Η ΤΡΙΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑένα σχέδιο επανίδρυσης της Ρουμανίας
Αναζήτηση

Το Σύνταγμα της Κυριαρχίας — σχέδιο αναθεώρησης του Συντάγματος της Ρουμανίας

Η αιτιολογική έκθεση: Αιτιολογική έκθεση — Το Σύνταγμα της Κυριαρχίας

Πλήρης μετάφραση. Το ρουμανικό κείμενο παραμένει το αυθεντικό.

Η ΤΡΙΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

«Το Σύνταγμα της Κυριαρχίας» — σχέδιο αναθεώρησης του

Συντάγματος της Ρουμανίας

ΜΟΝΟ ΑΡΘΡΟ → οι λόγοι

Το Σύνταγμα της Ρουμανίας της 21ης Νοεμβρίου 1991, όπως αναδημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας, Μέρος Ι, αρ. 767 της 31ης Οκτωβρίου 2003, τροποποιείται και συμπληρώνεται ως εξής:

Στο άρθρο 1, οι παράγραφοι (4) και (5) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(4) Το κράτος οργανώνεται σύμφωνα με τις αρχές της διάκρισης, της ισορροπίας και της ειλικρινούς συνεργασίας των τριών ίσων εξουσιών — της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής — στο πλαίσιο της συνταγματικής δημοκρατίας. Η νομοθετική εξουσία εκπροσωπείται από το Κοινοβούλιο, η εκτελεστική από την Κυβέρνηση και τα λοιπά εξειδικευμένα όργανα της κεντρικής δημόσιας διοίκησης, και η δικαστική από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο και τα λοιπά δικαστήρια.»

«(5) Στη Ρουμανία, η τήρηση του Συντάγματος και της υπεροχής του, των νόμων, καθώς και η τήρηση των δικαστικών αποφάσεων και των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι υποχρεωτική.»

Στο άρθρο 19 καταργείται η παράγραφος (2). → οι λόγοι

Στο άρθρο 21, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Οι διάδικοι έχουν δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και στην επίλυση των υποθέσεών τους εντός εύλογου, βέλτιστου και προβλέψιμου χρόνου, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί με νόμο.»

Στο άρθρο 22, η παράγραφος (2) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(2) Κανείς δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε ποινή ή μεταχείριση απάνθρωπη, εξευτελιστική ή πειραματική οποιουδήποτε είδους.»

Στο άρθρο 22, μετά την παράγραφο (3), προστίθενται οι παράγραφοι (4), (5) και (6), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(4) Η βιολογική ταυτότητα φύλου του παιδιού, που αποκτάται κατά τη γέννηση, δεν επιτρέπεται να αλλοιωθεί πριν από την ηλικία των 18 ετών.

(5) Το δικαίωμα του προσώπου στον αυτοπροσδιορισμό και στην ελεύθερη ανάπτυξη σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή του, με τον δέοντα σεβασμό της ιδιότητάς του ως υπεύθυνου προσώπου, ως γνωρίσματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είναι αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα και εγγυώνται και προστατεύονται από το ρουμανικό κράτος.

(6) Καμία αρχή, θεσμός ή πρόσωπο δεν μπορεί, με οποιονδήποτε τεχνολογικό μηχανισμό, να αυξήσει, να μειώσει, να διαταράξει ή να αλλοιώσει την ατομική σωματική ή ψυχική ακεραιότητα προσώπου χωρίς την έγγραφη, ρητή, ενημερωμένη και ελεύθερα εκφρασμένη συναίνεση του προσώπου αυτού ή, προκειμένου περί προσώπου υπό δικαστική συμπαράσταση ή ασθενούς ανίκανου να εκφράσει τη βούλησή του, χωρίς την έγγραφη, ρητή, ενημερωμένη και ελεύθερα εκφρασμένη συναίνεση του νόμιμου εκπροσώπου.»

Στο άρθρο 23, η παράγραφος (4) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(4) Κατ’ εξαίρεση και με ειδική αιτιολογία, η έρευνα και η εκδίκαση στην ποινική δίκη διεξάγονται με το πρόσωπο στερημένο της ελευθερίας του. Η προσωρινή κράτηση διατάσσεται από τον δικαστή του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης, υπό τους όρους του νόμου, μόνον εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την ορθή διεξαγωγή της ποινικής δίκης και μόνον κατά τη διάρκειά της, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.»

Στο άρθρο 23, μετά την παράγραφο (13), προστίθενται οι παράγραφοι (14) και (15), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(14) Κανένας Ρουμάνος πολίτης δεν τίθεται υπό παρακολούθηση ή επιτήρηση, ούτε υποκλέπτονται οι συνομιλίες ή επικοινωνίες του, χωρίς προηγούμενη άδεια δικαστή χορηγούμενη σύμφωνα με τον νόμο, τα δε μέτρα αυτά εκτελούνται αποκλειστικά από τα όργανα ποινικής έρευνας. Απαγορεύεται η χρήση στη δίκη εγγράφων και καταγραφών που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των νομικών κανόνων που τα διέπουν, ή που παρήχθησαν από όργανα άλλα πλην των οργάνων ποινικής έρευνας.

(15) Σε καμία περίπτωση και για κανέναν λόγο δεν μπορεί να προβληθεί η ύπαρξη συλλογικού δικαιώματος προκειμένου να περιοριστεί η ατομική ελευθερία.»

Στο άρθρο 24, μετά την παράγραφο (2), προστίθενται οι παράγραφοι (3) έως (5), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Το δικαίωμα υπεράσπισης μπορεί να ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω συνηγόρου επιλογής, χωρίς να είναι δυνατόν να εξαρτηθεί η πρόσβαση στα έγγραφα υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον των εισαγγελιών ή των δικαστηρίων από την κατοχή άδειας ή πιστοποιητικού εκδιδόμενου από οποιαδήποτε δημόσια αρχή.

(4) Απαγορεύεται στα όργανα ποινικής έρευνας, σε κάθε δικαστήριο και σε κάθε αρχή ή φορέα να χρησιμοποιούν διαβαθμισμένα έγγραφα ή πληροφορίες στα οποία πρόσωπο ή ο συνήγορος επιλογής του δεν έχει πρόσβαση χωρίς προηγούμενη άδεια, όταν δυνάμει ή βάσει των εγγράφων αυτών περιορίζεται δικαίωμα του προσώπου αυτού ή θίγεται έννομο συμφέρον του.»

