα 59–62 του νόμου αριθ. 24/2000, αποφεύγοντας τον παράλληλο κανόνα· τα προσωρινά μέτρα του εισαγγελέα (παράγραφος (2)) είναι ειδικά (η διακοπή του συστήματος, η σφράγιση της υποδομής, η δέσμευση των βαρών), περιοριζόμενα σε 30 ημέρες, επικυρούμενα από τον δικαστή δικαιωμάτων και ελευθεριών εντός 48 ωρών, δυνάμενα να προσβληθούν και επανεξεταζόμενα περιοδικώς, και δεν αναπαράγουν τα ασφαλιστικά μέτρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. |
| Άρθρα 31–34 – η Αρχή | Το μνημόνιο της Κυβερνήσεως περί του ορισμού των αρχών για τον κανονισμό για την ΤΝ (ANCOM, ASF, BNR, ANSPDCP) | Δεν υφίσταται παραλληλισμός, αλλά ένταξη: η Αρχή οργανώνεται εντός της ANCOM, της αρχής που προτείνεται από το μνημόνιο ως μοναδικό σημείο επαφής· οι οριζόμενες αρχές ασκούν τις αρμοδιότητες του κανονισμού, η Αρχή εκείνες του νόμου. Το άρθρο 31 παράγραφος (5) και το άρθρο 48 παράγραφος (6) ρυθμίζουν τη συνεργασία και τη μετάβαση· το άρθρο 31 παράγραφος (2) παρεκκλίνει της ΠΝΠ αριθ. 22/2009 μόνον ως προς τη θέση του αντιπροέδρου· το άρθρο 32 παράγραφοι (2)–(4) διαχωρίζει τις λειτουργίες αξιολογήσεως, διερευνήσεως και αποφάσεως περί κυρώσεων, εξαρτά την επιθεώρηση από έγγραφη εντολή και περιορίζει τα πρότυπα στην εξειδίκευση των μεθόδων αξιολογήσεως. |
| 1¹. Η συμβατότητα του σχεδίου κανονιστικής πράξης με τη νομοθεσία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων | Δεν συντρέχει περίπτωση. |
| 2. Η συμμόρφωση του σχεδίου κανονιστικής πράξης προς την κοινοτική νομοθεσία στην περίπτωση σχεδίων τα οποία μεταφέρουν κοινοτικές διατάξεις | Το σχέδιο δεν μεταφέρει οδηγίες. Είναι συμβατό με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1689, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 και με την οδηγία (ΕΕ) 2024/2853, επεμβαίνοντας αποκλειστικώς στους τομείς που καταλείπονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (άρθρο 2 παράγραφος (3) του κανονισμού για την ΤΝ· άρθρο 4 παράγραφος (2) ΣΕΕ), ως προς τις δραστηριότητες που διεξάγονται στο εθνικό έδαφος και σε ποινικά, αστικά και θεσμικά θέματα· η οριοθέτηση εκφράζεται στο άρθρο 1 παράγραφος (4), στο άρθρο 9 παράγραφος (7), στο άρθρο 17 παράγραφος (6), στο άρθρο 19 παράγραφος (1) και στο άρθρο 27 παράγραφος (6). Το άρθρο 9 παράγραφος (7) και το άρθρο 19 παράγραφος (1) διασφαλίζουν την τήρηση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών), το δε άρθρο 4 παράγραφος (4) και το άρθρο 39 παράγραφος (4) την τήρηση του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ. Οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/2853 εκπληρώνονται από την Κυβέρνηση (άρθρο 35 παράγραφος (5)). Η αναγκαιότητα κοινοποιήσεως του σχεδίου κατά την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 (απόφαση της Κυβερνήσεως αριθ. 1016/2004) επαληθεύεται προ της καταθέσεως. |
| 3. Κανονιστικά μέτρα αναγκαία για την άμεση εφαρμογή των κοινοτικών κανονιστικών πράξεων | Ο νόμος δημιουργεί το εθνικό πλαίσιο που είναι συμπληρωματικό του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 ως προς τα συστήματα αιχμής, ορίζει την Αρχή σημείο συνδέσμου με την Υπηρεσία ΤΝ (άρθρο 31 παράγραφος (5)) και καθορίζει την αρμόδια αρχή, τη διαδικασία και τις κυρώσεις για τις παραβάσεις του άρθρου 50 του κανονισμού, εντός των ορίων του άρθρου 99 παράγραφος (4) (άρθρο 17 παράγραφος (6), άρθρο 37 παράγραφος (1) στοιχείο e)). |
