Η ΤΡΙΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑένα σχέδιο επανίδρυσης της Ρουμανίας
Αναζήτηση

Η αιτιολογική έκθεση του Νόμου της Αλληλεγγύης: η φορολόγηση των μεγάλων επιχειρήσεων και περιουσιών, οι εκπτώσεις για τις οικογένειες και το φορολογικό καθεστώς του υπεράκτιου αερίου.

Το πλήρες κείμενο του σχεδίου: Ο Νόμος της Αλληλεγγύης — η φορολόγηση των μεγάλων επιχειρήσεων και περιουσιών

Πλήρης μετάφραση. Το ρουμανικό κείμενο παραμένει το αυθεντικό.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ενότητα 1 – Τίτλος του σχεδίου κανονιστικής πράξης

«Ο Νόμος της εθνικής αλληλεγγύης και της φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων και των μεγάλων περιουσιών»

Ενότητα 2η – Λόγος έκδοσης της κανονιστικής πράξης

Περιγραφή της σημερινής κατάστασης

Τα τελευταία χρόνια, ως συνέπεια των αρνητικών επιπτώσεων στην οικονομία που προκάλεσε το πάγωμα της δραστηριότητας σε πολλούς τομείς κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και της επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης λόγω των αβεβαιοτήτων και των φόβων που γέννησε το ξέσπασμα του πολέμου στα σύνορα της χώρας, εμφανίστηκαν μείζονες δημοσιονομικές ανισορροπίες, οφειλόμενες στην αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών για την προμήθεια πολυάριθμων φαρμακευτικών προϊόντων καθώς και για την παροχή ανθρωπιστικής και στρατιωτικής στήριξης σύμφωνα με την εξωτερική πολιτική της Ρουμανίας. Η περιγραφείσα κατάσταση όξυνε τόσο τα ήδη υφιστάμενα δημοσιονομικά προβλήματα όσο και τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα μας στα τέλη του 2019, λόγος για τον οποίο το Κράτος οφείλει να λάβει επειγόντως μέτρα για την αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων και για την προστασία των προσώπων που πλήττονται σοβαρότερα από τα κοινωνικά προβλήματα, δηλαδή των φορολογουμένων με περισσότερα προστατευόμενα πρόσωπα — μέτρο το οποίο είναι επίσης πρόσφορο να ενθαρρύνει τη γεννητικότητα, μείζον και πρωταρχικό πρόβλημα του ρουμανικού Κράτους.

Η κατάσταση αυτή επιβάλλει τη λήψη επειγόντων μέτρων αύξησης της κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των φυσικών και νομικών προσώπων με στέρεη και παγιωμένη οικονομική κατάσταση και των μειονεκτούντων στρωμάτων — των πλέον δοκιμασμένων κατά την τελευταία τετραετία — των οποίων η υλική κατάσταση δεν παύει να επιδεινώνεται. Ταυτόχρονα, τα μέτρα αυτά θα συνδυαστούν με μέτρα ενθάρρυνσης των μεγάλων συνεισφερόντων καθώς και με ορισμένα φορολογικά μέτρα που αποσκοπούν στην απλούστευση της είσπραξης των φόρων και στο να την καταστήσουν πιο προβλέψιμη και διαφανή, αποφεύγοντας έτσι τόσο ενδεχόμενες καταχρήσεις ή πράξεις διαφθοράς εκ μέρους των φορολογικών οργάνων όσο και εξαλείφοντας τη δυνατότητα των μεγάλων φορολογουμένων να προβαίνουν σε «φορολογικές βελτιστοποιήσεις» αθέμιτες έναντι του ρουμανικού Κράτους.

2. Προβλεπόμενες αλλαγές

Ο Νόμος της εθνικής αλληλεγγύης και της φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων και των μεγάλων περιουσιών επιφέρει στοχευμένες τροποποιήσεις στον Νόμο 227/2015 περί Φορολογικού Κώδικα και στον Νόμο 256/2018 περί ορισμένων αναγκαίων μέτρων για την υλοποίηση των πετρελαϊκών εργασιών από τους κατόχους πετρελαϊκών συμφωνιών σχετικά με υπεράκτιες πετρελαϊκές περιοχές, με σκοπό την αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων μέσω της φορολόγησης των μεγάλων φορολογουμένων, νομικών και φυσικών προσώπων, με σταθερούς ποσοστιαίους συντελεστές που καθορίζονται κατά κλίμακες εισοδημάτων και, αντιστοίχως, κατεχόμενων περιουσιών, ώστε να καλυφθούν οι φορολογικές εκπτώσεις που χορηγούνται στους φορολογουμένους με περισσότερα προστατευόμενα πρόσωπα. Συγκεκριμένα:

I. Τροποποιήσεις του Νόμου 227/2015 περί Φορολογικού Κώδικα:

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 1 προσθέτει, μετά το άρθρο 18 του Φορολογικού Κώδικα, τρία νέα άρθρα που εισάγουν ειδικό καθεστώς φορολόγησης για ορισμένες κατηγορίες φορολογουμένων νομικών προσώπων με ετήσια έσοδα άνω των 10.000.000 ευρώ. Προς τούτο, μετά το άρθρο 18 προστίθενται τα άρθρα 18¹, 18² και 18³, τα οποία ρυθμίζουν το καθεστώς φορολόγησης κατά κλίμακες του κύκλου εργασιών και κατά τη φύση της δραστηριότητας των μεγάλων φορολογουμένων νομικών προσώπων της Ρουμανίας. Το μέτρο αυτό είναι πρόσφορο να ενθαρρύνει τη δραστηριότητα των μεγάλων φορολογουμένων και να αυξήσει τον βαθμό οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Κατ’ ουσίαν, η ρύθμιση εισάγει για τους μεγάλους φορολογουμένους κλίμακες φορολόγησης επί του κύκλου εργασιών ανάλογες με τις ήδη υφιστάμενες στον Τίτλο III του Φορολογικού Κώδικα, όπου ρυθμίζεται το καθεστώς φορολόγησης επί του κύκλου εργασιών των πολύ μικρών επιχειρήσεων της Ρουμανίας.

Με αφετηρία την επιτυχία της ρύθμισης της φορολόγησης με χαμηλούς συντελεστές επί του κύκλου εργασιών — μείζονα παράγοντα ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, αλλά και παράγοντα ελκυστικότητας για πολλούς αλλοδαπούς οικονομικούς φορείς που επέλεξαν τη Ρουμανία ακριβώς για τον τρόπο αυτόν φορολόγησης —, η κατά συμμετρία εισαγωγή του ίδιου τρόπου φορολόγησης και για τους μεγάλους φορολογουμένους αποτελεί μέτρο ενθάρρυνσης της οικονομικής τους ανάπτυξης και προσέλκυσης μεγάλων κεφαλαίων και εταιρειών στη χώρα μας, μετατρέποντας έτσι τη Ρουμανία σε σημαντικό παίκτη στη φιλοξενία και ενθάρρυνση των μεγάλων επιχειρήσεων στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Είναι επίσης προφανές ότι ο καθορισμός συντελεστών φορολόγησης επί του κύκλου εργασιών είναι πρόσφορος να αυξήσει την προβλεψιμότητα των φορολογικών κανόνων για τον οικονομικό φορέα και, ταυτόχρονα, διευκολύνει τον καθορισμό και την καταβολή των φόρων που οφείλουν οι μεγάλοι φορολογούμενοι στο ρουμανικό Κράτος. Το τελευταίο αυτό αποτέλεσμα αποσκοπεί στην αποφυγή των πιθανών σφαλμάτων που ανακύπτουν, υπό την ισχύουσα ρύθμιση, κατά τον υπολογισμό του φορολογητέου κέρδους από τον φορολογούμενο και στον περιορισμό της επαφής των οικονομικών φορέων με τους υπαλλήλους της ρουμανικής φορολογικής αρχής κατά τους φορολογικούς ελέγχους — γεγονός πρόσφορο να καταστήσει αποδοτικότερη τη δραστηριότητα της φορολογικής αρχής και να μειώσει το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με τον φορολογικό έλεγχο των μεγάλων φορολογουμένων.

Προς τούτο, η εισαγωγή του άρθρου 18¹ στον Φορολογικό Κώδικα φέρνει τρεις κλίμακες φορολόγησης για τους μεγάλους φορολογουμένους:

Η παράγραφος 1 προβλέπει συντελεστή 1% επί των εσόδων που καταγράφονται σε κάθε φορολογικό έτος για «τους φορολογουμένους που πραγματοποίησαν έσοδα άνω του ισοδυνάμου σε λέι των 10.000.000 ευρώ (δέκα εκατομμύρια ευρώ)»· η παράγραφος 2 εισάγει συντελεστή 2% επί των εσόδων των φορολογουμένων που πραγματοποίησαν έσοδα άνω του ισοδυνάμου σε λέι των 100.000.000 ευρώ (εκατό εκατομμύρια ευρώ)· και η παράγραφος 3 καθορίζει συντελεστή 3% επί των εσόδων των φορολογουμένων που πραγματοποίησαν έσοδα άνω του ισοδυνάμου σε λέι του 1.000.000.000 ευρώ (ενός δισεκατομμυρίου ευρώ). Η ισοτιμία για τον προσδιορισμό του ισοδυνάμου σε ευρώ είναι εκείνη που ισχύει κατά το κλείσιμο της χρήσης στην οποία καταγράφηκαν τα έσοδα.