(5) Καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής δίκης διασφαλίζεται στον ύψιστο βαθμό η αρχή της ισότητας των όπλων μεταξύ κατηγορίας και υπεράσπισης.»

Στο άρθρο 27, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Η έρευνα διατάσσεται από τον δικαστή του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης και διενεργείται υπό τους όρους και τους τύπους που προβλέπει ο νόμος, και αποκλειστικά για τον σκοπό και εντός των ορίων που τίθενται στο ένταλμα έρευνας. Οι πληροφορίες και τα αγαθά που αναζητούνται προσδιορίζονται ρητώς στο ένταλμα έρευνας, το οποίο εκδίδεται μόνο με ειδική αιτιολογία και μόνον εφόσον η έρευνα είναι απολύτως αναγκαία για την ανακάλυψη των αδικημάτων που ερευνώνται κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος αδείας.»

Στο άρθρο 28, μετά την παράγραφο (1), προστίθενται τρεις νέες παράγραφοι, (2), (3) και (4), ως εξής: → οι λόγοι

«(2) Οι δημόσιες αρχές εγγυώνται το απόρρητο της αλληλογραφίας.

(3) Η υποκλοπή και η καταγραφή συνομιλιών ή επικοινωνιών που πραγματοποιούνται τηλεφωνικώς ή με οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό μέσο επικοινωνίας, η καταγραφή περιβάλλοντος ήχου, ο εντοπισμός ή η ιχνηλάτηση μέσω GPS ή άλλων ηλεκτρονικών μέσων παρακολούθησης, η καταγραφή εικόνων, η λήψη του καταλόγου τηλεφωνικών κλήσεων ή άλλες παρόμοιες τεχνικές που προβλέπει ο νόμος διατάσσονται από τον δικαστή δικαιωμάτων και ελευθεριών του καθ’ ύλην αρμόδιου να κρίνει την ουσία δικαστηρίου, μόνο για βάσιμους λόγους, εφόσον τα μέτρα αυτά είναι απολύτως αναγκαία για την απόδειξη του αδικήματος για το οποίο υπάρχει εύλογη υπόνοια, και εκτελούνται αποκλειστικά από τα όργανα ποινικής έρευνας.»

(4) Όταν συντρέχει ιδιαίτερη επείγουσα ανάγκη λήψης ενός από τα μέτρα της παραγράφου (2), ο εισαγγελέας μπορεί, προσωρινώς, να διατάξει με διάταξη, τηρουμένων των όρων που θέτει ο νόμος, τη λήψη του μέτρου για διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες. Αμέσως μετά τη λήψη του μέτρου, ο εισαγγελέας απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται επί του μέτρου που διέταξε ο εισαγγελέας και, εφόσον ζητηθεί, επί της συνέχισής του. Εάν το μέτρο που διέταξε ο εισαγγελέας ακυρωθεί, το δικαστήριο διατάσσει, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την καταστροφή των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτήθηκαν, η οποία διενεργείται από τον εισαγγελέα βάσει έκθεσης που κατατίθεται στο δικαστήριο.»

Στο άρθρο 32, μετά την παράγραφο (7), προστίθεται η παράγραφος (8), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(8) Για τη χρηματοδότηση της εθνικής παιδείας διατίθεται ετησίως, από τον κρατικό προϋπολογισμό και από τους προϋπολογισμούς των τοπικών δημόσιων αρχών, τουλάχιστον το 6 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του οικείου έτους. Επιπλέον, οι εκπαιδευτικές μονάδες και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα μπορούν να αποκτούν και να χρησιμοποιούν αυτοτελώς ίδια έσοδα.»

Στο άρθρο 34, μετά την παράγραφο (3), προστίθενται οι παράγραφοι (4) και (5), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(4) Κανείς δεν υποβάλλεται παρά τη θέλησή του σε οποιαδήποτε προληπτική ή ιατρική θεραπεία, ούτε σε αφαίρεση ή μεταμόσχευση οργάνων. Οι ιατρικές θεραπείες είναι δυνατές μόνο με έγγραφη, πλήρη και εντίμως ενημερωμένη συναίνεση.

(5) Για τη χρηματοδότηση της εθνικής υγείας διατίθεται ετησίως, από τον κρατικό προϋπολογισμό και από τους προϋπολογισμούς των τοπικών δημόσιων αρχών, τουλάχιστον το 9 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του οικείου έτους. Επιπλέον, οι μονάδες και τα ιδρύματα υγείας μπορούν να αποκτούν και να χρησιμοποιούν αυτοτελώς ίδια έσοδα.»

Στο άρθρο 37, μετά την παράγραφο (2), προστίθεται η παράγραφος (3), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι των Ρουμάνων πολιτών που πληρούν τους όρους των προηγούμενων παραγράφων δεν μπορεί να περιοριστεί παρά μόνο με αμετάκλητη ποινική απόφαση.»

Στο άρθρο 40, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Δεν μπορούν να ανήκουν σε πολιτικά κόμματα: οι δικαστές του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο Συνήγορος του Πολίτη, οι εθνικοί δικαστές και εισαγγελείς και το εξομοιούμενο προς αυτούς προσωπικό, οι Ευρωπαίοι δικαστικοί λειτουργοί, τα εν ενεργεία μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών, οι αστυνομικοί και άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων που ορίζονται με οργανικό νόμο. Οι επαγγελματικές αυτές κατηγορίες δεν μπορούν να ανήκουν σε πολιτικά κόμματα ούτε να κατέχουν διοριστέα ή αιρετά δημόσια αξιώματα για διάστημα 5 ετών μετά την παύση της άσκησης των καθηκόντων αυτών.»

Στο άρθρο 44, μετά την παράγραφο (9), προστίθεται η παράγραφος (10), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(10) Ο Ρουμάνος πολίτης έχει δικαίωμα να διατηρεί, να χρησιμοποιεί και να διαθέτει ελεύθερα και άνευ όρων την περιουσία του, σύμφωνα με τη βούλησή του. Η απόκτηση, κατοχή και χρήση οποιουδήποτε νομίσματος σε μετρητά δεν επιτρέπεται να περιορίζεται ή να τίθεται υπό όρους.»