| 4. Αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης | Απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, National Farmers' Union, C-157/96 (η αρχή της προφύλαξης)· απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Pfizer Animal Health, T-13/99 (μέτρα προστασίας υπό συνθήκες επιστημονικής αβεβαιότητας)· απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Google Ireland και λοιποί, C-376/22, ECLI:EU:C:2023:835, σκέψεις 25–35 (τα παρεκκλίνοντα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος (4) της οδηγίας 2000/31/ΕΚ δύνανται να είναι μόνον ατομικά, για συγκεκριμένη υπηρεσία, ουχί γενικά και αφηρημένα – ληφθείσα υπόψη στο άρθρο 4 παράγραφος (4), στο άρθρο 19 παράγραφος (1) και στο άρθρο 39 παράγραφος (4)). |
| 5. Άλλες κανονιστικές πράξεις και/ή διεθνή έγγραφα από τα οποία απορρέουν δεσμεύσεις | Η Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου (CETS αριθ. 225, 2024)· το ψήφισμα της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ 78/241 (2023) περί των συστημάτων αυτόνομων θανατηφόρων όπλων· η Διακήρυξη του Bletchley (Νοέμβριος 2023) και οι δεσμεύσεις της Σεούλ (Μάιος 2024) περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης αιχμής, στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος. |
| 6. Άλλες πληροφορίες | Δεν συντρέχει περίπτωση. |
Τμήμα 6 – Οι διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν προς την εκπόνηση του σχεδίου κανονιστικής πράξης
| 1. Πληροφορίες περί της διαδικασίας διαβουλεύσεως με μη κυβερνητικές οργανώσεις, ερευνητικά ινστιτούτα και άλλους εμπλεκομένους οργανισμούς | Το σχέδιο θα υποβληθεί σε δημόσια συζήτηση κατά τον νόμο αριθ. 52/2003 περί της διαφάνειας των αποφάσεων στη δημόσια διοίκηση, όπως αναδημοσιεύθηκε. Προτείνεται η διαβούλευση με τη Ρουμανική Ακαδημία, με τα πανεπιστήμια που διαθέτουν σχολές πληροφορικής (Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου, Πολυτεχνικό Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου, Πανεπιστήμιο Babeș-Bolyai, Τεχνικό Πανεπιστήμιο Cluj-Napoca, Πανεπιστήμιο «Alexandru Ioan Cuza» του Iași), με το Ινστιτούτο Ερευνών για την Τεχνητή Νοημοσύνη «Mihai Drăgănescu» της Ρουμανικής Ακαδημίας, με τις επαγγελματικές ενώσεις του τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών και με τις οργανώσεις για τα ψηφιακά δικαιώματα. |
| 2. Η θεμελίωση της επιλογής των οργανώσεων με τις οποίες διεξήχθη η διαβούλευση, καθώς και του τρόπου κατά τον οποίο η δραστηριότητα των οργανώσεων αυτών συνδέεται με το αντικείμενο του σχεδίου κανονιστικής πράξης | Οι προτεινόμενες οργανώσεις κατέχουν την τεχνική εμπειρογνωσία που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση των ορίων και των κρίσιμων ικανοτήτων, αντιστοίχως εκπροσωπούν τα συμφέροντα των οικονομικών φορέων και των επηρεαζομένων πολιτών. |
| 3. Οι διαβουλεύσεις που οργανώθηκαν με τις αρχές της τοπικής δημόσιας διοικήσεως, στην περίπτωση κατά την οποία το σχέδιο κανονιστικής πράξης έχει ως αντικείμενο δραστηριότητες των αρχών αυτών, υπό τις προϋποθέσεις της αποφάσεως της Κυβερνήσεως αριθ. 521/2005 | Δεν συντρέχει περίπτωση. |