Όπως μπορεί να παρατηρηθεί, η εισαγωγή κλιμάκων φορολόγησης από 1% έως 3% επί των εσόδων των μεγάλων φορολογουμένων είναι ανάλογη και συμμετρική προς το καθεστώς φορολόγησης των πολύ μικρών επιχειρήσεων, γεγονός πρόσφορο να ενθαρρύνει και τους μεγάλους φορολογουμένους κατά τρόπο ανάλογο και συμμετρικό προς τους μικρούς επιχειρηματίες, εφαρμόζοντας έτσι χωρίς διακρίσεις μία από τις πλέον εκτιμώμενες φορολογικές λύσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 18² εισάγει στον Φορολογικό Κώδικα μια πρώτη εξαίρεση από τον κανόνα του προηγούμενου άρθρου για τους μεγάλους φορολογουμένους, θεσπίζοντας νέο συντελεστή 5% επί των καταγραφόμενων εσόδων των μεγάλων φορολογουμένων που ασκούν δραστηριότητες διύλισης ή εμπορίας πετρελαιοειδών και των παραγώγων τους και των οποίων τα ετήσια έσοδα υπερβαίνουν τα 10.000.000 ευρώ. Ο αυξημένος αυτός συντελεστής είναι ανάλογος του υφιστάμενου που ρυθμίζει το «Ειδικό καθεστώς για τους φορολογουμένους που ασκούν δραστηριότητες φύσεως νυχτερινών μπαρ, νυχτερινών κέντρων, ντισκοτέκ, καζίνο», και λαμβάνει υπόψη, αφενός, την εξαιρετική κατάσταση που αποδεικνύεται στατιστικά, σύμφωνα με την οποία, ανεξαρτήτως των δυσχερειών που αντιμετωπίζει η εθνική οικονομία — πανδημία, κατάσταση πολέμου στα σύνορα της χώρας —, η κερδοφορία των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στους ανωτέρω τομείς αυξάνεται, και, αφετέρου, την επιτυχία και τον πολλαπλασιασμό των επιχειρήσεων σε τομέα δραστηριότητας ήδη φορολογούμενο με 5% επί των ετησίως καταγραφόμενων εσόδων.

Κατά τρόπο ανάλογο και για τους ίδιους λόγους, τα άρθρα 18³–18⁴ εισάγουν στον Φορολογικό Κώδικα εξαιρέσεις ανάλογες με εκείνη του άρθρου 18² για τους φορολογουμένους που ασκούν δραστηριότητες εξόρυξης αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου καθώς και για τους φορολογουμένους που ασκούν δραστηριότητες μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.

Ομοίως, το άρθρο 18⁵ εισάγει άλλη εξαίρεση, εφαρμοζόμενη αυτή τη φορά στους φορολογουμένους που ασκούν δραστηριότητες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης, ήτοι, ενδεικτικώς, δραστηριότητες νομισματικής διαμεσολάβησης στις οποίες περιλαμβάνονται οι δραστηριότητες τραπεζών, ταμιευτηρίων, πιστωτικών συνεταιρισμών ή οι δραστηριότητες του συστήματος μεταφοράς πιστώσεων μέσω ταχυδρομείου και οι ταχυδρομικές δραστηριότητες των ταμιευτηρίων, η χορήγηση πιστώσεων για την αγορά κατοικίας από εξειδικευμένους φορείς (στεγαστικές τράπεζες), οι νομισματικές δραστηριότητες μέσω ταχυδρομικής επιταγής (εντολές πληρωμής), ή οι δραστηριότητες εταιρειών χαρτοφυλακίου, αμοιβαίων κεφαλαίων και άλλων παρόμοιων χρηματοπιστωτικών οντοτήτων, η χρηματοδοτική μίσθωση ή άλλες πιστωτικές δραστηριότητες, όπως δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που αφορούν κατά κύριο λόγο τη σύναψη δανείων από φορείς μη εμπλεκόμενους στη νομισματική διαμεσολάβηση, όπου η χορήγηση πιστώσεων μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές, όπως δάνεια, υποθήκες, πιστωτικές κάρτες κ.λπ.

Το μέτρο, ομοίως προς εκείνο του άρθρου 18², έλαβε υπόψη την καταγραφή από τους φορολογουμένους αυτούς σημαντικών αυξήσεων εσόδων σε περιόδους δύσκολες από οικονομική και κοινωνική άποψη και μια ανεξήγητη ταυτόχρονη στασιμότητα της κερδοφορίας οφειλόμενη στην αύξηση των δαπανών.

Όλοι αυτοί οι λόγοι δικαιολογούν την εισαγωγή ειδικής κλίμακας φορολόγησης 5% επί των ετησίων εσόδων των μεγάλων φορολογουμένων που ασκούν δραστηριότητες στους ανωτέρω τομείς, ήτοι για τους μεγάλους φορολογουμένους που ασκούν δραστηριότητες εξόρυξης, διύλισης ή εμπορίας πετρελαιοειδών καθώς και για τους μεγάλους φορολογουμένους που ασκούν δραστηριότητες χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης και των οποίων τα ετήσια έσοδα υπερβαίνουν τα 10.000.000 ευρώ.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 2 τροποποιεί την παράγραφο 2 του Νόμου 227/2015 περί Φορολογικού Κώδικα και καθιερώνει φορολόγηση των ειδικών συντάξεων, εισάγοντας συντελεστή φορολόγησης 90% επί του μηνιαίου φορολογητέου εισοδήματος που αντιστοιχεί στο τμήμα της σύνταξης το οποίο υπερβαίνει τους 11 εθνικούς κατώτατους μεικτούς μισθούς.

Κατά τον καθορισμό του συντελεστή αυτού και της κλίμακας αυτής ελήφθη υπόψη ότι, κατά τον Νόμο 153/2017, ο Πρόεδρος της Ρουμανίας λαμβάνει νόμιμη αποζημίωση ίση με 12 εθνικούς κατώτατους μεικτούς μισθούς, καθώς και ότι, κατ’ αρχήν, κανείς δεν θα έπρεπε να λαμβάνει από τον ενοποιημένο γενικό προϋπολογισμό του Κράτους ποσά μεγαλύτερα από εκείνα που λαμβάνει ο ανώτατος αξιωματούχος του ρουμανικού Κράτους, ο Πρόεδρος της Ρουμανίας.

Για τους λόγους αυτούς και με αφετηρία την αρχή αυτή καθορίστηκε συντελεστής φορολόγησης 90% επί του μηνιαίου φορολογητέου εισοδήματος που αντιστοιχεί στο τμήμα της σύνταξης το οποίο υπερβαίνει τους 11 εθνικούς κατώτατους μεικτούς μισθούς, ώστε όλα τα ποσά που προέρχονται από συντάξεις και υπερβαίνουν τους 11 εθνικούς κατώτατους μεικτούς μισθούς να φορολογούνται με 90%.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 3 εισάγει νέο τίτλο στον Φορολογικό Κώδικα: μετά τον ΤΙΤΛΟ X προστίθεται ο ΤΙΤΛΟΣ X¹, ο οποίος θα φέρει την ονομασία «Ο ΦΟΡΟΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ», η δε ρύθμιση εισάγει για πρώτη φορά στη Ρουμανία φόρο οφειλόμενο από τους φορολογουμένους φυσικά πρόσωπα που κατέχουν περιουσίες άνω των 10.000.000 ευρώ (δέκα εκατομμυρίων ευρώ).

Η ρύθμιση εισάγει στη ρουμανική φορολογία την έννοια της «μεγάλης περιουσίας» για τον Ρουμάνο φορολογούμενο φυσικό πρόσωπο, με το κατώτατο όριο των μεγάλων περιουσιών να ορίζεται στα δέκα εκατομμύρια ευρώ, σε αντίθεση με εκείνο που ρυθμίζεται σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας, ο φόρος επί των μεγάλων περιουσιών οφείλεται από περιουσία 1,2 εκατομμυρίων ευρώ και άνω.

Κατά τον καθορισμό αυτού του υψηλού ορίου φορολόγησης των μεγάλων περιουσιών ελήφθη υπόψη η ανάγκη αύξησης του πλούτου των Ρουμάνων πολιτών και της δυνατότητάς τους να αναπτύσσουν επιχειρήσεις για την αύξηση της γενικής ευημερίας, αλλά και η υποχρέωση εκείνων των οποίων η περιουσία υπερέβη το όριο των 10.000.000 ευρώ να συνεισφέρουν κατά τρόπο ειδικό, προσωπικό και άμεσο στην ανύψωση του γενικού βιοτικού επιπέδου και στην ανάπτυξη της χώρας στην οποία ζουν και πραγματοποιούν κέρδη, η δε ειδική αυτή συνεισφορά γίνεται τόσο προς το προσωπικό όσο και προς το γενικό συμφέρον.

Ο ΤΙΤΛΟΣ X¹ εισάγει τρεις κλίμακες φορολόγησης, ως εξής:

φόρος αλληλεγγύης ύψους 1% ετησίως επί της συνολικής αξίας της περιουσίας για τους φορολογουμένους φυσικά πρόσωπα των οποίων τα εισοδήματα, αθροιζόμενα με την αξία των κερδών, των κινητών περιουσιακών στοιχείων και των κτισμάτων που υπάρχουν στην περιουσία τους την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, υπερβαίνουν τα 10.000.000 ευρώ (δέκα εκατομμύρια ευρώ)·

φόρος αλληλεγγύης ύψους 2% ετησίως επί της συνολικής αξίας της περιουσίας για τους φορολογουμένους φυσικά πρόσωπα των οποίων τα εισοδήματα, αθροιζόμενα με την αξία των κερδών, των κινητών περιουσιακών στοιχείων και των κτισμάτων που υπάρχουν στην περιουσία τους την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, υπερβαίνουν τα 100.000.000 ευρώ (εκατό εκατομμύρια ευρώ)·

φόρος αλληλεγγύης ύψους 3% ετησίως επί της συνολικής αξίας της περιουσίας για τους φορολογουμένους φυσικά πρόσωπα των οποίων τα εισοδήματα, αθροιζόμενα με την αξία των κερδών, των κινητών περιουσιακών στοιχείων και των κτισμάτων που υπάρχουν στην περιουσία τους την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, υπερβαίνουν το 1.000.000.000 ευρώ (ένα δισεκατομμύριο ευρώ)·

Ο φόρος αλληλεγγύης θα υπολογίζεται επί του συνόλου της δηλωθείσας περιουσίας και θα οφείλεται στο ύψος που ορίζει ο νόμος έως ότου η περιουσία μειωθεί κάτω από το νόμιμο όριο, ώστε κανένα πρόσωπο του οποίου η περιουσία δεν υπερβαίνει τα 10.000.000 ευρώ να μη φορολογείται, ανεξαρτήτως της περιουσίας που κατείχε προηγουμένως.