Στο άρθρο 48, οι παράγραφοι (1) και (2) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(1) Η οικογένεια θεμελιώνεται στον ελευθέρως συναινούμενο γάμο μεταξύ δύο ανθρώπων αντίθετου φύλου, των οποίων η ταυτότητα φύλου που αποκτήθηκε κατά τη γέννηση παραμένει αμετάβλητη, στην ισότητά τους και στο δικαίωμα και καθήκον των γονέων να εξασφαλίζουν την ανατροφή, την παιδεία και τη μόρφωση των τέκνων τους.

(2) Οι προϋποθέσεις σύναψης, λύσης, παύσης και ακύρωσης του γάμου ορίζονται με νόμο. Η θρησκευτική ένωση μεταξύ άνδρα και γυναίκας δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και μπορεί να τελεστεί ακόμη και χωρίς να έχει συναφθεί πολιτικός γάμος.»

Το άρθρο 52 τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(1) Το πρόσωπο που βλάπτεται σε κάποιο δικαίωμά του ή σε έννομο συμφέρον του από δημόσια αρχή, από δικαστικό όργανο ή από δικαστήριο, με διοικητική πράξη, με τη μη διεκπεραίωση αίτησης εντός της νόμιμης προθεσμίας, με πράξεις του εισαγγελέα ή με δικαστικές αποφάσεις, δικαιούται να επιτύχει την αναγνώριση του προβαλλόμενου δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, την ακύρωση της πράξης ή της δικαστικής απόφασης και την αποκατάσταση της ζημίας.

(2) Οι προϋποθέσεις και τα όρια άσκησης του δικαιώματος αυτού ορίζονται με οργανικό νόμο.

(3) Το κράτος ευθύνεται περιουσιακώς για ζημίες που προκαλούνται από δικαστικά σφάλματα. Η ευθύνη του κράτους στοιχειοθετείται υπό τους όρους του νόμου και δεν αίρει την ευθύνη των δικαστικών λειτουργών που άσκησαν το λειτούργημά τους κακόπιστα ή με βαριά αμέλεια.

(4) Η ευθύνη των δικαστικών λειτουργών για την κακόπιστη ή με βαριά αμέλεια άσκηση του λειτουργήματός τους ορίζεται με οργανικό νόμο, ο οποίος πρέπει να περιλαμβάνει την αστική, πειθαρχική και ποινική ευθύνη του λειτουργού που προκάλεσε τη βλάβη του δικαιώματος ή του εννόμου συμφέροντος.

(5) Τα δικαιώματα και η ευθύνη των δικαστών και εισαγγελέων, όπως υφίστανται κατά την ημερομηνία εισόδου τους στο λειτούργημα, δεν επιτρέπεται να μειωθούν με νόμο μεταγενέστερο του διορισμού τους με διάταγμα του Προέδρου.»

Στο άρθρο 62, η παράγραφος (2) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(2) Εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο της Ρουμανίας οι πολίτες που ψήφισαν κόμμα το οποίο έλαβε τουλάχιστον το 1 % των ψήφων του πληθυσμού, καθώς και οι ανεξάρτητοι βουλευτές που έλαβαν τουλάχιστον 73.000 ψήφους για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και 168.000 ψήφους για τη Γερουσία. Οι υπογραφές υποστήριξης των υποψηφιοτήτων των πολιτικών κομμάτων και των ανεξάρτητων υποψηφίων μπορούν να συλλέγονται και διαδικτυακά, με δυνατότητα των πολιτών να υπογράφουν με οποιαδήποτε μορφή ψηφιακής υπογραφής αναγνωρισμένης από τον νόμο.»

Στο άρθρο 65, μετά το στοιχείο ια) της παραγράφου (2), προστίθεται νέο στοιχείο ιβ), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«ιβ) Ορίζει τον Γενικό Εισαγγελέα της Εισαγγελίας παρά τω Ανωτάτω Ακυρωτικώ Δικαστηρίω και τους Προϊσταμένους Εισαγγελείς της Εθνικής Διεύθυνσης Καταπολέμησης της Διαφθοράς και της Διεύθυνσης Έρευνας του Οργανωμένου Εγκλήματος και της Τρομοκρατίας.»

Στο άρθρο 70, μετά την παράγραφο (2), προστίθεται η παράγραφος (3), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Η θητεία βουλευτή ή γερουσιαστή παύει επίσης όταν ο κάτοχός της ανακληθεί από το αξίωμα με τοπικό δημοψήφισμα που προκηρύσσεται στην εκλογική περιφέρεια στην οποία εξελέγη από 7.300 πολίτες στην περίπτωση του βουλευτή και από 16.800 πολίτες στην περίπτωση του γερουσιαστή. Οι υπογραφές για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος μπορούν να συλλέγονται και διαδικτυακά, με δυνατότητα των πολιτών να υπογράφουν με οποιαδήποτε μορφή ψηφιακής υπογραφής αναγνωρισμένης από τον νόμο. Δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος ανάκλησης βουλευτή τους τελευταίους 6 μήνες της θητείας. Ο βουλευτής ανακαλείται εάν οι μισοί συν ένας από τους συμμετέχοντες στο δημοψήφισμα ψηφίσουν υπέρ της ανάκλησης, ανεξαρτήτως ποσοστού συμμετοχής. Αφού το Συνταγματικό Δικαστήριο διαπιστώσει την παύση της θητείας, η κενή έδρα καταλαμβάνεται, έως τις επόμενες εκλογές, από τον επόμενο εκλεγμένο υποψήφιο στην οικεία περιφέρεια κατά τις τελευταίες εκλογές.»

Στο άρθρο 72, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Σε περίπτωση αυτοφώρου αδικήματος, οι βουλευτές ή οι γερουσιαστές μπορούν να συλληφθούν και να ερευνηθούν. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ενημερώνει αμελλητί τον Πρόεδρο του Σώματος για τη σύλληψη και την έρευνα.»

Στο άρθρο 74, η παράγραφος (1) τροποποιείται και διατυπώνεται ως εξής: → οι λόγοι

«(1) Η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει, κατά περίπτωση, στην Κυβέρνηση, στους βουλευτές, στους γερουσιαστές ή σε τουλάχιστον 30.000 πολίτες με δικαίωμα ψήφου. Οι υπογραφές υποστήριξης των λαϊκών νομοθετικών πρωτοβουλιών μπορούν να συλλέγονται και διαδικτυακά, με δυνατότητα των πολιτών να υπογράφουν με οποιαδήποτε μορφή ψηφιακής υπογραφής αναγνωρισμένης από τον νόμο.»