| 4. Οι διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των διυπουργικών συμβουλίων, συμφώνως προς τις προβλέψεις της αποφάσεως της Κυβερνήσεως αριθ. 750/2005 | Δεν συντρέχει περίπτωση. |
| 5. Πληροφορίες περί της γνωμοδοτήσεως από: a) το Νομοθετικό Συμβούλιο· b) το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας της Χώρας· c) το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο· d) το Συμβούλιο Ανταγωνισμού· e) το Ελεγκτικό Συνέδριο | Το σχέδιο υποβάλλεται προς γνωμοδότηση στο Νομοθετικό Συμβούλιο (άρθρο 79 του Συντάγματος), στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο (νόμος αριθ. 248/2013), στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας της Χώρας (για τα άρθρα 23–24) και στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (για τις ποινικές διατάξεις και τις διατάξεις περί αρμοδιότητας, κατά τον νόμο αριθ. 305/2022 περί του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου). Ζητείται η άποψη της Εθνικής Αρχής Διοίκησης και Ρύθμισης στις Επικοινωνίες, της Εθνικής Αρχής Εποπτείας της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Εθνικής Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας. |
Τμήμα 7 – Δραστηριότητες δημόσιας ενημερώσεως περί της εκπονήσεως και της εφαρμογής του σχεδίου κανονιστικής πράξης
| 1. Η ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών ως προς την αναγκαιότητα εκπονήσεως της κανονιστικής πράξης | Ο εισηγητής ενημέρωσε το κοινό ως προς την αναγκαιότητα της ρυθμίσεως μέσω των πλατφορμών επικοινωνίας του, εκκινώντας από τις δημόσιες προειδοποιήσεις της επιστημονικής κοινότητας (η συνέντευξη του CNN της 2ας Μαΐου 2023 με τον Geoffrey Hinton και τον Connor Leahy, η δήλωση του Center for AI Safety της 30ής Μαΐου 2023, η διεθνής έκθεση περί της ασφάλειας της τεχνητής νοημοσύνης του 2025). Το σχέδιο και η αιτιολογική έκθεση δημοσιεύονται εξ ολοκλήρου στην ιστοσελίδα του εισηγητού. |
| 2. Η ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών ως προς τον ενδεχόμενο αντίκτυπο στο περιβάλλον κατόπιν της εφαρμογής του σχεδίου κανονιστικής πράξης, καθώς και ως προς τα αποτελέσματα επί της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών ή της βιολογικής ποικιλότητας | Το σχέδιο έχει ως αντικείμενο ακριβώς την προστασία της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών· ο αντίκτυπος στο περιβάλλον είναι εμμέσως θετικός (Τμήμα 3, σημείο 4). |
| 3. Άλλες πληροφορίες | Δεν συντρέχει περίπτωση. |
Τμήμα 8 – Μέτρα εφαρμογής
| 1. Τα μέτρα εφαρμογής του σχεδίου κανονιστικής πράξης από τις αρχές της κεντρικής και/ή τοπικής δημόσιας διοικήσεως – η ίδρυση νέων οργανισμών ή η επέκταση των αρμοδιοτήτων των υφισταμένων ιδρυμάτων | Ιδρύεται η Αρχή για την Ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης, ειδική δομή εντός της ANCOM, διοικουμένη από αντιπρόεδρο της ANCOM με βαθμό υφυπουργού διοριζόμενο από το Κοινοβούλιο (άρθρο 31), με προσωπικό προσλαμβανόμενο διά διαγωνισμού ενώπιον επιτροπής με καθηγητές πανεπιστημίου από τον τομέα της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών (άρθρο 33) και με συμβουλευτικό επιστημονικό συμβούλιο (άρθρο 34). Επεκτείνονται οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Διερεύνησης των Εγκλημάτων Οργανωμένου Εγκλήματος και Τρομοκρατίας (άρθρο 45) και του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας της Χώρας (άρθρο 23). Οι πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτελούν τις αποφάσεις παρεμποδίσεως (άρθρο 39). Ως εσωτερικό οργανωτικό μέτρο της ANCOM, οι λειτουργίες αξιολογήσεως, διερευνήσεως και αποφάσεως περί κυρώσεων ασκούνται από διακριτές δομές εντός της Αρχής, του προσώπου το οποίο διενήργησε την αξιολόγηση ή τη διερεύνηση μη συμμετέχοντος στην απόφαση περί κυρώσεων (άρθρο 32 παράγραφος (2))· οι οργανισμοί αξιολόγησης ορίζονται με δημόσια κριτήρια, με κανόνες εξαιρέσεως. Έως τον διορισμό του αντιπροέδρου, όλες οι αρμοδιότητες της Αρχής, περιλαμβανομένων των επειγόντων μέτρων, ασκούνται από τον πρόεδρο της ANCOM, ο οποίος ευθύνεται γι' αυτές υπό τους όρους του νόμου (άρθρο 48 παράγραφος (6)). |
| 2. Άλλες πληροφορίες | Το ενιαίο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, υπολογιζόμενο από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα (P): P+30 ημέρες – η έναρξη ισχύος του νόμου, περιλαμβανομένης της εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 43 (άρθρο 50)· P+60 – ο διορισμός του αντιπροέδρου από το Κοινοβούλιο και η συμπλήρωση της δομής της ANCOM (άρθρο 49 παράγραφος (1))· P+90 – η κοινοποίηση των συστημάτων που ευρίσκονται σε λειτουργία, ήτοι 60 ημέρες από την έναρξη ισχύος (άρθρο 48 παράγραφος (2))· P+120 – η έγκριση των μεθοδολογικών κανόνων, μετά από δημόσια διαβούλευση 30 ημερών (άρθρο 49 παράγραφος (2)), και η συμπλήρωση της προθεσμίας των 90 ημερών από την έναρξη ισχύος για τις υποχρεώσεις που δεν εξαρτώνται από κανόνες, περιλαμβανομένων της αντιληπτής σημάνσεως, της ενημερώσεως του χρήστη και του ορισμού του εκπροσώπου (άρθρο 48 παράγραφοι (1) και (4)), μετά την οποία καθίστανται εφαρμοστέα τα άρθρα 38–39 (άρθρο 48 παράγραφος (3))· P+210 – η κατάθεση των αιτήσεων αδειοδοτήσεως, η ενσωματωμένη τεχνική σήμανση και οι λοιπές υποχρεώσεις που εξαρτώνται από κανόνες, εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος των κανόνων, εάν αυτοί εγκριθούν εμπροθέσμως (άρθρο 48 παράγραφοι (2), (4) και (5))· P+270 – η έναρξη ισχύος των άρθρων 40–42, 44 και 45 (άρθρο 50). Τα κοινοποιηθέντα συστήματα δύνανται να διατηρηθούν σε λειτουργία έως την απόφαση της Αρχής, το πολύ 12 μήνες από την έναρξη ισχύος, προθεσμία παρατεινόμενη αυτοδικαίως κατά την καθυστέρηση της εγκρίσεως των κανόνων ή της επιλύσεως της αιτήσεως, ο επιμελής αιτών μη δυνάμενος να τιμωρηθεί για την καθυστέρηση των θεσμών (άρθρο 48 παράγραφος (2)). Έως την έγκριση των κανόνων, οι αξιολογήσεις γίνονται κατά τους κώδικες ορθής πρακτικής που υιοθετούνται δυνάμει του κανονισμού για την ΤΝ, η δε Αρχή δημοσιεύει προσωρινές κατευθυντήριες γραμμές (άρθρο 49 παράγραφος (3)). Οι προθεσμίες είναι οι μέγιστες που προβλέπονται από τον νόμο· η εφικτότητά τους επαληθεύεται με την ANCOM κατά τη γνωμοδότηση. |
Έναντι των εκτεθέντων, εκπονήθηκε η συνημμένη νομοθετική πρόταση, την οποία υποβάλλουμε στο Κοινοβούλιο προς συζήτηση και υιοθέτηση.
Εισηγητής,
ΤΕΚΜΗΡΙΩΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Οι πηγές που ελήφθησαν υπ' όψιν κατά την εκπόνηση της προτάσεως
1. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2024 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, ΕΕ L, 12.7.2024 – ιδίως τα άρθρα 2, 3, 5, 14, 51–56, 68, 72–73, 78, 87, 99–101 και το παράρτημα XIII.