Για τον καθορισμό του οφειλόμενου φόρου αλληλεγγύης, τα φυσικά πρόσωπα των οποίων η εκτιμώμενη περιουσία υπερβαίνει τα 10.000.000 ευρώ υποχρεούνται να συντάσσουν ετησίως δήλωση περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με το Παράρτημα I, η δε ετήσια δήλωση περιουσιακής κατάστασης για το τελευταίο φορολογικό έτος πρέπει να υποβάλλεται έως και την 25η Μαρτίου του επόμενου έτους.

Η ισοτιμία για τον προσδιορισμό του ισοδυνάμου της περιουσίας σε ευρώ είναι εκείνη που ισχύει κατά το κλείσιμο της χρήσης στην οποία καταγράφηκαν τα εισοδήματα και τα κέρδη.

Ο φόρος αλληλεγγύης είναι το μέσο με το οποίο οι κάτοχοι των μεγάλων περιουσιών εκδηλώνουν την αλληλεγγύη τους προς τους συμπολίτες τους και συνιστά ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλουν στην ανάπτυξη του Κράτους που τους δημιούργησε τις προϋποθέσεις για σημαντικές υλικές συσσωρεύσεις.

→ το κείμενο του άρθρου Το άρθρο 4 τροποποιεί το τρίτο εδάφιο του άρθρου 77 του Φορολογικού Κώδικα και διευρύνει το πεδίο των προσωπικών εκπτώσεων για τους φορολογουμένους που έχουν ένα ή περισσότερα προστατευόμενα πρόσωπα και πραγματοποιούν εισοδήματα μεταξύ του ορίου της παραγράφου 2, ήτοι 3.600 λέι, και του ορίου των 25.000 λέι, ως εξής:

«(i) για τους φορολογουμένους με ένα προστατευόμενο πρόσωπο — 20% του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος·

(ii) για τους φορολογουμένους με δύο προστατευόμενα πρόσωπα — 30% του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος·

(iii) για τους φορολογουμένους με τρία προστατευόμενα πρόσωπα — 40% του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος·

(iv) για τους φορολογουμένους με τέσσερα ή περισσότερα προστατευόμενα πρόσωπα — 50% του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος.

Στους φορολογουμένους με μηνιαία ακαθάριστα εισοδήματα από μισθούς άνω των 25.000 λέι δεν χορηγείται προσωπική έκπτωση.»

Οι εκπτώσεις χορηγούνται για κάθε είδους εισόδημα και δεν απευθύνονται πλέον αποκλειστικά στα μισθωτά εισοδήματα, ώστε όσο το δυνατόν ευρύτερος κύκλος φορολογουμένων να μπορεί να επωφεληθεί από τις φορολογικές αυτές διευκολύνσεις.

Σκοπός των εκπτώσεων από τον φόρο εισοδήματος είναι η στήριξη των φορολογουμένων που έχουν υπό τη φροντίδα τους περισσότερα πρόσωπα (τέκνα, γονείς, συζύγους) και, ταυτόχρονα, η ενθάρρυνση των ενεργών προσώπων με μεσαία εισοδήματα να αποκτήσουν παιδιά, με το Κράτος να αναλαμβάνει εμμέσως (μέσω των προσωπικών εκπτώσεων που ρυθμίζει ο παρών νόμος) και αμέσως (μέσω των νόμιμων επιδομάτων τέκνων) μέρος των δαπανών ανατροφής των παιδιών, ως τμήμα της εθνικής πολιτικής αύξησης της δημογραφίας.

Η παρούσα φορολογική ρύθμιση είναι πρόσφορη να ενθαρρύνει την εργασία και συνιστά άμεσο μέτρο για την ανάσχεση της δημογραφικής παρακμής καθώς και για την ενθάρρυνση της επιστροφής στη χώρα των Ρουμάνων της διασποράς.

II. Τροποποιήσεις του Νόμου 256/2018 περί ορισμένων αναγκαίων μέτρων για την υλοποίηση των πετρελαϊκών εργασιών από τους κατόχους πετρελαϊκών συμφωνιών σχετικά με υπεράκτιες πετρελαϊκές περιοχές

Ο ενεργειακός τομέας, ιδίως εκείνος του υπεράκτιου φυσικού αερίου, αποτελεί κεντρικό πυλώνα της εθνικής οικονομίας. Το σημερινό πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις των τιμών και από την ανάγκη διασφάλισης της ενεργειακής ασφάλειας, έθεσε υπό συζήτηση την ανάγκη αναθεώρησης του νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει τη φορολόγηση στον τομέα. Προς τούτο, το σχέδιο τροποποίησης του ΝΟΜΟΥ αριθ. 256/2018 επιφέρει σειρά προσαρμογών με στόχο την αύξηση της φορολόγησης των κατόχων πετρελαϊκών συμφωνιών όσον αφορά την εκμετάλλευση των υπεράκτιων πετρελαϊκών περιοχών. Η αύξηση της φορολόγησης αντιμετωπίζεται συχνά με σκεπτικισμό· στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, τα υπέρ επιχειρήματα είναι πολλαπλά και καλά θεμελιωμένα.

Πρώτον, μια ορθή και αποτελεσματική φορολόγηση μπορεί να συμβάλει στον κρατικό προϋπολογισμό, προσφέροντας έτσι πρόσθετους πόρους που μπορούν να επενδυθούν σε κρίσιμες υποδομές, στην εκπαίδευση ή στην υγεία. Επιπλέον, σε έναν τόσο κερδοφόρο τομέα όπως αυτός της εξόρυξης φυσικού αερίου, ένας υψηλότερος φόρος μπορεί να αποθαρρύνει την κερδοσκοπία και να ενθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις, εγκαθιδρύοντας ισορροπία μεταξύ του κέρδους των εταιρειών και της συλλογικής ευημερίας.

Για να κατανοηθεί η αναγκαιότητα του σχεδίου τροποποίησης της νομοθεσίας, είναι ουσιώδες να κατανοηθεί ο τύπος υπολογισμού του φόρου επί των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων. Ο τύπος αυτός προσαρμόζεται ανάλογα με τη μέση σταθμισμένη τιμή του πωλούμενου φυσικού αερίου (PMPC), λαμβάνοντας υπόψη και τον δείκτη τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ). Η φορολόγηση προσαρμόζεται έτσι στις συνθήκες της αγοράς, διατηρώντας δίκαιο επίπεδο φορολόγησης συσχετισμένο με τις οικονομικές πραγματικότητες.

Η μέθοδος αυτή υπολογισμού των φόρων διασφαλίζει δίκαιη συνεισφορά των πετρελαϊκών εταιρειών στον εθνικό προϋπολογισμό, χωρίς να αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη. Επιπλέον, δίνεται έμφαση στη φορολογική διαφάνεια και προβλεψιμότητα, παρέχοντας στους φορείς εκμετάλλευσης τη δυνατότητα να σχεδιάζουν τις δραστηριότητές τους μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Αναλύοντας τον τύπο υπολογισμού, παρατηρούμε ότι είναι διαρθρωμένος σε τρία επίπεδα τιμών του φυσικού αερίου, καθένα με ειδικό τρόπο εφαρμογής της φορολόγησης. Στην περίπτωση PMPC μικρότερου ή ίσου των 85 λέι/MWh, χρησιμοποιείται βασικός τύπος που περιλαμβάνει το υπολογιζόμενο πρόσθετο έσοδο και την αξία των εκπεστέων επενδύσεων. Η προσέγγιση αυτή ενθαρρύνει την επανεπένδυση των κερδών και στηρίζει την ανάπτυξη του τομέα.

Για να καταδειχθεί ο τρόπος λειτουργίας του μηχανισμού αυτού, ας θεωρήσουμε τιμή αερίου 85 λέι/MWh ή χαμηλότερη. Ο φόρος επί των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων (IVST) υπολογίζεται αφαιρώντας την αξία των εκπεστέων επενδύσεων (VID) από τον συνολικά υπολογιζόμενο φόρο (IVSC). Όταν η τιμή αυξάνεται μεταξύ 85 και 100 λέι/MWh, ο συντελεστής φορολόγησης καθίσταται προοδευτικός, αντανακλώντας μεγαλύτερη συνεισφορά στον κρατικό προϋπολογισμό, διατηρώντας ωστόσο και κίνητρο για επενδύσεις.

Όταν η μέση σταθμισμένη τιμή του αερίου υπερβαίνει το όριο των 100 λέι/MWh, ο τύπος υπολογισμού καθίσταται ακόμη πιο σύνθετος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη κατανομής των πρόσθετων εσόδων σε ζώνες τιμών. Αυτό σημαίνει ότι, για κάθε τμήμα τιμής άνω των 100 λέι, εφαρμόζεται διαφορετικός συντελεστής φορολόγησης, αυξάνοντας έτσι τον βαθμό φορολογικής συνεισφοράς καθώς αυξάνονται οι τιμές της αγοράς. Η προσέγγιση αυτή διασφαλίζει τη φορολογική δικαιοσύνη και αναγνωρίζει την απόδοση της αγοράς, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους κατόχους πετρελαϊκών συμφωνιών να επωφελούνται από σταθερό και προβλέψιμο φορολογικό πλαίσιο.