Στο άρθρο 75, η παράγραφος (2) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(2) Το Σώμα που επιλαμβάνεται πρώτο αποφασίζει εντός 45 ημερών. Για τους κώδικες και τους άλλους νόμους ιδιαίτερης πολυπλοκότητας η προθεσμία είναι 60 ημέρες. Εάν οι προθεσμίες αυτές παρέλθουν, τα σχέδια ή οι προτάσεις νόμου θεωρούνται απορριφθέντα.»

Στο άρθρο 82, η παράγραφος (1) τροποποιείται και διατυπώνεται ως εξής: → οι λόγοι

«(1) Το αποτέλεσμα των εκλογών για το αξίωμα του Προέδρου της Ρουμανίας επικυρώνεται από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο.»

Το άρθρο 83 τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(1) Η θητεία του Προέδρου της Ρουμανίας είναι τετραετής και ασκείται από την ημερομηνία του όρκου, ο οποίος δίδεται εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους με την εκλογή του Κοινοβουλίου.

(2) Ο Πρόεδρος της Ρουμανίας ασκεί τη θητεία του έως ότου ορκιστεί ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος, χωρίς η θητεία αυτή να υπερβαίνει τα 4 ημερολογιακά έτη.

(3) Η θητεία του Προέδρου της Ρουμανίας δεν επιτρέπεται να παραταθεί για κανέναν λόγο. Μετά τη λήξη της προεδρικής θητείας, σε περίπτωση πολέμου, καταστροφής ή αδυναμίας διεξαγωγής προεδρικών εκλογών, το αξίωμα του προσωρινού Προέδρου ασκείται, κατά σειρά, από τον Πρόεδρο της Γερουσίας ή από τον Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες, εντός του οποίου πρέπει να εκλεγεί ο νέος Πρόεδρος της Ρουμανίας.»

Στο άρθρο 90, μετά την παράγραφο (1), προστίθενται οι παράγραφοι (2) και (3), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(2) Δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή οποιουδήποτε δημοψηφίσματος ταυτόχρονα με εκλογές, οποιασδήποτε φύσεως.

(3) Δεν επιτρέπεται η προκήρυξη συμβουλευτικών δημοψηφισμάτων για ζητήματα ως προς τα οποία το Σύνταγμα αποκλείει τη λαϊκή πρωτοβουλία ή τα οποία συνεπάγονται διαδικασίες που ολοκληρώνονται με υποχρεωτικά δημοψηφίσματα.»

Στο άρθρο 94, το στοιχείο β) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«β) απονέμει τους βαθμούς του στρατάρχη, του στρατηγού και του ναυάρχου μόνο με σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων επιτροπών του Κοινοβουλίου.»

Στο άρθρο 97, η παράγραφος (2) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(2) Ο Πρόεδρος μπορεί να παυθεί από το αξίωμα με δημοψήφισμα που προκηρύσσεται από τουλάχιστον 100.000 πολίτες με δικαίωμα ψήφου, οι οποίοι πρέπει να προέρχονται από τουλάχιστον το ένα τέταρτο των νομών της χώρας. Οι υπογραφές για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος μπορούν να συλλέγονται και διαδικτυακά, με δυνατότητα των πολιτών να υπογράφουν με οποιαδήποτε μορφή ψηφιακής υπογραφής αναγνωρισμένης από τον νόμο. Δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος παύσης του Προέδρου τους τελευταίους 6 μήνες της θητείας. Ο Πρόεδρος παύεται εάν οι μισοί συν ένας από τους συμμετέχοντες στο δημοψήφισμα ψηφίσουν υπέρ της παύσης, ανεξαρτήτως ποσοστού συμμετοχής.»

Στο άρθρο 103, η παράγραφος (1) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«Ο Πρόεδρος της Ρουμανίας προτείνει προς έγκριση στο Κοινοβούλιο τον υποψήφιο που ορίζεται για το αξίωμα του Πρωθυπουργού από το κόμμα ή τον συνασπισμό κομμάτων που κατέχει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Εάν ο υποψήφιος αυτός δεν λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από το Κοινοβούλιο, ο Πρόεδρος ορίζει άλλον υποψήφιο κατόπιν διαβούλευσης με τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο.»

Στο άρθρο 108, οι παράγραφοι (2) και (3) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(2) Οι αποφάσεις εκδίδονται για την οργάνωση της εκτέλεσης των νόμων. Οι αποφάσεις της Κυβέρνησης δεν επιτρέπεται να τροποποιούν ή να συμπληρώνουν το περιεχόμενο του πρωτογενούς κανόνα που διατάσσει την έκδοσή τους.

(3) Οι πράξεις κανονιστικού περιεχομένου εκδίδονται βάσει ειδικού εξουσιοδοτικού νόμου, εντός των ορίων και υπό τους όρους που αυτός θέτει, και μπορούν να ρυθμίζουν αποκλειστικά στο πεδίο που επιφυλάσσεται στους κοινούς νόμους.»

Στο άρθρο 115, οι παράγραφοι (3), (5) και (6) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Οι πράξεις κανονιστικού περιεχομένου υποβάλλονται προς έγκριση στο Κοινοβούλιο, κατά τη νομοθετική διαδικασία, πριν από τη λήξη της περιόδου εξουσιοδότησης. Η μη τήρηση της προθεσμίας επιφέρει την παύση των αποτελεσμάτων της πράξης. (…)