2a. Dario Amodei, «We Must Pace the Frontier», 12 Σεπτεμβρίου 2026 (darioamodei.com)· οι αναφορές των VentureBeat, TechRadar, Newsweek, The Spokesman-Review της 12ης Σεπτεμβρίου 2026 περί του δοκιμίου, του περιστατικού Hugging Face και των αντιδράσεων του Sam Altman και του Elon Musk· η συνέντευξη του Sam Altman στο Fortune (13 Σεπτεμβρίου 2026), παρατιθέμενη από τα Bloomberg και Business Standard.
2g. Δημοκρατία της Κορέας – «Framework Act on the Development of Artificial Intelligence and Establishment of Trust» (Νόμος-πλαίσιο περί της αναπτύξεως της τεχνητής νοημοσύνης και της θεσπίσεως εμπιστοσύνης), εν ισχύι από τις 22 Ιανουαρίου 2026: η υποχρέωση σημάνσεως του περιεχομένου που παράγεται από παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη, η υποχρέωση προηγουμένης ενημερώσεως των χρηστών και η υποχρέωση των αλλοδαπών παρόχων να ορίζουν τοπικό εκπρόσωπο για τη συμμόρφωση· η επίσημη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα που δημοσιεύθηκε από το Center for Security and Emerging Technology, Georgetown University, https://cset.georgetown.edu/wp-content/uploads/t0625_south_korea_ai_law_EN.pdf· αναλύσεις: Future of Privacy Forum, https://fpf.org/blog/south-koreas-new-ai-framework-act-a-balancing-act-between-innovation-and-regulation/ · Cooley LLP, 27 Ιανουαρίου 2026, https://www.cooley.com/news/insight/2026/2026-01-27-south-koreas-ai-basic-act-overview-and-key-takeaways.
2h. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, άρθρο 50 (υποχρεώσεις διαφάνειας, εφαρμοστέο από τις 2 Αυγούστου 2026) και άρθρο 54 (ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος των παρόχων μοντέλων γενικού σκοπού εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες)· ο κώδικας ορθής πρακτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί της διαφάνειας του περιεχομένου που παράγεται από την τεχνητή νοημοσύνη (σχέδιο, 2026).
2f. Yoshua Bengio, συνέντευξη στο έντυπο The Guardian (Dan Milmo), 16 Σεπτεμβρίου 2026, περί της προσεγγίσεως ενός σημείου καμπής της ρυθμίσεως, παρεμφερούς προς εκείνο της πανδημίας· η επιστολή 42 μελών και αλλοδαπών μελών της Βασιλικής Εταιρείας του Ηνωμένου Βασιλείου περί της «ακραίας ανησυχίας» έναντι του ρυθμού της ανάπτυξης· η αναφορά του Digi24 της 16ης Σεπτεμβρίου 2026, https://www.digi24.ro/stiri/sci-tech/lumea-digitala/nasul-inteligentei-artificiale-spune-ca-reglementarea-ai-se-apropie-de-un-punct-de-cotitura-similar-cu-cel-al-pandemiei-de-covid-3950743· Time, «The AI Tipping Point», 15 Σεπτεμβρίου 2026, περί των νομοθετικών προτάσεων που ευρίσκονται υπό συζήτηση στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών.
2e. Η δημόσια συζήτηση του Σεπτεμβρίου 2026: η δημόσια παραίτηση του ερευνητού Jacob Coxon (Anthropic), 8 Σεπτεμβρίου 2026, και οι αντιδράσεις των επικεφαλής των τμημάτων ευθυγράμμισης και έρευνας της Anthropic και της OpenAI – οι αναφορές των CBC News, Time (15 Σεπτεμβρίου 2026), Forbes και Fortune (9-10 Σεπτεμβρίου 2026)· οι θέσεις που εξεφράσθησαν στο ετήσιο συνέδριο της Salesforce στο Σαν Φρανσίσκο, 15 Σεπτεμβρίου 2026, από τους Sam Altman, Mark Zuckerberg, Jensen Huang, Jack Clark και Dario Amodei – οι αναφορές των BBC News (16 Σεπτεμβρίου 2026), The Irish Times, CNBC και Forbes.