Ομοίως, η αξία των εκπεστέων επενδύσεων στο τμήμα upstream αποτελεί σημαντικό σημείο, διότι ενθαρρύνει την επανεπένδυση και τη συνεχή ανάπτυξη της υποδομής που απαιτείται για την εξόρυξη και επεξεργασία του φυσικού αερίου. Η πολιτική αυτή όχι μόνο τονώνει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά συμβάλλει και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, συνεισφέροντας έτσι στη μείωση της ανεργίας και στη μακροπρόθεσμη οικονομική ευημερία. Άλλη κρίσιμη πτυχή του σχεδίου νόμου είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τις σωρευτικές αξίες των επενδύσεων. Επιτρέποντας τη μηνιαία μείωση της αξίας των εκπεστέων επενδύσεων, δημιουργείται μηχανισμός αναγνώρισης των προσπαθειών των εταιρειών να εκσυγχρονίσουν και να βελτιώσουν τις δραστηριότητές τους. Αυτό μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στην ενεργειακή απόδοση και στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ευθυγραμμίζοντας τον υπεράκτιο ενεργειακό τομέα με τους στόχους βιωσιμότητας και περιβάλλοντος της χώρας.

Για τους λόγους αυτούς, στο σημερινό οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, οι παγκόσμιες οικονομικές και οικολογικές πιέσεις επιβάλλουν επανεκτίμηση του τρόπου με τον οποίο αξιοποιούνται και, κατ’ επέκταση, φορολογούνται οι φυσικοί πόροι. Ο ΝΟΜΟΣ αριθ. 256/2018 περί ορισμένων αναγκαίων μέτρων για την υλοποίηση των πετρελαϊκών εργασιών από τους κατόχους πετρελαϊκών συμφωνιών σχετικά με υπεράκτιες πετρελαϊκές περιοχές βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης συζήτησης, με ισχυρά επιχειρήματα που στηρίζουν την ανάγκη αύξησης και τροποποίησης της φορολόγησης αυτής.

Επιχειρήματα υπέρ της αύξησης της φορολόγησης:

1. Φορολογική δικαιοσύνη: Μία από τις θεμελιώδεις αρχές ενός υγιούς φορολογικού συστήματος είναι η δικαιοσύνη. Στην περίπτωση των υπεράκτιων εκμεταλλεύσεων, οι αξιοποιούμενοι πόροι αποτελούν δημόσιο αγαθό και τα οφέλη πρέπει να διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία. Αυξάνοντας τη φορολόγηση, το Κράτος θα μπορούσε να διασφαλίσει δικαιότερη κατανομή των οφελών της εξόρυξης φυσικού αερίου, συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη των υποδομών, της υγείας και της εκπαίδευσης.

2. Βιωσιμότητα του περιβάλλοντος: Οι δραστηριότητες υπεράκτιας εξόρυξης έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Υψηλότεροι φόροι μπορούν να αποθαρρύνουν τις επιβλαβείς πρακτικές και να χρηματοδοτήσουν έργα προστασίας του περιβάλλοντος, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις προκαλούμενες ζημίες.

3. Επενδύσεις σε πράσινες τεχνολογίες: Η ενθάρρυνση της μετάβασης προς καθαρές πηγές ενέργειας είναι ουσιώδης. Η πρόσθετη φορολόγηση της υπεράκτιας εκμετάλλευσης μπορεί να αποτελέσει πηγή χρηματοδότησης για την έρευνα και ανάπτυξη νέων βιώσιμων τεχνολογιών.

4. Ενεργειακή ασφάλεια: Η αύξηση των φόρων μπορεί να τονώσει την ενεργειακή απόδοση και τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, διαφοροποιώντας ταυτόχρονα τις πηγές ενέργειας της χώρας και προάγοντας την ενεργειακή ανεξαρτησία.

Η τροποποίηση του ΝΟΜΟΥ αριθ. 256/2018 αποτελεί άμεση αναγκαιότητα, δεδομένου ότι η αναθεώρηση και επικαιροποίηση του νόμου απαιτούνται όχι μόνο από το μεταβαλλόμενο οικονομικό και οικολογικό πλαίσιο, αλλά και από τη δυναμική της ενεργειακής αγοράς και την τεχνολογική πρόοδο. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποβλέπουν όχι μόνο σε δικαιότερη και βιωσιμότερη φορολόγηση, αλλά και σε αυξημένη προσαρμοστικότητα στις συνθήκες της αγοράς, ώστε να μπορεί να δοθεί αποτελεσματική απάντηση στις μελλοντικές προκλήσεις. Παράρτημα – Τύπος υπολογισμού του φόρου επί των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων. Ο τύπος υπολογισμού που παρατίθεται στο παράρτημα του νόμου είναι ουσιώδης για την κατανόηση του μηχανισμού φορολόγησης και για τη διασφάλιση της διαφάνειας κατά την εφαρμογή των φόρων. Καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται τα πρόσθετα έσοδα ανάλογα με τις διακυμάνσεις των τιμών του φυσικού αερίου.

Πρόκειται για προοδευτικό σύστημα, σχεδιασμένο ώστε να αντανακλά τόσο το μεταβλητό κόστος παραγωγής αερίου όσο και τη μεταβλητότητα των τιμών στη διεθνή αγορά. Διασφαλίζεται έτσι η άμεση συσχέτιση μεταξύ της κερδοφορίας των υπεράκτιων εκμεταλλεύσεων και της συνεισφοράς των κατόχων πετρελαϊκών συμφωνιών στον κρατικό προϋπολογισμό. Η αναλυτική παρουσίαση του τύπου περιλαμβάνεται στο παράρτημα για τη διευκόλυνση της κατανόησης και του υπολογισμού του φόρου. Λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, όπως τη μέση σταθμισμένη τιμή του φυσικού αερίου (PMPC), την τιμή αγοράς του 2012 προσαρμοσμένη ετησίως με τον δείκτη πληθωρισμού (PRC) και τους πωλούμενους όγκους αερίου (VGC). Επιπλέον, ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στις εκπεστέες επενδύσεις στο τμήμα upstream (VID), οι οποίες τονώνουν πρόσθετες επενδύσεις σε έρευνα και παραγωγή, ουσιώδεις για τη διατήρηση και αύξηση της δυναμικότητας εξόρυξης φυσικού αερίου.

Τεχνικές λεπτομέρειες της φορολόγησης των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων: για να καταδειχθεί η εφαρμογή του τύπου, ας υποθέσουμε ότι η μέση σταθμισμένη τιμή του φυσικού αερίου είναι 90 λέι/MWh. Σύμφωνα με τον τύπο, το πρόσθετο έσοδο από τις υπεράκτιες περιοχές (VS) θα υπολογιστεί ως η διαφορά μεταξύ PMPC και μιας τιμής αναφοράς (PRC), πολλαπλασιαζόμενη επί τον όγκο του πωληθέντος αερίου (VGC). Ο οφειλόμενος φόρος (IVST) θα προκύψει από την αφαίρεση της αξίας των εκπεστέων επενδύσεων (VID) από τον συνολικά υπολογιζόμενο φόρο (IVSC). Με τον τρόπο αυτόν, ο τύπος διασφαλίζει ότι η φορολόγηση είναι ανάλογη προς τα παραγόμενα πρόσθετα έσοδα, προσφέροντας έτσι δίκαιο και ενθαρρυντικό φορολογικό πλαίσιο για τους κατόχους πετρελαϊκών συμφωνιών. Επιπλέον, διασφαλίζεται ότι κάθε αύξηση της κερδοφορίας, οφειλόμενη στην άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου, αντανακλάται αναλόγως στις συνεισφορές προς τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τα επιχειρήματα υπέρ της αύξησης της φορολόγησης και της τροποποίησης του ΝΟΜΟΥ αριθ. 256/2018 είναι πολλαπλά και ποικίλα, στηριζόμενα σε αρχές φορολογικής δικαιοσύνης, οικολογικής βιωσιμότητας και προαγωγής της ενεργειακής ασφάλειας. Επανεξετάζοντας το νομοθετικό πλαίσιο και προσαρμόζοντας τον τύπο υπολογισμού του φόρου επί των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων, η Ρουμανία μπορεί να διασφαλίσει δικαιότερη κατανομή των οφελών της εξόρυξης των φυσικών πόρων, προστατεύοντας το περιβάλλον και τονώνοντας την καινοτομία στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Εν τέλει, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις όχι μόνο ανταποκρίνονται στις άμεσες ανάγκες της αγοράς και στις οικολογικές απαιτήσεις, αλλά προετοιμάζουν και το έδαφος για μια πιο ανθεκτική οικονομία, λιγότερο εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα. Μια τέτοια προσέγγιση είναι ζωτικής σημασίας για την πλοήγηση σε ένα μεταβαλλόμενο παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο και για την τοποθέτηση της Ρουμανίας ως υπεύθυνου και προοδευτικού παίκτη στη διεθνή σκηνή της ενέργειας. Συμπερασματικά, η αύξηση της φορολόγησης και η τροποποίηση του ΝΟΜΟΥ αριθ. 256/2018 είναι αναγκαία βήματα για την ευθυγράμμιση των εθνικών συμφερόντων με την παγκόσμια δυναμική και για την οικοδόμηση ενός βιώσιμου μέλλοντος. Οι αλλαγές αυτές θα αντανακλούν όχι μόνο τη δέσμευση της Ρουμανίας στις αρχές της δικαιοσύνης και της βιωσιμότητας, αλλά θα λειτουργήσουν και ως καταλύτης για την καινοτομία και την πρόοδο στον ενεργειακό τομέα. Ομοίως, μέσω των προσαρμογών αυτών επιδιώκεται η ευθυγράμμιση της εθνικής νομοθεσίας με τις ευρωπαϊκές οδηγίες και με τις διεθνείς συμφωνίες για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και τη μείωση των εκπομπών CO2. Είναι ένα βήμα προς μια κυκλική οικονομία και μια αποδοτικότερη χρήση των πόρων, όπου ο αντίκτυπος στο περιβάλλον ελαχιστοποιείται και τα οικονομικά πλεονεκτήματα μεγιστοποιούνται.