(5) Η πράξη έκτακτης ανάγκης τίθεται σε ισχύ μόνο μετά την κατάθεσή της στο Σώμα που είναι αρμόδιο να επιληφθεί για συζήτηση κατά τη διαδικασία του κατεπείγοντος, και μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας. Εάν τα Σώματα δεν συνεδριάζουν, συγκαλούνται υποχρεωτικά εντός 5 ημερών από την κατάθεση ή, κατά περίπτωση, από τη διαβίβαση. Το Σώμα που επιλαμβάνεται αποφαίνεται κατεπειγόντως επί της πράξης, εντός το πολύ 30 ημερών από την κατάθεση, η δε πράξη διαβιβάζεται στο άλλο Σώμα, το οποίο αποφασίζει επίσης κατά τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Η πράξη έκτακτης ανάγκης που περιέχει κανόνες οργανικού νόμου εγκρίνεται με την πλειοψηφία του άρθρου 76 παράγραφος (1). Η μη τήρηση της προθεσμίας επιφέρει την παύση των αποτελεσμάτων της πράξης έκτακτης ανάγκης. Εάν, εντός το πολύ 90 ημερών από τη θέσπιση από το πρώτο Σώμα, το αποφασίζον Σώμα δεν έχει αποφανθεί επί της πράξης έκτακτης ανάγκης, αυτή θεωρείται απορριφθείσα. *

(6) Πράξεις έκτακτης ανάγκης δεν επιτρέπεται να εκδίδονται στο πεδίο των συνταγματικών νόμων, δεν επιτρέπεται να θίγουν το καθεστώς των θεμελιωδών θεσμών του κράτους, τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τα καθήκοντα που προβλέπει το Σύνταγμα, ούτε τα εκλογικά δικαιώματα, και δεν επιτρέπεται να αφορούν μέτρα αναγκαστικής μεταβίβασης αγαθών στη δημόσια περιουσία, ούτε την κατάργηση, εκποίηση ή παραχώρηση αγαθών δημόσιας ιδιοκτησίας.»

Στο άρθρο 116, μετά την παράγραφο (2), προστίθεται νέα παράγραφος (3), ως εξής: → οι λόγοι

«(3) Τα διοριστέα δημόσια αξιώματα, ή τα αξιώματα και οι ιδιότητες που πληρούνται με απευθείας ορισμό, για τα οποία δεν διοργανώνεται διαγωνισμός ή εξέταση, μπορούν να κατέχονται για θητεία που δεν υπερβαίνει τα 4 έτη, ανανεώσιμη άπαξ, εκτός εάν το Σύνταγμα προβλέπει άλλη διάρκεια θητείας ή άλλον αριθμό θητειών.»

Στο άρθρο 118, οι παράγραφοι (4) και (5) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(4) Οι υπηρεσίες πληροφοριών και οι εξομοιούμενες προς αυτές οργανώνονται αποκλειστικά ως πολιτικοί φορείς, υπό τους όρους του νόμου. Προσωπικό με στρατιωτική ιδιότητα μπορεί να απασχολείται αποκλειστικά στις ένοπλες δυνάμεις του Υπουργείου Άμυνας, στη δομή της Ρουμανικής Χωροφυλακής, στις επιχειρησιακές δομές αντιτρομοκρατικής επέμβασης των υπηρεσιών πληροφοριών και στο σωφρονιστικό σύστημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Απαγορεύεται η οργάνωση στρατιωτικών ή παραστρατιωτικών δραστηριοτήτων εκτός κρατικής αρχής.

(5) Σε καιρό ειρήνης, ξένα στρατεύματα μπορούν να εισέλθουν, να σταθμεύσουν, να διεξαγάγουν επιχειρήσεις ή να διέλθουν από το έδαφος της Ρουμανίας μόνο με προηγούμενη συναίνεση του Κοινοβουλίου και υπό τους όρους του νόμου ή των διεθνών συνθηκών στις οποίες η Ρουμανία είναι συμβαλλόμενο μέρος.»

Στο άρθρο 118, μετά την παράγραφο (5), προστίθενται οι παράγραφοι (6) και (7), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(6) Στο έδαφος της Ρουμανίας, η διοίκηση των ρουμανικών ή ξένων ενόπλων δυνάμεων που σταθμεύουν υπό τους όρους της προηγούμενης παραγράφου ανήκει αποκλειστικά στον ρουμανικό στρατό. Απαγορεύεται η μεταβίβαση εξουσίας επί των ενόπλων δυνάμεων της Ρουμανίας.

(7) Σε καιρό ειρήνης, ο προϋπολογισμός της εθνικής άμυνας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 2 % του εθνικού προϋπολογισμού του οικείου έτους.»

Στο άρθρο 119, μετά την παράγραφο (1), προστίθεται νέα παράγραφος (2), ως εξής: → οι λόγοι

«(2) Στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας μετέχουν αυτοδικαίως ο Πρόεδρος, ο Πρωθυπουργός, οι πρόεδροι των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου, ο Υπουργός Άμυνας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και οι επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών. Οι επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών ορίζονται για διάστημα 4 ετών σε κοινή συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, η δε θητεία τους είναι ανανεώσιμη άπαξ για το ίδιο διάστημα.»

Στο άρθρο 120, μετά την παράγραφο (2), προστίθενται τέσσερις νέες παράγραφοι (3) έως (6), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

(3) Οι πρόεδροι των νομαρχιακών συμβουλίων, ο δήμαρχος του Δήμου Βουκουρεστίου και των διαμερισμάτων του, και οι δήμαρχοι δήμων, πόλεων και κοινοτήτων εκλέγονται με καθολική, ίση, άμεση, μυστική και ελεύθερα εκφρασμένη ψήφο, για θητεία τεσσάρων ετών, ανανεώσιμη άπαξ.

(4) Ανακηρύσσεται εκλεγείς ο υποψήφιος που έλαβε, στον πρώτο γύρο, την πλειοψηφία των ψήφων των εκλογέων.

(5) Εάν κανένας από τους υποψηφίους δεν έλαβε την πλειοψηφία αυτή, διοργανώνεται δεύτερος γύρος μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων κατά τη σειρά του αριθμού των ψήφων που έλαβαν στον πρώτο γύρο. Ανακηρύσσεται εκλεγείς ο υποψήφιος που έλαβε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων.

(6) Οι πρόεδροι των νομαρχιακών συμβουλίων, ο δήμαρχος του Δήμου Βουκουρεστίου και των διαμερισμάτων του, οι δήμαρχοι δήμων, πόλεων και κοινοτήτων, καθώς και οι νομαρχιακοί, γενικοί ή τοπικοί σύμβουλοι μπορούν να παυθούν από το αξίωμα με δημοψήφισμα που προκηρύσσεται από αριθμό πολιτών ίσο με τουλάχιστον το 20 % των πολιτών που τους ψήφισαν. Οι υπογραφές για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος μπορούν να συλλέγονται και διαδικτυακά, με δυνατότητα των πολιτών να υπογράφουν με οποιαδήποτε μορφή ψηφιακής υπογραφής αναγνωρισμένης από τον νόμο. Δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος παύσης τοπικών αιρετών τους τελευταίους 6 μήνες της θητείας. Ο τοπικός αιρετός παύεται εάν οι μισοί συν ένας από τους συμμετέχοντες στο δημοψήφισμα ψηφίσουν υπέρ της παύσης, ανεξαρτήτως ποσοστού συμμετοχής.»