2c. Η χρονολογική σειρά του περιστατικού του θέρους του έτους 2026 (η διαφυγή των πρακτόρων από το περιβάλλον δοκιμών της OpenAI και η παραβίαση της πλατφόρμας Hugging Face): Cloud Security Alliance, «The Great Sandbox Escape» (28 Ιουλίου 2026), https://cloudsecurityalliance.org/blog/2026/07/28/openai-and-hugging-face-security-incident-inside-the-great-sandbox-escape· Malwarebytes Labs, «The AI agent swarm that attacked Hugging Face is a warning for the future» (Αύγουστος 2026), https://www.malwarebytes.com/blog/ai/2026/08/the-ai-agent-swarm-that-attacked-hugging-face-is-a-warning-for-the-future· Axios, «OpenAI Hugging Face breach exposes AI agent security limits» (1 Σεπτεμβρίου 2026), https://www.axios.com/2026/09/01/openai-hugging-face-ai-agent-security· TechCrunch, «OpenAI’s rogue agents keep escaping, with no formal process to investigate them» (4 Σεπτεμβρίου 2026), https://techcrunch.com/2026/09/04/openais-rogue-agents-keep-escaping-with-no-formal-process-to-investigate-them/· Noma Security, «The Great (Sandbox) Escape» (2026), https://noma.security/blog/the-great-sandbox-escape-analyzing-the-openai-hugging-face-security-incident· η κοινή δήλωση OpenAI – Hugging Face της 21ης Ιουλίου 2026.
2d. Νομοθετικές προτάσεις που υπεβλήθησαν στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ως αντίδραση στο περιστατικό: «AI Kill Switch Act» (23 Ιουλίου 2026) και «Ban Artificial Superintelligence Act» (3 Σεπτεμβρίου 2026)· η ανοιχτή επιστολή άνω των 1.100 εργαζομένων των εργαστηρίων αιχμής περί των μηχανισμών μετριασμού του ρυθμού της ανάπτυξης (28 Ιουλίου 2026).
2b. Ο γερουσιαστής Alex Antic (Γερουσία της Αυστραλίας), κοινοβουλευτική ομιλία που διαδόθηκε δημοσίως το 2026 περί της «ψηφιακής φυλακής» (η οικονομία της συνδρομής, η ψηφιακή ταυτότητα, η συμμόρφωση ως τίμημα της συμμετοχής στην κοινωνία), https://www.facebook.com/reel/1059873890017722/.
2. CNN, «Amanpour», 2 Μαΐου 2023 – συνέντευξη με τον Geoffrey Hinton και τον Connor Leahy («We do not know how to control these things»· Hinton: η εξαφάνιση της ανθρωπότητας «δεν είναι αδιανόητη»· Leahy: «δυστυχώς, αρκετά πιθανή»).
3. Center for AI Safety, «Statement on AI Risk», 30 Μαΐου 2023· οι δημόσιες δηλώσεις του Geoffrey Hinton (BBC, Δεκέμβριος 2024· CBS, Απρίλιος 2025) περί της πιθανότητας 10–20% και η παραβολή με το «μικρό τίγρη»· «International AI Safety Report», Ιανουάριος 2025 (συντον. Y. Bengio)· RAND Corporation, «Securing AI Model Weights», 2024· η επιστολή «A Right to Warn about Advanced Artificial Intelligence», 4 Ιουνίου 2024.
4. ANCOM, ανακοίνωση «Ο κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη στη Ρουμανία – το τρέχον στάδιο του πλαισίου εφαρμογής» (Ιούλιος 2026)· ο εξειδικευμένος Τύπος (Juridice.ro, Bursa.ro, Αύγουστος 2026) περί της αδυναμίας επιβολής κυρώσεων έως την υιοθέτηση του εθνικού νόμου.