Άλλη σημαντική πτυχή της φορολογικής μεταρρύθμισης είναι η ενθάρρυνση της διαφάνειας και της λογοδοσίας στην πετρελαϊκή βιομηχανία. Με τη θέσπιση σαφούς και λεπτομερούς πλαισίου για τον υπολογισμό των φόρων, οι εταιρείες παρακινούνται να δηλώνουν με ακρίβεια τα έσοδά τους και να συνεισφέρουν δίκαια στον κρατικό προϋπολογισμό.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της εμπιστοσύνης του κοινού στον τρόπο διαχείρισης των φυσικών πόρων και στα οφέλη που αυτοί αποφέρουν στην κοινωνία στο σύνολό της. Επιπλέον, οι προτεινόμενες νομοθετικές τροποποιήσεις θα συμβάλουν στη δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου και σταθερού επιχειρηματικού περιβάλλοντος για τους επενδυτές του ενεργειακού τομέα. Ένα δίκαιο και διαφανές φορολογικό καθεστώς είναι ουσιώδες για την προσέλκυση και διατήρηση των μακροπρόθεσμων επενδύσεων, στοιχείων ζωτικών για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη της Ρουμανίας.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ο ρόλος που διαδραματίζει η φορολογία στη διαμόρφωση των οικονομικών συμπεριφορών. Προσαρμόζοντας τα τέλη και τους φόρους, το Κράτος μπορεί να επηρεάσει την κατεύθυνση προς την οποία κινείται η ενεργειακή βιομηχανία, ευνοώντας τις καινοτόμες και οικολογικές λύσεις εις βάρος των παραδοσιακών, οι οποίες έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία.

Συμπερασματικά, η φορολογική μεταρρύθμιση στον τομέα της υπεράκτιας ενέργειας είναι αναγκαιότητα που δεν μπορεί να αναβληθεί και αποτελεί κρίσιμο βήμα για την ευθυγράμμιση της Ρουμανίας με τα διεθνή πρότυπα και με τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης. Η αύξηση της φορολόγησης και η αναθεώρηση του ΝΟΜΟΥ αριθ. 256/2018 δεν αποτελούν μόνο ευκαιρίες για τη διασφάλιση μεγαλύτερου δημοσιονομικού εσόδου, αλλά και για την προαγωγή υπεύθυνης συμπεριφοράς στην εξορυκτική βιομηχανία, σύμφωνα με τις βέλτιστες παγκόσμιες πρακτικές. Η προτεινόμενη νομοθετική μεταρρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί επένδυση στο μέλλον της χώρας, ικανή να αποφέρει μακροπρόθεσμα οφέλη και να συμβάλει στην ευημερία των μελλοντικών γενεών. Μέσω αυτής, η Ρουμανία μπορεί να καταστεί παράδειγμα καλών πρακτικών στη διαχείριση των φυσικών πόρων και στην εφαρμογή φορολογικών πολιτικών που στηρίζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος.

Τέλος, είναι ουσιώδες να ληφθεί υπόψη η φωνή των κοινοτήτων που πλήττονται από τις δραστηριότητες εξόρυξης και η συμμετοχή τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Έτσι, η αύξηση της φορολόγησης και η τροποποίηση της νομοθεσίας πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα που διασφαλίζουν την κοινωνική δικαιοσύνη και προλαμβάνουν κάθε αρνητικό αντίκτυπο στις τοπικές κοινότητες. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις αποζημιώσεις και στα οφέλη για τις περιοχές που πλήττονται από την εκμετάλλευση των πόρων, ώστε αυτές να επωφελούνται άμεσα από τις οικονομικές δραστηριότητες που ασκούνται στην περιοχή τους.

Ενότητα 3η – Κοινωνικοοικονομικός αντίκτυπος του σχεδίου τροποποίησης του ΝΟΜΟΥ αριθ. 227/2015 και του ΝΟΜΟΥ 256/2018

1. Μακροοικονομικός αντίκτυπος

Ο οικονομικός αντίκτυπος της τροποποίησης της φορολογικής νομοθεσίας, ήτοι του Νόμου περί Φορολογικού Κώδικα και του Νόμου περί υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών: η οικονομία μιας χώρας επηρεάζεται άμεσα από τη φορολογική νομοθεσία που ρυθμίζει τον τρόπο είσπραξης και κατανομής των οικονομικών πόρων. Οι τροποποιήσεις του Νόμου 227/2015 περί Φορολογικού Κώδικα και του ΝΟΜΟΥ αριθ. 256/2018 θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη ρουμανική οικονομία.

I. Τροποποίηση του Νόμου περί Φορολογικού Κώδικα

1. Εισαγωγή των άρθρων 18¹ και 18²: Η πρώτη σημαντική προτεινόμενη αλλαγή είναι η εισαγωγή του άρθρου 18¹ στον Νόμο 227/2015, το οποίο προβλέπει ειδικό καθεστώς φορολόγησης για τους φορολογουμένους που υπερβαίνουν ορισμένα όρια εσόδων. Το μέτρο αυτό φαίνεται προσανατολισμένο στις μεγάλες εταιρείες, επιβάλλοντας προοδευτικό συντελεστή φορολόγησης 1%, 2% ή 3% ανάλογα με τα καταγραφόμενα έσοδα. Μια τέτοια προοδευτική φορολογική προσέγγιση αποσκοπεί στη διασφάλιση δικαιότερης συνεισφοράς στον κρατικό προϋπολογισμό εκ μέρους των κορυφαίων επιχειρήσεων. Το άρθρο 18² εισάγει ειδικό φορολογικό καθεστώς για τις εταιρείες του πετρελαϊκού τομέα, με συντελεστή 5% για ετήσια έσοδα άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ. Η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να αποθαρρύνει τη φοροδιαφυγή και να τονώσει τη διαφάνεια σε έναν τομέα που συχνά επικρίνεται για την έλλειψη επαρκούς φορολογικής κάλυψης. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αξιολογηθεί αν ο συντελεστής αυτός δεν θα αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε έναν τομέα ζωτικό για την ενεργειακή ασφάλεια της Ρουμανίας.

2. Τροποποιήσεις της φορολόγησης των μεγάλων συντάξεων: Άλλη μείζων τροποποίηση είναι η προσαρμογή του άρθρου 101, που αφορά τη φορολόγηση των συντάξεων. Η νέα διατύπωση προτείνει συντελεστή 10% για το μηνιαίο φορολογητέο εισόδημα από συντάξεις και συντελεστή 90% για το τμήμα του εισοδήματος που υπερβαίνει τους 11 εθνικούς κατώτατους μεικτούς μισθούς. Το μέτρο αυτό έχει τη δυνατότητα να αναδιανείμει το φορολογικό βάρος, ευθυγραμμιζόμενο με τις αρχές της φορολογικής δικαιοσύνης.

3. Εισαγωγή του φόρου επί των μεγάλων περιουσιών: Άλλη καινοτόμος πτυχή είναι η εισαγωγή του Τίτλου X¹, με τίτλο «Ο φόρος επί των μεγάλων περιουσιών», ο οποίος προβλέπει την επιβολή φόρου αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα με σημαντικές περιουσίες. Οι συντελεστές του φόρου διαφέρουν ανάλογα με τη συνολική αξία της περιουσίας και ορίζονται σε 1%, 2% ή 3% για σωρευτικά εισοδήματα που υπερβαίνουν ορισμένα όρια. Το μέτρο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο παγκόσμιων συζητήσεων για την ανισότητα εισοδημάτων και περιουσιών, αποτελώντας βήμα προς δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών. Είναι ωστόσο ουσιώδες να αναλυθεί ο αντίκτυπός του στην κινητικότητα του κεφαλαίου και στις επενδύσεις.

4. Προσαρμογές των προσωπικών εκπτώσεων: Το άρθρο 77 θέτει προς συζήτηση την προσαρμογή των προσωπικών εκπτώσεων για τους φορολογουμένους με μηνιαία ακαθάριστα εισοδήματα μεταξύ ορισμένων ορίων. Πρόκειται για μέτρο που θα μπορούσε να ενθαρρύνει την κατανάλωση και να έχει θετικό αποτέλεσμα στην οικονομία τονώνοντας την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού. Με τον τρόπο αυτόν αναγνωρίζεται και ανταμείβεται η φορολογική προσπάθεια εκείνων που έχουν οικογενειακές ευθύνες, παρέχοντάς τους οικονομική στήριξη μέσω φορολογικών απαλλαγών ανάλογων προς τον αριθμό των προστατευόμενων προσώπων.

II. Τροποποίηση του ΝΟΜΟΥ αριθ. 256/2018 περί υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών

Οι τροποποιήσεις του Νόμου αριθ. 256/2018 είναι ουσιώδεις για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο θα εξελιχθεί ο ενεργειακός τομέας και ιδίως εκείνος των υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών. Σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο στο οποίο η ενεργειακή μετάβαση καθίσταται ολοένα σημαντικότερη, οι φορολογικές ρυθμίσεις πρέπει να είναι ισορροπημένες ώστε να στηρίζουν τόσο την προστασία του περιβάλλοντος όσο και την οικονομική ανταγωνιστικότητα.