Στο άρθρο 124, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Οι δικαστές είναι αποκλειστικά Ρουμάνοι πολίτες, είναι ανεξάρτητοι και υπόκεινται μόνο στον νόμο. Κάθε διοικητική διάταξη έχει ως ρόλο να διασφαλίζει τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος χωρίς να θίγει το δικαιοδοτικό έργο των δικαστών.»

Στο άρθρο 124, μετά την παράγραφο (3), προστίθενται δύο νέες παράγραφοι (4) και (5), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(4) Οι δικαστές δεν επιτρέπεται να είναι επιχειρησιακοί συνεργάτες, περιλαμβανομένων των συγκαλυμμένων, πληροφοριοδότες ή συνεργάτες οποιασδήποτε εθνικής ή διεθνούς υπηρεσίας πληροφοριών. Οι δικαστές που είχαν τέτοιες ιδιότητες πριν από τον διορισμό τους παύονται από το αξίωμα.

(5) Οι εν ενεργεία δικαστές δεν επιτρέπεται να είναι μέλη αποκρυφιστικών, μυστικών ή διακριτικών ενώσεων και εταιρειών. Οι εν ενεργεία δικαστές μπορούν να είναι μέλη αποκλειστικά επαγγελματικών ενώσεων, η δε ασκούμενη δραστηριότητα πρέπει να αφορά τον τομέα της δικαιοσύνης.»

Στο άρθρο 125, οι παράγραφοι (1), (2) και (3) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(1) Οι διοριζόμενοι δικαστές είναι Ρουμάνοι πολίτες και είναι ισόβιοι, υπό τους όρους του νόμου.

(2) Οι προτάσεις διορισμού, καθώς και η προαγωγή, η μετάθεση και η πειθαρχική κύρωση δικαστών και εισαγγελέων, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, υπό τους όρους του οργανικού του νόμου.

(3) Το αξίωμα του δικαστή είναι ασυμβίβαστο με κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό αξίωμα, με εξαίρεση τις διδακτικές θέσεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις διδακτικές θέσεις στο Εθνικό Ινστιτούτο Δικαστών και Εισαγγελέων και στην Εθνική Σχολή Γραμματέων.»

Στο άρθρο 126, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο διασφαλίζει την ενιαία ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από τα λοιπά δικαστήρια, καθώς και την επίλυση νομικών ζητημάτων, κατά την αρμοδιότητά του.»

Στο άρθρο 132, η παράγραφος (2) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(2) Το αξίωμα του εισαγγελέα είναι ασυμβίβαστο με κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό αξίωμα, με εξαίρεση τις διδακτικές θέσεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις διδακτικές θέσεις στο Εθνικό Ινστιτούτο Δικαστών και Εισαγγελέων και στην Εθνική Σχολή Γραμματέων.»

Το άρθρο 133 τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(1) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είναι ο εγγυητής της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.

(2) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο απαρτίζεται από 15 μέλη, εκ των οποίων:

α) 10 εκλέγονται στις γενικές συνελεύσεις των δικαστών και επικυρώνονται από τη Γερουσία· εκλέγονται ως εξής:

— 2 μεταξύ των δικαστών των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, από τους δικαστές που υπηρετούν στα δικαστήρια αυτά·

— 3 μεταξύ των δικαστών των πρωτοδικείων, από τους δικαστές που υπηρετούν στα πρωτοδικεία·

— 3 μεταξύ των δικαστών των εφετείων, από τους δικαστές που υπηρετούν στα εφετεία·

— 2 μεταξύ των δικαστών του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, ένας εκλεγόμενος από τους δικαστές του ποινικού τμήματος και ένας εκλεγόμενος από τους δικαστές των λοιπών τμημάτων·

β) 2 εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών, ειδικοί στον τομέα του δικαίου, με υψηλή επαγγελματική και ηθική υπόληψη, οι οποίοι δεν ανήκαν σε πολιτικά κόμματα τα τελευταία 5 έτη, εκλεγόμενοι από τη Γερουσία· μετέχουν μόνο στις εργασίες της ολομέλειας·

γ) ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου και ο Γενικός Εισαγγελέας της Εισαγγελίας παρά τω Ανωτάτω Ακυρωτικώ Δικαστηρίω.

(3) Ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εκλέγεται για μονοετή θητεία, μη ανανεώσιμη, μεταξύ των δικαστικών λειτουργών της παραγράφου (2) στοιχείο α), κατά φθίνουσα σειρά επαγγελματικού βαθμού και αρχαιότητας.

(4) Ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εκλέγεται για μονοετή θητεία, η οποία δεν μπορεί να ανανεωθεί ή να παραταθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, μεταξύ των δικαστών της παραγράφου (2).

(5) Η θητεία των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου διαρκεί 4 έτη.

(6) Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται με μυστική ή φανερή ψηφοφορία, σύμφωνα με τον νόμο.»

Το άρθρο 134 τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(1) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προτείνει στον Πρόεδρο της Ρουμανίας τον διορισμό δικαστών και εισαγγελέων, με εξαίρεση τους ασκούμενους, υπό τους όρους του νόμου, οι οποίοι επιλέγονται μέσω του ετήσιου εθνικού διαγωνισμού εισαγωγής στη δικαιοσύνη, που διοργανώνεται από το Εθνικό Ινστιτούτο Δικαστικών Λειτουργών, μεταξύ προσώπων με πτυχίο νομικής και τουλάχιστον 8 έτη προϋπηρεσίας σε νομικά επαγγέλματα ή στην ανώτατη νομική εκπαίδευση.

(2) Οι εισαγγελείς δεν επιτρέπεται να μετακινηθούν ή να μετατεθούν στο αξίωμα του δικαστή παρά μόνο με επιτυχία στην εξέταση της παραγράφου (1).