5. California SB 53 – Transparency in Frontier Artificial Intelligence Act (29 Σεπτεμβρίου 2025)· το εκτελεστικό διάταγμα των ΗΠΑ αριθ. 14110 (30 Οκτωβρίου 2023, ανακληθέν τον Ιανουάριο του 2025)· τα Προσωρινά μέτρα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας περί των υπηρεσιών παραγωγικής ΤΝ (15 Αυγούστου 2023)· η Σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της τεχνητής νοημοσύνης (CETS αριθ. 225, 2024)· το ψήφισμα ΓΣ ΟΗΕ 78/241 (22 Δεκεμβρίου 2023)· η κοινή έκκληση του Γενικού Γραμματέως του ΟΗΕ και της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (5 Οκτωβρίου 2023).
6. Ο νόμος αριθ. 24/2000 περί των κανόνων νομοτεχνικής για την εκπόνηση των κανονιστικών πράξεων, όπως αναδημοσιεύθηκε, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε – ιδίως τα άρθρα 6, 7, 13, 16, 30–31, 36–38, 40–56, 63· η απόφαση της Κυβέρνησης αριθ. 561/2009 για την έγκριση του Κανονισμού περί των διαδικασιών, σε επίπεδο Κυβερνήσεως, για την εκπόνηση, γνωμοδότηση και παρουσίαση των σχεδίων εγγράφων δημοσίων πολιτικών, των σχεδίων κανονιστικών πράξεων, καθώς και άλλων εγγράφων, προς υιοθέτηση/έγκριση – παράρτημα αριθ. 1 (η δομή της αιτιολογικής εκθέσεως).
7. Το Σύνταγμα της Ρουμανίας, όπως αναδημοσιεύθηκε (άρθρα 1, 22, 34, 53, 73, 75, 76, 78, 117, 119, 142, 148)· ο Αστικός Κώδικας (άρθρα 11, 25, 1246–1250, 1376)· ο Ποινικός Κώδικας (άρθρα 8, 9–11, 21, 135, 275, 303, 345, 395)· ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 36, 168, 249)· ο νόμος αριθ. 111/1996· ο νόμος αριθ. 703/2001· ο νόμος αριθ. 182/2002· ο νόμος αριθ. 415/2002· ο νόμος αριθ. 240/2004· ο νόμος αριθ. 95/2006· ο νόμος αριθ. 190/2018· ο νόμος αριθ. 129/2019· ο νόμος αριθ. 361/2022· ο νόμος αριθ. 365/2002· ο νόμος-πλαίσιο αριθ. 153/2017· ΠΝΠ αριθ. 77/2009· ΔΚ αριθ. 2/2001· ΠΝΠ αριθ. 27/2003· ΠΝΠ αριθ. 78/2016· ΠΝΠ αριθ. 155/2024· ΠΝΠ αριθ. 195/2005.
8. Νομολογία: ΔΕΕ, C-157/96, National Farmers' Union (1998)· Πρωτοδικείο ΕΕ, T-13/99, Pfizer Animal Health (2002)· ΔΕΕ, C-376/22, Google Ireland και λοιποί, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, ECLI:EU:C:2023:835 (σκέψεις 25–35)· Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας, απόφαση αριθ. 51/2016 (η σαφήνεια και η προβλεψιμότητα του νόμου).
9. Ανεξάρτητη νομική ανάλυση του σχεδίου (μορφή της 20ής Σεπτεμβρίου 2026), με τις επαληθευθείσες πηγές που υποδεικνύονται σε αυτήν: Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 (ενοποιημένο κείμενο, 27 Ιουλίου 2026), κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 (αιτιολογική σκέψη 9, άρθρα 14, 17, 20), οδηγία 2000/31/ΕΚ (άρθρο 3), οδηγία (ΕΕ) 2024/2853 (άρθρα 2–3, 18), οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 (άρθρα 6, 15, 21), οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 και απόφαση της Κυβερνήσεως αριθ. 1016/2004, νόμος αριθ. 120/2018 περί εγκρίσεως της ΠΝΠ αριθ. 78/2016.
Σχόλια για το κείμενο
Τα σχόλια εντάσσονται στην ενότητα του εγγράφου στο Κυριαρχικό φόρουμ. Συζητάμε επί του κειμένου, με επιχειρήματα.
Δείτε όλη τη συζήτηση στο φόρουμ →