1. Καθορισμός των αναγκαίων μέτρων για την υλοποίηση των υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών

Το άρθρο 1 του Νόμου αριθ. 256/2018 τροποποιείται ώστε να διασφαλίζεται η νομική σαφήνεια και να καθορίζονται τα αναγκαία μέτρα για την υλοποίηση των υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών. Η διευκρίνιση αυτή είναι ζωτικής σημασίας για την προσέλκυση νέων επενδυτών και για τη διατήρηση σταθερού και προβλέψιμου ρυθμιστικού πλαισίου που επιτρέπει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των επενδύσεων.

2. Κατάργηση ορισμένων διατάξεων και εναρμόνιση της νομοθεσίας: Με την κατάργηση των στοιχείων ιγ), ιδ), ιε), ιστ) και ιζ) του άρθρου 2, η ισχύουσα νομοθεσία απλουστεύεται και εναρμονίζεται με τα διεθνή πρότυπα. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε να βελτιώσει την αντίληψη για το επιχειρηματικό περιβάλλον της Ρουμανίας και να συμβάλει σε καλύτερη ένταξη στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά.

3. Τροποποιήσεις του φορολογικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στις υπεράκτιες πετρελαϊκές δραστηριότητες: Το άρθρο 18 προτείνει τη διατήρηση του επιπέδου του μισθώματος και των ποσοστιαίων συντελεστών του πετρελαϊκού μισθώματος για τους κατόχους υπεράκτιων πετρελαϊκών συμφωνιών. Η φορολογική αυτή συνέχεια είναι ουσιώδης για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και για την αποφυγή της οικονομικής αποσταθεροποίησης των εν εξελίξει έργων. Η φορολογική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις μακροπρόθεσμες επενδυτικές αποφάσεις, και η τροποποίηση αυτή σέβεται τις δεσμεύσεις του ρουμανικού Κράτους έναντι των επενδυτών.

4. Φορολόγηση των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων: Το άρθρο 19 εισάγει σύστημα φορολόγησης των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων, με σκοπό την αύξηση των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού μέσω της φορολόγησης των διαφορών μεταξύ των τιμών πώλησης του φυσικού αερίου και μιας τιμής αναφοράς που καθορίστηκε το 2012. Το σύστημα αυτό φορολόγησης θα μπορούσε να τονώσει μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαπραγμάτευση του φυσικού αερίου και να διασφαλίσει ότι τα οφέλη της εξόρυξης αερίου αντανακλώνται και στα έσοδα του Κράτους. Ωστόσο, πρέπει να αναλυθεί αν ο φόρος αυτός θα επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα των τιμών για τους τελικούς καταναλωτές και αν θα επηρεάσει αρνητικά τις επενδυτικές αποφάσεις στην έρευνα και εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

5. Πώληση του φυσικού αερίου στις κεντρικές αγορές: Με τις τροποποιήσεις του άρθρου 20 εισάγεται η υποχρέωση των κατόχων υπεράκτιων πετρελαϊκών συμφωνιών να πωλούν ποσοστό 90% του φυσικού αερίου στις κεντρικές αγορές. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε να συμβάλει σε μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα στην αγορά φυσικού αερίου και σε διαφανέστερη διαμόρφωση των τιμών. Ταυτόχρονα, είναι κρίσιμο να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις αυτές δεν θα οδηγήσουν σε στρεβλώσεις της αγοράς ή στη δημιουργία φραγμών στον ελεύθερο ανταγωνισμό.

6. Σύσταση ειδικού λογαριασμού για τις επενδύσεις. Το άρθρο 19 παράγραφος (8) προβλέπει την είσπραξη του φόρου επί των πρόσθετων εσόδων σε ειδικό λογαριασμό προοριζόμενο για τη χρηματοδότηση της υποδομής φυσικού αερίου. Το μέτρο αυτό έχει τη δυνατότητα να επιταχύνει την ανάπτυξη της ενεργειακής υποδομής και να στηρίξει την ενεργειακή ασφάλεια της Ρουμανίας. Ωστόσο, είναι σημαντικό να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα της χρήσης των κεφαλαίων αυτών, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα έχουν πραγματικό θετικό αντίκτυπο στην οικονομία.

7. Θέσπιση νομικού πλαισίου για τη διεξαγωγή των υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών. Το άρθρο 34 εισάγει τη δυνατότητα σύναψης πρόσθετων πράξεων στις πετρελαϊκές συμφωνίες που αφορούν υπεράκτιες πετρελαϊκές περιοχές, γεγονός που θα επιτρέψει την προσαρμογή στις νέες νομοθετικές συνθήκες. Αυτό αποτελεί σημαντικό βήμα για την ευελιξία και την επικαιροποίηση του υφιστάμενου συμβατικού πλαισίου μεταξύ του Κράτους και των πετρελαϊκών εταιρειών, διασφαλίζοντας έτσι ότι οι δραστηριότητες έρευνας και εκμετάλλευσης μπορούν να συνεχιστούν υπό βελτιστοποιημένες συνθήκες. Συμπεράσματα: αναλύοντας τις προτάσεις τροποποίησης της φορολογικής νομοθεσίας, παρατηρείται ότι επιδιώκουν την αύξηση των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού και την προαγωγή δικαιότερης κατανομής του φορολογικού βάρους. Η εισαγωγή προοδευτικών συντελεστών φορολόγησης για τις μεγάλες εταιρείες και για τα πρόσωπα με μεγάλες περιουσίες αποτελεί τολμηρό βήμα προς μια δικαιότερη φορολογία, περισσότερο προσανατολισμένη στην κοινωνική ευθύνη.

11. Αντίκτυπος στο ανταγωνιστικό περιβάλλον και στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων

Δεν συντρέχει περίπτωση

2. Αντίκτυπος στο επιχειρηματικό περιβάλλον

Τα τελευταία χρόνια, η φορολογική νομοθετική εξέλιξη στη Ρουμανία προσέλκυσε την προσοχή πολλών παραγόντων του επιχειρηματικού κόσμου, τόσο εγχώριων όσο και διεθνών. Οι τροποποιήσεις του Φορολογικού Κώδικα μέσω του Νόμου 227/2015 και της συναφούς νομοθεσίας αποσκοπούν στην προσαρμογή του φορολογικού πλαισίου στις οικονομικές πραγματικότητες και στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Θα αναλύσουμε λεπτομερώς τον αντίκτυπο των τροποποιήσεων αυτών, με ιδιαίτερη έμφαση στα πλέον κρίσιμα για το επιχειρηματικό περιβάλλον άρθρα.

I. Τροποποιήσεις του Φορολογικού Κώδικα

1. Ειδικό καθεστώς για τους μεγάλους φορολογουμένους: Η εισαγωγή των άρθρων 18¹ και 18² στον Φορολογικό Κώδικα έρχεται ως μέτρο εξισορρόπησης του φορολογικού βάρους για τους φορολογουμένους με σημαντικά ετήσια έσοδα. Εφαρμόζοντας προοδευτικούς συντελεστές ανάλογα με το όριο εσόδων, το Κράτος αποσκοπεί στην τόνωση καλύτερης κατανομής του φορολογικού βάρους και, ταυτόχρονα, στη διασφάλιση των αναγκαίων πόρων για τη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών. Έτσι, οι φορολογούμενοι που υπερβαίνουν το όριο των 10 εκατομμυρίων ευρώ θα καταβάλλουν φόρο 1%, όσοι υπερβαίνουν τα 100 εκατομμύρια ευρώ θα συνεισφέρουν 2%, ενώ για έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ ο συντελεστής είναι 3%. Η προοδευτική αυτή δομή μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στο επιχειρηματικό περιβάλλον, ενθαρρύνοντας την επανεπένδυση των κερδών και στηρίζοντας τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, με τα μέτρα αυτά οι μεγάλοι φορολογούμενοι καθίστανται άμεσα υπεύθυνοι να συνεισφέρουν στον κρατικό προϋπολογισμό αναλόγως του μεγέθους των εσόδων τους. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη δικαιοσύνη στην κοινωνία και σε αποδοτικότερη ανακατανομή των πόρων.

2. Ο φόρος επί των μεγάλων συντάξεων: Οι τροποποιήσεις του άρθρου 101 παράγραφος 2 του Φορολογικού Κώδικα είναι επίσης σημαντικές, επιβάλλοντας φόρο 10% επί των μηνιαίων φορολογητέων εισοδημάτων από συντάξεις, ενώ για το τμήμα της σύνταξης που υπερβαίνει τους 11 εθνικούς κατώτατους μεικτούς μισθούς ο συντελεστής είναι 90%. Πρόκειται για μέτρο που αποσκοπεί στην προσαρμογή του επιπέδου φορολόγησης των ειδικών συντάξεων, θέμα συχνά συζητούμενο στον δημόσιο χώρο και το οποίο προκάλεσε πολλές αντιπαραθέσεις. Με την τροποποίηση αυτή ο νομοθέτης επιχειρεί να εξισορροπήσει το συνταξιοδοτικό σύστημα και να μειώσει τις ανισότητες.

3. Ο φόρος επί των μεγάλων περιουσιών: Η εισαγωγή του ΤΙΤΛΟΥ X¹ στον Φορολογικό Κώδικα, υπό την ονομασία «Ο φόρος επί των μεγάλων περιουσιών», θέτει προς συζήτηση μια μορφή προοδευτικής φορολογίας εφαρμοζόμενης στα φυσικά πρόσωπα με σημαντικές περιουσίες. Τα άρθρα 500¹–500⁵ καθορίζουν συντελεστές 1%, 2% και 3% εφαρμοζόμενους προοδευτικά ανάλογα με τη συνολική αξία της περιουσίας, από το όριο των 10 εκατομμυρίων ευρώ. Η φορολογική αυτή πρωτοβουλία μπορεί να ερμηνευθεί ως βήμα προς τη διασφάλιση μεγαλύτερης κοινωνικής δικαιοσύνης και δικαιότερης κατανομής του φορολογικού βάρους.