(3) Οι δικαστές και οι εισαγγελείς μπορούν να αποσπώνται ή να τοποθετούνται σε εκτελεστικές ή διευθυντικές θέσεις μόνο από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, μέσω εθνικής εξέτασης ή διαγωνισμού που διοργανώνει το Εθνικό Ινστιτούτο Δικαστικών Λειτουργών.

(4) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ενεργεί ως δικαστήριο στον τομέα της πειθαρχικής ευθύνης δικαστών και εισαγγελέων, κατά τη διαδικασία του οργανικού του νόμου. Στις περιπτώσεις αυτές, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου και ο Γενικός Εισαγγελέας της Εισαγγελίας παρά τω Ανωτάτω Ακυρωτικώ Δικαστηρίω δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. *

(5) Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου σε πειθαρχικά ζητήματα μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που απορρίπτουν την πειθαρχική τιμωρία δικαστών και εισαγγελέων.

(6) Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ασκεί και άλλα καθήκοντα που ορίζονται από τον οργανικό του νόμο, προς εκπλήρωση του ρόλου του ως εγγυητή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.

(7) Η Δικαστική Επιθεώρηση διενεργεί την προκαταρκτική έρευνα δικαστών και εισαγγελέων και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Δικαιοσύνης, ως διεύθυνση με νομική προσωπικότητα εντός του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Στη διεύθυνση αυτή υπηρετούν δικαστικοί επιθεωρητές, με νομική σταδιοδρομία τουλάχιστον 12 ετών σε νομικές θέσεις, περιλαμβανομένης εκείνης του δικαστικού λειτουργού. Οι θέσεις δικαστικού επιθεωρητή πληρούνται με διαγωνισμό που διοργανώνεται σε εθνικό επίπεδο από το Εθνικό Ινστιτούτο Δικαστικών Λειτουργών, η δε θητεία των δικαστικών επιθεωρητών διαρκεί 6 έτη, ανανεώσιμη άπαξ για το ίδιο διάστημα. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, οι δικαστικοί επιθεωρητές έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους δικαστές και τους εισαγγελείς, εξομοιούμενοι προς αυτούς κατά την αρχαιότητα που κατέχουν στη νομική θέση. Οι δικαστικοί επιθεωρητές τιμωρούνται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τον οργανικό νόμο που διέπει την ευθύνη των δικαστικών λειτουργών.»

Στο άρθρο 136, η παράγραφος (4) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(4) Τα αγαθά δημόσιας ιδιοκτησίας είναι αναπαλλοτρίωτα. Υπό τους όρους του οργανικού νόμου, μπορούν να ανατίθενται προς διαχείριση σε αυτόνομες αρχές ή δημόσιους φορείς, ή μπορούν να παραχωρούνται ή να εκμισθώνονται· επίσης, μπορούν να παραχωρούνται προς δωρεάν χρήση σε φορείς κοινής ωφέλειας. Τα δικαιώματα που οφείλονται βάσει των συμβάσεων παραχώρησης αναπροσαρμόζονται στο επίπεδο των τιμών που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανά πενταετία.»

Στο άρθρο 140, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει τον τρόπο διαχείρισης των δημόσιων πόρων και αναφέρει τις διαπιστώσεις του στο Κοινοβούλιο τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο. Η έκθεση είναι δημόσια.»

Στο άρθρο 142, η παράγραφος (3) τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Τρεις δικαστές διορίζονται από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, τρεις από την Κυβέρνηση, δύο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και ένας από τη Γερουσία.»

Το άρθρο 143 τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«Οι δικαστές του Συνταγματικού Δικαστηρίου πρέπει να έχουν ανώτατη νομική εκπαίδευση, υψηλή επαγγελματική επάρκεια, τουλάχιστον 18 έτη προϋπηρεσίας σε νομική δραστηριότητα ή στην ανώτατη νομική εκπαίδευση, και να μην έχουν ανήκει σε πολιτικά κόμματα κατά τα πέντε έτη που προηγούνται του διορισμού τους στο αξίωμα του δικαστή.»

Στο άρθρο 146, τα στοιχεία α) έως δ) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«α) αποφαίνεται επί της συνταγματικότητας των νόμων, πριν από την έκδοσή τους, κατόπιν προσφυγής του Προέδρου της Ρουμανίας, ενός εκ των προέδρων των δύο Σωμάτων, της Κυβέρνησης, του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, του Συνηγόρου του Πολίτη, τουλάχιστον 20 βουλευτών ή τουλάχιστον 10 γερουσιαστών, καθώς και, αυτεπαγγέλτως, επί των πρωτοβουλιών αναθεώρησης του Συντάγματος·

β) αποφαίνεται επί της συνταγματικότητας των συνθηκών ή άλλων διεθνών συμφωνιών, κατόπιν προσφυγής ενός εκ των προέδρων των δύο Σωμάτων, τουλάχιστον 20 βουλευτών ή τουλάχιστον 10 γερουσιαστών·

γ) αποφαίνεται επί της συνταγματικότητας των κανονισμών του Κοινοβουλίου, κατόπιν προσφυγής ενός εκ των προέδρων των δύο Σωμάτων, κοινοβουλευτικής ομάδας, ή τουλάχιστον 20 βουλευτών ή τουλάχιστον 10 γερουσιαστών·

δ) αποφασίζει επί των ενστάσεων αντισυνταγματικότητας που αφορούν νόμους και πράξεις κανονιστικού περιεχομένου, οι οποίες προβάλλονται ενώπιον των δικαστηρίων ή ενώπιον της εμπορικής διαιτησίας· η ένσταση αντισυνταγματικότητας μπορεί να προβληθεί και απευθείας από τον Συνήγορο του Πολίτη ή από τουλάχιστον 20 βουλευτές ή τουλάχιστον 10 γερουσιαστές·»

Στο άρθρο 146 καταργείται το στοιχείο στ). → οι λόγοι

Στο άρθρο 147, οι παράγραφοι (3) και (4) τροποποιούνται και έχουν το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Όταν έχει διαπιστωθεί η συνταγματικότητα συνθήκης ή διεθνούς συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 146 στοιχείο β), αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ένστασης αντισυνταγματικότητας για τους ίδιους πραγματικούς και νομικούς λόγους. Συνθήκη ή διεθνής συμφωνία που κρίθηκε αντισυνταγματική δεν μπορεί να κυρωθεί.