Αφετέρου, η υποχρέωση σύνταξης ετήσιας δήλωσης περιουσιακής κατάστασης για τους φορολογουμένους που υπερβαίνουν το όριο των 10 εκατομμυρίων ευρώ μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διαφάνειας και φορολογικού ελέγχου, συμβάλλοντας στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην αύξηση του βαθμού φορολογικής συμμόρφωσης.

4. Οι προσωπικές εκπτώσεις: Άλλη σημαντική αλλαγή είναι η προσαρμογή των προσωπικών εκπτώσεων ανάλογα με τον αριθμό των προστατευόμενων προσώπων. Αφορά ιδίως τις οικογένειες με παιδιά και αποσκοπεί στη μείωση του φορολογικού βάρους των φορολογουμένων με οικογενειακές ευθύνες. Η τροποποίηση του άρθρου 77 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο προβλέπει προοδευτικές εκπτώσεις από 20% έως 50% του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος, ανάλογα με τον αριθμό των προστατευόμενων προσώπων. Ενθαρρύνεται έτσι η στήριξη των οικογενειών και αναγνωρίζεται η σημασία τους στην κοινωνική δομή. Το μέτρο αυτό μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο και να τονώσει τη δημογραφική ανάπτυξη, αποτελώντας ταυτόχρονα βήμα προς μια πιο ανθρώπινη φορολογική πολιτική, περισσότερο προσανατολισμένη στις ανάγκες των πολιτών.

II. Τροποποιήσεις του Νόμου αριθ. 256/2018 περί υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών

Η νομοθεσία περί υπεράκτιων πετρελαϊκών εργασιών υπήρξε επίσης αντικείμενο σημαντικών προσαρμογών. Οι τροποποιήσεις που επέφερε ο Νόμος αριθ. 256/2018 αφορούν κυρίως το ύψος των μισθωμάτων, τη φορολόγηση των πρόσθετων εσόδων καθώς και τους όρους εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων στις υπεράκτιες περιοχές.

1. Καθορισμός ειδικού φορολογικού καθεστώτος: Το άρθρο 18 παρέχει διευκρινίσεις ως προς την εφαρμογή του επιπέδου του μισθώματος και των ποσοστιαίων συντελεστών του πετρελαϊκού μισθώματος για τους κατόχους υπεράκτιων πετρελαϊκών συμφωνιών. Μολονότι πρόκειται για τεχνικό και σύνθετο πεδίο, η ουσία των τροποποιήσεων συνίσταται στην εφαρμογή σταθερού φορολογικού καθεστώτος καθ’ όλη τη διάρκεια των πετρελαϊκών συμφωνιών, προσφέροντας έτσι προβλεψιμότητα και σαφέστερο φορολογικό πλαίσιο στους επενδυτές. Αυτό είναι κρίσιμο σε έναν τομέα όπου οι επενδύσεις είναι τεράστιες και ο ορίζοντας σχεδιασμού μακροπρόθεσμος.

2. Εκπεστότητα των επενδύσεων: Ιδιαίτερα σημαντική πτυχή αποτελούν οι ρυθμίσεις για τις εκπεστέες επενδύσεις, που περιγράφονται στο άρθρο 19. Εκεί διευκρινίζεται ότι οι επενδύσεις που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της έκπτωσης από τον φόρο επί των πρόσθετων εσόδων δεν λαμβάνονται υπόψη στο φορολογικό αποτέλεσμα για τους σκοπούς του φόρου επί των κερδών. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδύσεις στο τμήμα upstream θεωρούνται μη εκπεστέες για τον υπολογισμό του φόρου επί των κερδών, μπορούν όμως να εκπέσουν από τον φόρο επί των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων. Ο μηχανισμός αυτός εκπεστότητας ενθαρρύνει την επανεπένδυση των κερδών σε δραστηριότητες έρευνας και εκμετάλλευσης, συμβάλλοντας έτσι στη βιώσιμη ανάπτυξη του πετρελαϊκού τομέα.

3. Ο φόρος επί των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων: Με το άρθρο 19 ορίζεται ο φόρος επί των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων ως επιβάρυνση εφαρμοζόμενη στη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης του φυσικού αερίου εγχώριας παραγωγής και μιας τιμής αναφοράς που καθορίστηκε το 2012. Ο φόρος αυτός αποσκοπεί στη δέσμευση μέρους των πρόσθετων κερδών που αποκομίζουν οι εταιρείες συνεπεία των διακυμάνσεων των τιμών στην αγορά φυσικού αερίου. Τα ποσοστά υπολογισμού του φόρου είναι διαρθρωμένα ώστε να αντανακλούν τις διαφορές τιμών, ενώ η έκπτωση των επενδύσεων στο τμήμα upstream περιορίζεται σε ανώτατο ποσοστό, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το Κράτος επωφελείται δίκαιου μεριδίου των πρόσθετων κερδών. Το φορολογικό αυτό μέτρο μπορεί να έχει μεικτά αποτελέσματα στην αγορά ενέργειας: αφενός ενθαρρύνει την αποδοτικότητα και τη συνετή διαχείριση των πόρων, αφετέρου μπορεί να επηρεάσει τις επενδυτικές αποφάσεις των εταιρειών του ενεργειακού τομέα.

4. Πώληση του φυσικού αερίου: Το άρθρο 20 επιβάλλει στους κατόχους υπεράκτιων πετρελαϊκών συμφωνιών την υποχρέωση να συνάπτουν συμβάσεις στις κεντρικές αγορές για την πώληση ελάχιστου ποσοστού 90% του συμβατικά δεσμευμένου φυσικού αερίου. Η απαίτηση αυτή προάγει τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό στην αγορά φυσικού αερίου, με δυνατότητα να συμβάλει στη σταθεροποίηση των τιμών και να διασφαλίσει ισότιμη πρόσβαση στους πόρους για όλους τους παράγοντες της αγοράς. Με τη θέσπιση σαφούς και μη διακριτικού πλαισίου διαπραγμάτευσης επιδιώκεται τόσο η προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών όσο και η δημιουργία υγιούς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος για τους παραγωγούς.

5. Κυρώσεις για τη μη τήρηση των διατάξεων: Καινοτομία των νομοθετικών τροποποιήσεων αποτελεί η θέσπιση σημαντικών κυρώσεων για τη μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 19 και 20. Κατά το άρθρο 25, η μη τήρηση των υποχρεώσεων μπορεί να επισύρει πρόστιμα έως 30% του κύκλου εργασιών της οικείας εταιρείας για το έτος κατά το οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση. Αυτό αντανακλά μια πιο αποφασιστική προσέγγιση του Κράτους στην επιβολή των φορολογικών κανόνων και ένα βήμα προς τη διασφάλιση της συμμόρφωσης στον ενεργειακό τομέα. Με τα μέτρα αυτά επιδιώκεται η αποθάρρυνση των μη σύννομων φορολογικών συμπεριφορών και τονίζεται η σημασία της τήρησης των νομικών ρυθμίσεων.

Συμπεράσματα: Οι πρόσφατες τροποποιήσεις της ρουμανικής φορολογικής νομοθεσίας αντανακλούν τάση προσαρμογής του φορολογικού συστήματος στη σημερινή οικονομική δυναμική και στις ανάγκες της βιώσιμης ανάπτυξης. Από την επιβολή προοδευτικών συντελεστών για τους μεγάλους φορολογουμένους έως την προσαρμογή του φορολογικού καθεστώτος για τις υπεράκτιες πετρελαϊκές εργασίες, οι αλλαγές αυτές αποσκοπούν στην εξισορρόπηση του φορολογικού βάρους, στην τόνωση των επενδύσεων και στην προαγωγή της διαφάνειας και της δικαιοσύνης στο επιχειρηματικό περιβάλλον. Ο αντίκτυπος των τροποποιήσεων αυτών είναι σύνθετος και θα εκδηλωθεί διαφορετικά ανάλογα με τον τομέα δραστηριότητας και το μέγεθος των οικονομικών παραγόντων.

3. Κοινωνικός αντίκτυπος των τροποποιήσεων του Φορολογικού Κώδικα και της πετρελαϊκής νομοθεσίας στη Ρουμανία

I. Τροποποιήσεις του Φορολογικού Κώδικα

1. Ειδικό καθεστώς για τους φορολογουμένους με μεγάλα εισοδήματα. Η εισαγωγή προοδευτικού φόρου για τους φορολογουμένους με πολύ υψηλά ετήσια εισοδήματα είναι τολμηρό βήμα προς την κατεύθυνση της φορολογικής δικαιοσύνης. Το μέτρο αυτό μπορεί να μειώσει τις οικονομικές ανισότητες και να συμβάλει σε δικαιότερη ανακατανομή του πλούτου. Ομοίως, αυξάνοντας τη συνεισφορά των πλουσιότερων μελών της κοινωνίας, το Κράτος μπορεί να συγκεντρώσει πρόσθετους πόρους για επενδύσεις σε υποδομές, εκπαίδευση και υγεία, προς όφελος ολόκληρου του πληθυσμού.

2. Φορολόγηση των μεγάλων συντάξεων. Η τροποποίηση του Φορολογικού Κώδικα ώστε να επιβληθεί συντελεστής 10% επί των εισοδημάτων από συντάξεις και, κυρίως, συντελεστής 90% για το τμήμα της σύνταξης που υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, μπορεί να θεωρηθεί μέτρο κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει στην εξισορρόπηση του συνταξιοδοτικού συστήματος και στη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς του, πτυχή ιδιαιτέρως σημαντική στο σημερινό δημογραφικό πλαίσιο.

3. Ο φόρος επί των μεγάλων περιουσιών. Η πρόταση επιβολής φόρου αλληλεγγύης επί των μεγάλων περιουσιών αποτελεί ισχυρό μήνυμα προς την κοινωνική ευθύνη εκείνων που διαθέτουν σημαντικά εισοδήματα και περιουσίες. Η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να διαδραματίσει ουσιώδη ρόλο στον μετριασμό των ανισοτήτων και στη χρηματοδότηση έργων δημοσίου συμφέροντος που συμβάλλουν στην ανάπτυξη των κοινοτήτων και στη μείωση της φτώχειας.

4. Οι τροποποιημένες προσωπικές εκπτώσεις. Η προσαρμογή των προσωπικών εκπτώσεων για τους φορολογουμένους με μεσαία και υψηλά εισοδήματα μπορεί να ενθαρρύνει την οικονομική ανάπτυξη. Μέσω των εκπτώσεων αυτών παρέχεται πρόσθετη στήριξη στις οικογένειες με προστατευόμενα πρόσωπα, τονώνοντας έτσι την κατανάλωση και τις επενδύσεις και έχοντας θετικό αντίκτυπο στην οικονομία συνολικά. Επιπλέον, με τον περιορισμό των εκπτώσεων αυτών για τα υψηλά εισοδήματα διασφαλίζεται ότι τα φορολογικά οφέλη κατευθύνονται προς τα τμήματα του πληθυσμού που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης.

II. Τροποποιήσεις της πετρελαϊκής νομοθεσίας

1. Καθορισμός μέτρων για τις υπεράκτιες εργασίες. Οι τροποποιήσεις του νόμου που ρυθμίζει τις υπεράκτιες πετρελαϊκές εργασίες προσδίδουν σαφήνεια και νομική σταθερότητα, πτυχές ουσιώδεις για την προσέλκυση επενδυτών και για την ανάπτυξη του ενεργειακού τομέα. Οι αλλαγές αυτές μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου και σε μείωση της εξάρτησης της Ρουμανίας από τις εισαγωγές, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στην εθνική ενεργειακή ασφάλεια και στις τιμές για τους καταναλωτές.

2. Φορολογία των πρόσθετων υπεράκτιων εσόδων. Η φορολόγηση των πρόσθετων εσόδων που αποκομίζουν οι πετρελαϊκές εταιρείες αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το Κράτος, η οποία μπορεί να επανεπενδυθεί σε έργα υποδομής ή σε άλλους ζωτικούς για την κοινωνία τομείς. Το μέτρο αυτό διασφαλίζει ότι τα οφέλη των φυσικών πόρων της χώρας κατανέμονται δίκαια μεταξύ όλων των πολιτών.

3. Διαφάνεια στην πώληση του φυσικού αερίου. Η υποχρέωση πώλησης ποσοστού του φυσικού αερίου στις κεντρικές αγορές αυξάνει τη διαφάνεια και την ανταγωνιστικότητα του τομέα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερες τιμές για τους καταναλωτές και σε μια πιο δυναμική αγορά, με ευεργετικά αποτελέσματα για την εθνική οικονομία.

4. Οι επενδύσεις στην υποδομή αερίου. Με τη διοχέτευση των πρόσθετων υπεράκτιων φόρων προς τη χρηματοδότηση της υποδομής αερίου διασφαλίζεται η ανάπτυξη ενός αποδοτικού και σύγχρονου ενεργειακού συστήματος. Η βελτιωμένη πρόσβαση στο φυσικό αέριο μπορεί να τονώσει την περιφερειακή οικονομική ανάπτυξη και να μειώσει το ενεργειακό κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις, συμβάλλοντας έτσι στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

Συμπεράσματα. Οι νομοθετικές τροποποιήσεις που αναλύθηκαν στην παρούσα έκθεση αντανακλούν προσέγγιση προσανατολισμένη προς μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και προς τη λογοδοσία εκείνων με υψηλά εισοδήματα. Αποσκοπούν επίσης στην αύξηση της αποδοτικότητας και της απόδοσης του ενεργειακού τομέα, με άμεσα οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία. Σε ένα μεταβαλλόμενο παγκόσμιο οικονομικό πλαίσιο, οι προσαρμογές αυτές μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα προς τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα και ευημερία της Ρουμανίας.

4. Αντίκτυπος στο περιβάλλον

Δεν συντρέχει περίπτωση.

5. Λοιπές πληροφορίες

Δεν συντρέχει περίπτωση.

Ενότητα 5η – Επιπτώσεις της παρούσας κανονιστικής πράξης στην ισχύουσα νομοθεσία

α) ισχύουσες κανονιστικές πράξεις που θα τροποποιηθούν ή θα καταργηθούν συνεπεία της έναρξης ισχύος του σχεδίου κανονιστικής πράξης:

Θα τροποποιηθεί ο Νόμος αριθ. 227/2015 περί Φορολογικού Κώδικα·

Θα τροποποιηθεί ο Νόμος 256/2018 περί ορισμένων αναγκαίων μέτρων για την υλοποίηση των πετρελαϊκών εργασιών από τους κατόχους πετρελαϊκών συμφωνιών σχετικά με υπεράκτιες πετρελαϊκές περιοχές

Συνοπτικά, ο Νόμος 227/2015 έχει 2 τροποποιημένα άρθρα, 9 προστιθέμενα και 0 καταργούμενα, στα οποία προστίθεται ένα παράρτημα,

ενώ ο Νόμος 256/2018 έχει 10 τροποποιημένα άρθρα και τροποποιημένο το παράρτημα.

β) κανονιστικές πράξεις που πρόκειται να εκπονηθούν για την εφαρμογή των νέων διατάξεων: δεν εντοπίστηκαν.

1¹. Συμβατότητα του σχεδίου κανονιστικής πράξης με τη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων — Δεν συντρέχει περίπτωση

2. Συμμόρφωση του σχεδίου κανονιστικής πράξης με την κοινοτική νομοθεσία στην περίπτωση σχεδίων που μεταφέρουν κοινοτικές διατάξεις — Δεν εντοπίστηκαν έγγραφα της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα.

3. Κανονιστικά μέτρα αναγκαία για την άμεση εφαρμογή των κοινοτικών κανονιστικών πράξεων — Δεν συντρέχει περίπτωση.

4. Αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Δεν συντρέχει περίπτωση.

5. Άλλες κανονιστικές πράξεις ή/και διεθνή έγγραφα από τα οποία απορρέουν δεσμεύσεις — Δεν συντρέχει περίπτωση.

6. Λοιπές πληροφορίες. — Δεν συντρέχει περίπτωση.

1. Πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία διαβούλευσης με μη κυβερνητικές οργανώσεις, ερευνητικά ινστιτούτα και άλλους εμπλεκόμενους φορείςΔεν συντρέχει περίπτωση
2. Αιτιολόγηση της επιλογής των οργανώσεων με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η διαβούλευση, καθώς και του τρόπου με τον οποίο η δραστηριότητα των οργανώσεων αυτών συνδέεται με το αντικείμενο του σχεδίου κανονιστικής πράξηςΔεν συντρέχει περίπτωση
3. Διαβουλεύσεις με τις αρχές της τοπικής δημόσιας διοίκησης, όταν το σχέδιο κανονιστικής πράξης έχει ως αντικείμενο δραστηριότητες των αρχών αυτών, υπό τους όρους της Απόφασης της Κυβέρνησης αριθ. 521/2005 για τη διαδικασία διαβούλευσης με τις ενώσεις των αρχών της τοπικής δημόσιας διοίκησης κατά την εκπόνηση σχεδίων κανονιστικών πράξεωνΔεν συντρέχει περίπτωση
4. Διαβουλεύσεις στο πλαίσιο των διυπουργικών συμβουλίων, σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης της Κυβέρνησης αριθ. 750/2005 για τη σύσταση των μόνιμων διυπουργικών συμβουλίωνΔεν συντρέχει περίπτωση.
5. Πληροφορίες σχετικά με τη γνωμοδότηση από:Οι συμβουλευτικές γνωμοδοτήσεις θα ληφθούν μετά την ολοκλήρωση των σταδίων που προβλέπει ο Νόμος 189/1999.
α) Το Νομοθετικό Συμβούλιο
β) Το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας
γ) Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο
δ) Το Συμβούλιο Ανταγωνισμού
ε) Το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ενότητα 7η – Δραστηριότητες δημόσιας ενημέρωσης σχετικά με την εκπόνηση και την εφαρμογή του σχεδίου κανονιστικής πράξης

1. Ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με την ανάγκη εκπόνησης της κανονιστικής πράξης — Το σχέδιο νόμου για την αναθεώρηση του Συντάγματος τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση επί 18 μήνες και αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα αυτών των ανοικτών διαβουλεύσεων.

2. Ενημέρωση της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με τον ενδεχόμενο περιβαλλοντικό αντίκτυπο από την εφαρμογή του σχεδίου κανονιστικής πράξης, καθώς και με τις επιπτώσεις στην υγεία και την ασφάλεια των πολιτών ή στη βιολογική ποικιλότητα — Δεν συντρέχει περίπτωση.

3. Λοιπές πληροφορίες — Δεν συντρέχει περίπτωση

Ενότητα 8η – Μέτρα εφαρμογής

1. Τα μέτρα εφαρμογής του σχεδίου κανονιστικής πράξης από τις αρχές της κεντρικής ή/και της τοπικής δημόσιας διοίκησης — η σύσταση νέων οργανισμών ή η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων υφιστάμενων θεσμών — Δεν συντρέχει περίπτωση.

2. Λοιπές πληροφορίες — Δεν εντοπίστηκαν

Σχόλια για το κείμενο

Τα σχόλια εντάσσονται στην ενότητα του εγγράφου στο Κυριαρχικό φόρουμ. Συζητάμε επί του κειμένου, με επιχειρήματα.

Δείτε όλη τη συζήτηση στο φόρουμ →