(4) Οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας. Από την ημερομηνία δημοσίευσης, οι αποφάσεις είναι γενικώς δεσμευτικές και παράγουν αποτελέσματα μόνο για το μέλλον, καθώς και για ολόκληρο το διάστημα κατά το οποίο η κριθείσα αντισυνταγματική κανονιστική πράξη παρήγαγε αποτελέσματα.»

Στο άρθρο 147, μετά την παράγραφο (4), προστίθενται δύο νέες παράγραφοι (5) και (6), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(5) Η μη τήρηση από δικαστές και εισαγγελείς των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται υπό τους όρους που ορίζει οργανικός νόμος.»

«(6) Στις περιπτώσεις αντισυνταγματικότητας που διαπιστώνεται σύμφωνα με το άρθρο 146 στοιχεία α) έως δ), ο νόμος ή ο κανονισμός αναπέμπεται προς επανεξέταση. Εάν ο νόμος ψηφιστεί στην ίδια μορφή με πλειοψηφία τουλάχιστον δύο τρίτων των μελών κάθε Σώματος, η ένσταση αντισυνταγματικότητας αίρεται και η έκδοση καθίσταται υποχρεωτική.»

Ο Τίτλος VI του Συντάγματος της Ρουμανίας τροποποιείται και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο:

«Τίτλος VI — Η συμμετοχή της Ρουμανίας σε διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες

Άρθρο 148 — Η υπεροχή του Συντάγματος και του κυρίαρχου συμφέροντος του λαού στη διεξαγωγή των διεθνών σχέσεων → οι λόγοι

Η Ρουμανία εκπληρώνει επακριβώς και με καλή πίστη τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των Ιδρυτικών Συνθηκών των διεθνών οργανισμών και συμμαχιών στις οποίες προσχώρησε, τηρουμένου του Συντάγματος της Ρουμανίας και προς το ανώτερο και κυρίαρχο συμφέρον του ρουμανικού λαού.

Άρθρο 149 — Προσχώρηση, κύρωση των πράξεων αναθεώρησης των ιδρυτικών συνθηκών και αποχώρηση της Ρουμανίας από διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες * → οι λόγοι

(1) Η Ρουμανία μπορεί να προσχωρήσει σε διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες, μπορεί να κυρώσει τις πράξεις αναθεώρησης των ιδρυτικών συνθηκών, ή μπορεί να αποχωρήσει από τους διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες των οποίων είναι μέλος, με νόμο που ψηφίζεται κατόπιν κυρίαρχης απόφασης του ρουμανικού λαού εκφρασμένης με δημοψήφισμα.

(2) Το δημοψήφισμα για την προσχώρηση, για την κύρωση των πράξεων που τροποποιούν τις ιδρυτικές συνθήκες, ή για την αποχώρηση από τους Οργανισμούς και τις Συμμαχίες των οποίων η Ρουμανία είναι μέλος μπορεί να προκηρυχθεί από τον Πρόεδρο της Ρουμανίας κατόπιν πρότασης της Κυβέρνησης, από τουλάχιστον το ένα τέταρτο του αριθμού των βουλευτών ή των γερουσιαστών, ή από τουλάχιστον 500.000 πολίτες με δικαίωμα ψήφου. Οι πολίτες που ασκούν το δικαίωμα του παρόντος άρθρου πρέπει να προέρχονται από τουλάχιστον τους μισούς νομούς της χώρας, και σε καθέναν από τους νομούς αυτούς ή στον Δήμο Βουκουρεστίου πρέπει να καταγραφούν τουλάχιστον 20.000 υπογραφές υπέρ της πρωτοβουλίας.

(3) Το σχέδιο νόμου που προβλέπει την προσχώρηση, την κύρωση των πράξεων που τροποποιούν τις ιδρυτικές συνθήκες, ή την αποχώρηση από τους Οργανισμούς και τις Συμμαχίες των οποίων η Ρουμανία είναι μέλος ψηφίζεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και από τη Γερουσία, με πλειοψηφία τουλάχιστον δύο τρίτων των μελών κάθε Σώματος.

(4) Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μέσω της διαδικασίας διαμεσολάβησης, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία, σε κοινή συνεδρίαση, αποφασίζουν με την ψήφο τουλάχιστον των τριών τετάρτων του αριθμού των βουλευτών και γερουσιαστών.

(5) Ο νόμος για την προσχώρηση σε διεθνείς οργανισμούς και συμμαχίες, για την κύρωση των πράξεων αναθεώρησης των ιδρυτικών τους συνθηκών, ή για την αποχώρηση από τους οργανισμούς και τις συμμαχίες των οποίων η Ρουμανία είναι μέλος ψηφίζεται μετά την έγκρισή του με δημοψήφισμα, το οποίο διοργανώνεται εντός το πολύ 30 ημερών από τη θέσπιση του σχεδίου νόμου ή της πρότασης αναθεώρησης, και τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας, Μέρος Ι, της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου που επικυρώνει τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος.

(6) Η απόρριψη με δημοψήφισμα της κύρωσης των πράξεων αναθεώρησης των Ιδρυτικών Συνθηκών των οργανισμών και συμμαχιών των οποίων η Ρουμανία είναι μέρος έχει ως αποτέλεσμα την αποχώρηση της Ρουμανίας από τους εν λόγω διεθνείς Οργανισμούς ή Συμμαχίες.»

Στο άρθρο 154, μετά την παράγραφο (2), προστίθεται νέα παράγραφος (3), με το ακόλουθο περιεχόμενο: → οι λόγοι

«(3) Οι διατάξεις της παραγράφου (1) του άρθρου 83 εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Συντάγματος, της θητείας του εν ενεργεία Προέδρου παυομένης στις 30 Νοεμβρίου του έτους κατά το οποίο διεξάγονται οι πρώτες βουλευτικές εκλογές μετά τη θέσπιση του παρόντος Συντάγματος.»

Σχόλια για το κείμενο

Τα σχόλια εντάσσονται στην ενότητα του εγγράφου στο Κυριαρχικό φόρουμ. Συζητάμε επί του κειμένου, με επιχειρήματα.

Δείτε όλη τη συζήτηση στο φόρουμ →